Στην Κιβωτό του Ελληνικού Τραγουδιού – 30/3/2011

Γράφει ο Αλέξης Λιόλης
alexli@musiccorner.gr
30/3/2011
www.musiccorner.gr

Σεφέρης – Γκάτσος

«Στου ονείρου τα μπαλκόνια…»

Μετά τον Οδυσσέα Ελύτη, σειρά στο αφιέρωμα της «Κιβωτού» στο Νίκο Γκάτσο, με αφορμή τα εκατόχρονα φέτος από τη γέννησή του (στην Ασέα, στις 8 Δεκεμβρίου του 1911), έχει ο έτερος νομπελίστας των ελλήνων ποιητών, ο Γιώργος – Σεφεριάδης το πραγματικό του όνομα – Σεφέρης (Βουρλά Σμύρνης, 29 Φεβρουαρίου 1900 – Αθήνα, 20 Σεπτεμβρίου 1971).


Νίκος Γκάτσος

Γιώργος Σεφέρης

Θα ήθελα, προτού προχωρήσω στο σημερινό θέμα, να διευκρινίσω κάτι που αφορά μια αποστροφή μου στη στήλη της προηγούμενης εβδομάδας. Γράφτηκε εκεί πως «οι δύο άντρες πορεύτηκαν σ’ έναν “βίο παράλληλο”… Φίλοι δεν υπήρξαν…». Μπορεί Ελύτης & Γκάτσος να μην συνδέθηκαν με στενή και βαθιά φιλία, όπως μαρτυρεί η Αγαθή Δημητρούκα, («φιλία τον συνέδεσε με ελάχιστους, για να μην πούμε μόνο με τον Χατζιδάκι και τη Μούσχουρη») τους ένωνε, όμως, μια δια βίου «συνομιλία», ένας διαρκής διάλογος, οι κοινές τους αναφορές, οι κοινές τους αγάπες σε ποιητές, συγγραφείς και λογοτεχνικά κινήματα… Τους ένωνε ο υπερρεαλισμός. Τους ένωναν σαφέστατα και οι μυθικές συναντήσεις τους στου «Φλόκα»…

Στο Σεφέρη, τώρα…

Και πρώτα – πρώτα στο «Τραγούδι του παλιού καιρού», δια χειρός Νίκου Γκάτσου:

«Αλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του Πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη…».

Ο Νίκος Γκάτσος έγραψε «Το τραγούδι του παλιού καιρού» το 1961, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων (1931 -1961) από την έκδοση της «Στροφής», της πρώτης ποιητικής συλλογής του Σεφέρη. Πρωτοδημοσιεύτηκε, όμως, δυο χρόνια αργότερα, στις 25 Νοεμβρίου 1963, στον «Ταχυδρόμο», στο ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού στον Γιώργο Σεφέρη.

«Το τραγούδι του παλιού καιρού» μελοποίησε ο Ηλίας Ανδριόπουλος και το συμπεριέλαβε στο δίσκο του «Αργοναύτες» (1998). Εκεί ηχογραφήθηκε από τον Μανώλη Μητσιά με τη συμμετοχή του ηθοποιού Γιάννη Φέρτη στην απαγγελία τριών στροφών. Στους «Αργοναύτες», με τραγούδια του Ηλία Ανδριόπουλου σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, Νίκου Γκάτσου, Μάνου Ελευθερίου κι ένα τραγούδι σε στίχους του συνθέτη, τραγουδούσαν η Νένα Βενετσάνου και ο Μανώλης Μητσιάς.

Ηλίας Ανδριόπουλος

Ας δούμε στο σημείο αυτό τι αναφέρει – ανάμεσα στ’ άλλα – για το συγκεκριμένο ποίημα του Νίκου Γκάτσου, ο γνωστός φιλόλογος Τάσος Λιγνάδης:

«Είναι ένα λυρικό αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη. Έχει διατυπωθεί σε έμμετρο λόγο με ομοιοκαταληξία. Γι’ αυτό και του “παλιού καιρού”, για να δηλώσει την παραδοσιακή μορφή του. Το περιεχόμενό του είναι σαφές, μιας και λειτουργεί μέσα από σήματα που προτιμούν να μιλήσουν με το ανακάλεσμα της σεφερικής μνήμης, χρησιμοποιώντας συνοψισμένα σύμβολα και όχι το αφηρημένο και το κρυπτικό της συνεκδοχικής μεταφοράς… Το ποίημα φτιάχνεται με υπαινιγμούς, αναφορές, μεταμφιέσεις, αναγνωρίσιμου σεφερικού υλικού…» (Από το βιβλίο «Διπλή επίσκεψη σε μια ηλικία και σ’ έναν ποιητή. Ένα βιβλίο για το Νίκο Γκάτσο» – Αθήνα, «Γνώση», 1983).

Αλλά και ο Γιώργος Σεφέρης στις «Μέρες» του (τόμος Δ, «Ίκαρος», 1977), κάνει λόγο για μια παρεξήγηση που έτυχε κάποτε στο Νίκο Γκάτσο:

«Γύριζε, το χειμώνα του ’36, σπίτι του από μια ταβέρνα. Ήμουνα στην Κορυτσά και είχα στείλει στην Αθήνα, σε χειρόγραφο, το “Με τον τρόπο του Γ. Σ.”. Κατά κακή του τύχη – μολονότι πολύ αθώος, είχε κάποτε ύφος φοβερά βλοσυρό – τον έπιασαν και τον πήγαν στο τμήμα. Τον έψαξαν. Στην τσέπη του βρήκαν το χειρόγραφο:

-Ρε, τι σου ’κανε η Ελλάδα και σε πληγώνει; Κομμουνιστής, ε;
-Μα, κύριε αστυνόμε, δεν το ’γραψα εγώ αυτό, το ‘γραψε ο κ. Σ. που είναι πρόξενος.
-Πρόξενος, ε; Τέτοιους προξένους έχουμε, γι’ αυτό πάμε κατά διαβόλου.

Ευτυχώς βρέθηκαν στις τσέπες του και κάτι άλλα της ίδιας τεχνοτροπίας που αφόπλισαν τους φρουρούς της ησυχίας μας…».

-Σ’ αφήνουμε, μωρέ, γιατί είσαι βλάκας, του είπαν όταν τα διάβασαν…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση