Ασπρόμαυρα κι έγχρωμα: “Η έκτη εντολή”

aspromavra_egxrwma_logo_500

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης 

Τηλεοπτικές στιγμές που μας έκαναν να γελάσουμε, να κλάψουμε, να μελαγχολήσουμε, να ταυτιστούμε με τους ήρωες και να πάσχουμε μαζί τους. Πόσα συναισθήματα δε γέννησαν σε όλους μας αξέχαστα σίριαλ της μικρής οθόνης. «Ασπρόμαυρα κι έγχρωμα», άφησαν το σημάδι τους στο μυαλό και στην καρδιά μας και τα θυμόμαστε με νοσταλγία μέσα σ’ αυτό το άθλιο τηλεοπτικό τοπίο του σήμερα…

Αυτή η στήλη λοιπόν, από φέτος κάθε εβδομάδα, θα σας παρουσιάζει εναλλάξ μία σειρά και μία εκπομπή που έγραψαν τη δική τους ξεχωριστή ιστορία στην ασπρόμαυρη ή στην έγχρωμη τηλεόραση στα πρώτα 20 χρόνια πορείας της. Φιλοδοξία της, να σας θυμίσει μοναδικές κι ανεπανάληπτες στιγμές που δε θα σβήσουν ποτέ ο χρόνος και η μνήμη!

———————————————–

Το 1989, αποτελεί μια χρονιά-σταθμό για τα τηλεοπτικά πράγματα στη χώρα μας, καθώς τότε κάνανε την εμφάνισή τους οι πρώτοι ιδιωτικοί σταθμοί. Η δημιουργία τους, γέμισε πολλές ελπίδες για κάτι καλύτερο στην εγχώρια μικρή οθόνη, ωστόσο αυτές διαψεύστηκαν πολύ γρήγορα, μέσα σε μόλις λίγα χρόνια από τότε…

ekti_entoli_2017_09_001

Πάντως, στις αρχές εκείνης της χρονιάς, η κρατική τηλεόραση εξακολουθούσε να είναι η απόλυτη κυρίαρχος, αποκτώντας μάλιστα κι ένα τρίτο «αδερφάκι», την ΕΤ-3 στη Θεσσαλονίκη, η οποία σε πρώτη φάση εξέπεμπε καθημερινό πρόγραμμα μόνο το απόγευμα και για έξι ώρες.

Η «θύελλα» που ερχότανε με τα ιδιωτικά κανάλια δε φαίνεται ν’ άγγιζε τους υπευθύνους της ΕΡΤ, που εξακολουθούσανε να έχουνε την ψευδαίσθηση ότι η εμφάνισή τους δε θα επηρέαζε τα ποσοστά τηλεθέασης. Διαψεύστηκαν παταγωδώς, σχεδόν από την πρώτη μέρα…

Όπως και να έχει το πράγμα, ο Θάνος Λειβαδίτης ακόμα αποτελούσε ένα πολύ δυνατό «χαρτί» στο ελληνικό τηλεοπτικό τοπίο. Με την τεράστια επιτυχία των «Ιερόσυλων» τη σεζόν 1983-84, αλλά και τους «Αξιόπιστους» και τη «Βεντέτα» που είχαν άκρως ικανοποιητική αποδοχή από το κοινό, ολοκλήρωσε τον κύκλο του ως «δημοσιογράφος Μαρτέλης» και είχε έτοιμη την καινούργια δουλειά του.

Τίτλος της, «Η έκτη εντολή» και περιεχόμενό της -τι άλλο;- δολοφονίες, απαγωγές, δικαστήρια και γενικότερα, ό,τι αφορά ένα αστυνομικό δελτίο. Ξεκίνησε να μεταδίδεται από την ΕΤ-2 την Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 1989 και ολοκληρώθηκε στις 12 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, έπειτα από συνολικά 13 επεισόδια των 45 λεπτών.

Μπορεί να μην είχε την τηλεθέαση των άλλων τριών σειρών που ο Λειβαδίτης έγραψε και πρωταγωνίστησε στη δεκαετία του ’80, όμως στάθηκε αξιοπρεπώς και κέρδισε ένα μεγάλο μερίδιο του κοινού. Σκηνοθέτης ήταν ο Κώστας Λυχναράς (όπως και στους «Ιερόσυλους») και παραγωγός η LINOS TV.

Η υπόθεση

Σε αντίθεση με τις άλλες σειρές του σεναριογράφου και πρωταγωνιστή, η ιστορία ξεκινά αντιστρόφως. Δηλαδή, από το Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο, όπου εκδικάζεται η υπόθεση δολοφονίας της Μαρίνας Μαρόγλου (Λουκία Παπαδάκη), με κατηγορούμενο το σύζυγό της, Μανώλη (Μάνο) Νικητάκη (Θάνος Καληώρας).

Η πλούσια κοπέλα αρχικώς τον σνόμπαρε, ωστόσο αναγκάστηκε να τον «επιλέξει» για άνδρα της, καθώς είχε μείνει έγκυος από κάποιον άλλο και δεν ήθελε να δημιουργήσει σκάνδαλο ως μητέρα ενός νόθου παιδιού. Εκείνος δε γνώριζε τίποτε και είχε σκοπό να του πει όλη την αλήθεια μετά το γάμο.

Όμως, το σχέδιο εξόντωσής της ήτανε καλά στημένο και μπήκε σε εφαρμογή το ίδιο βράδυ, μετά το τέλος της τελετής. Το ζευγάρι κατέλυσε σε πολυτελές ξενοδοχείο για το μήνα του μέλιτος, όμως η άρνηση της Μαρίνας να κάνει έρωτα με το Μάνο προφασιζόμενη αδιαθεσία, οδήγησε τον τελευταίο στο να φύγει από το δωμάτιο εκνευρισμένος και να πάει μια βόλτα για να ηρεμήσει.

Ωστόσο, δεν πρόλαβε. Δυο πληρωμένα «τσιράκια», ο Γρηγόρης (Δημήτρης Τζουμάκης) και ο Μάκης (Πάνος Τρικαλιώτης) τον χτύπησαν πισώπλατα, τον αναισθητοποίησαν και αρχικώς τον οδήγησαν στο υπόγειο ενός απομονωμένου και απομακρυσμένου σπιτιού, αφού πρώτα σκότωσαν την ανυποψίαστη Μαρίνα.

Εν συνεχεία, κατόπιν εντολής του «αφεντικού» τους, τον μεταφέρανε στο Δέλτα του Έβρου και τον ρίξανε στο ποτάμι, ούτως ώστε αφενός να μην έχει άλλοθι κι αφετέρου να φανεί ότι σκόπευε να περάσει τα σύνορα και να δραπετεύσει στο εξωτερικό.

Ο Μάνος καταζητείται από ολόκληρο το αστυνομικό σώμα, ενώ τον αναζητά και ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Λευτέρης (Θάνος Λειβαδίτης), ο οποίος πληροφορείται αμέσως τη δολοφονία της Μαρίνας και ζητά τη βοήθεια μιας φίλης του δικηγόρου, της Όλγας Ορφανού (Βέρα Ζαβιτσιάνου).

Ο «μικρός» Νικητάκης καταφέρνει τελικώς να επικοινωνήσει με τον αδελφό του, αφού πρώτα μαθαίνει από τις εφημερίδες τα γεγονότα κι ότι είναι καταζητούμενος και να του πει πού βρίσκεται. Εκείνος, φεύγει αμέσως με το αεροπλάνο για την Αλεξανδρούπολη κι από εκεί, νοικιάζει αυτοκίνητο για να μεταβεί στο Δορίσκο, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από τον Έβρο, όπου σε μια στάνη κρύβεται ο Μάνος.

ekti_entoli_2017_09_004

Όμως, δε γνωρίζει ότι από την πρώτη στιγμή η αστυνομία παρακολουθεί τις κινήσεις του και τον έχει ακολουθήσει ως εκεί. Έτσι, όταν τα δύο αδέλφια συναντώνται, τα όργανα της τάξης τους περικυκλώνουν και συλλαμβάνουν τον ύποπτο.

Η κατηγορία, στηρίζεται στην κατάθεση μιας κυρίας από διπλανό δωμάτιο ότι άκουσε το ζευγάρι να καυγαδίζει και του ρεσεψιονίστ ότι τον είδε να βγαίνει ταραγμένος από το ξενοδοχείο, ενώ στον περιβάλλοντα χώρο βρέθηκε και το μαντίλι του κατηγορούμενου, γεμάτο αίματα.

Έτσι, ξεκινά η ακροαματική διαδικασία και η υπεράσπιση προσπαθεί με κάθε τρόπο ν’ αποδείξει την αθωότητα του Μάνου. Όμως, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα γι’ αυτόν, καθώς όλα τα στοιχεία είναι σε βάρος του. Παράλληλα, ο εισαγγελέας (Χρήστος Δαχτυλίδης) είναι ο μεγαλύτερος «αντίπαλος» του Νικητάκη, καθώς έχει πειστεί για την ενοχή του και δε χάνει ευκαιρία να το τονίζει κατά την εξέταση των μαρτύρων…

Ο Λευτέρης, ξεκινά μια μεγάλη έρευνα για να εντοπίσει κάποιο στοιχείο που θα βοηθήσει τον αδερφό του και πρώτα, επισκέπτεται την οικογένεια του θύματος, η οποία αποτελείται από τη μητέρα της Έλσα (Τζένη Ρουσσέα), τον πατριό της Αλέξη Χατζή (Γιώργος Γραμματικός) και την αδελφή της Αλίκη (Ελένη Σάνιου), που είναι παντρεμένη με τον Άγγελο Μαρκίδη (Γιάννης Ζαβραδινός), ένα πρώην χαρτοπαίκτη και νυν αντιπρόεδρο των επιχειρήσεων Μαρόγλου.

Ωστόσο, δεν καταφέρνει σχεδόν τίποτα, αφού τα μέλη της ισχυρίζονται ότι δε γνώριζαν πολλά πράγματα για τη ζωή της, καθώς η Μαρίνα ήτανε κλειστός χαρακτήρας και δεν ανοιγότανε σε κανένα.

Το πρώτο «φως», έρχεται από την υπηρέτρια του σπιτιού, τη Μάρθα (Τζένη Στεφανάκου), η οποία κρυφά από τα αφεντικά της συναντά το Λευτέρη και του λέει ότι κάποια μέρα η Έλσα μπαίνοντας ξαφνικά στο σπίτι έπιασε επ’ αυτοφώρω το μεθυσμένο άνδρα της να επιτίθεται ερωτικά στη Μαρίνα. Όμως, το περιστατικό ξεχάστηκε, καθώς ο Αλέξης τη διαβεβαίωσε ότι ήταν ένα «αστείο»…

Επιπλέον, η Μάρθα του μιλά για κάποιον Άλκη Βλαντή (Σπύρος Μαβίδης), με τον οποίο η Μαρίνα είχε σχέσεις όταν βρισκόταν στο Παρίσι και την είχε εθίσει στα ναρκωτικά, αλλά με μεγάλη προσπάθεια είχε καταφέρει ν’ αποτοξινωθεί.

Από εκεί και πέρα, ο Λευτέρης προσπαθεί να βρει αν και κατά πόσο ο Βλαντής είχε σχέση με τη δολοφονία της κοπέλας και πηγαίνει στο Παρίσι, ώστε να τον συναντήσει και να τον ρωτήσει τι γνωρίζει για την όλη υπόθεση. Εκείνος του δηλώνει ότι δεν έχει την παραμικρή ανάμειξη στο φόνο και του λέει ότι η ίδια του ζητούσε να της προμηθεύει ναρκωτικά.

ekti_entoli_2017_09_005

Μετά το τέλος της συνάντησής τους, ο Λευτέρης δέχεται επίθεση από δύο αγνώστους στις όχθες του Σηκουάνα, οι οποίοι τον ξυλοκοπούν κατόπιν εντολής του Βλαντή και πλέον, αντιλαμβάνεται ότι η υπόθεση είναι πολύ επικίνδυνη για όποιον τολμήσει ν’ ανακατευτεί.

Ωστόσο, συνεχίζει τις προσπάθειές του και όταν επιστρέφει στην Ελλάδα, γνωστοποιώντας στην οικογένεια της Μαρίνας ότι γνωρίζει τα πάντα για τα ναρκωτικά, το Βλαντή και την ερωτική επίθεση του πατριού της. Άπαντες μένουν άναυδοι, προσπαθώντας να βρουν ποιος μπορεί να του μίλησε για όλα αυτά.

Ο πρώτος κρίκος της οικογενειακής «αλυσίδας» σπάει, όταν η Αλίκη καταθέτει στο δικαστήριο ότι δεν πιστεύει πως ο Μάνος είναι ο φονιάς της αδελφής της. Αυτό δημιουργεί σάλο και δίνει ελπίδες στην Όλγα και στο Λευτέρη, ενώ σε συζήτηση με τη μητέρα της, η κοπέλα της αναφέρει ότι υποπτεύεται τον πατριό για δολοφόνο κι εύχεται να είναι αυτός. Και τούτο, διότι τον θεωρεί παρείσακτο και πιστεύει ότι παντρεύτηκε την Έλσα για τα λεφτά της και για τη μεγάλη διευθυντική θέση στις επιχειρήσεις Μαρόγλου.

ekti_entoli_2017_09_006

Σημειωτέον ότι για τη δίκη δεν ενδιαφέρονται μόνον οι δύο οικογένειες, αλλά και ο κτηματομεσίτης Πετρίδης (Δημήτρης Ζακυνθινός), ο οποίος θέλει ν’ αγοράσει το ξενοδοχείο που έχουν κληρονομήσει οι αδελφοί Νικητάκη από τον πατέρα τους και είναι υπερχρεωμένο. Μπορεί να συνάντησε την κατηγορηματική άρνηση του Λευτέρη να το πουλήσει, όμως πιστεύει ότι τελικώς θα το κάνει, αφού θα πρέπει να πληρώσει πολλά χρήματα για να καταφέρει να σώσει τον αδελφό του.

Όσον αφορά τα ναρκωτικά, η αστυνομία παρακολουθεί το γυμναστήριο της Βέρας (Έλενα Στρατή), βάζοντας μια νεαρή αστυνομικίνα να γραφτεί εκεί και να παραστήσει τη ναρκομανή. Οι πληροφορίες που καταφέρνει να συλλέξει, οδηγούν αρχικώς στη σύλληψη της Βέρας κι εν συνεχεία του Βλαντή, του συνεργάτη του ονόματι Μάρκος (Θωμάς Κινδύνης) και των υπολοίπων μελών. Όμως, ενώ στην ανάκριση όλοι παραδέχονται την εμπλοκή τους στο κύκλωμα των ναρκωτικών, αρνούνται κάθε ανάμειξη στη δολοφονία της Μαρίνας.

Εν τέλει, το «κουβάρι» θ’ αρχίσει να ξετυλίγεται μετά την κατάθεση του πατριού, ο οποίος εξακολουθεί να θεωρείται ύποπτος κατά το Λευτέρη. Το ίδιο βράδυ, τα δυο «τσιράκια» θα τον αναισθητοποιήσουν, θα τον ποτίσουν με ουίσκι και θα οδηγήσουνε το αυτοκίνητό του στο γκρεμό, ώστε να φανεί ως αυτοκτονία.

Όμως, αυτό θα είναι το πρώτο μοιραίο λάθος, καθώς ο Λευτέρης θα συνδυάσει το δήθεν ατύχημα με κάτι ανάλογο που συνέβη προ ετών στον πατέρα Μαρόγλου, γεγονός που θα επιβεβαιώσει από τις εφημερίδες της εποχής. Άρα, το μυαλό του θα πάει αυτομάτως στον Άγγελο Μαρκίδη, καθώς ήταν ο μόνος που είχε συμφέρον από τους τρεις θανάτους.

Το δεύτερο, θα το κάνει η απληστία των δύο δολοφόνων, οι οποίοι κρατούν στα χέρια τους μια βιντεοταινία που δείχνει το Μαρκίδη να ερωτοτροπεί με τη Μαρίνα, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι δυο τους είχανε σχέση κι ότι δικό του ήτανε το παιδί που περίμενε.

ekti_entoli_2017_09_007

Έτσι, αφενός ζητούν από το Λευτέρη 20 εκατομμύρια για να του δώσουν το στοιχείο που θα σώσει τον αδελφό του (χωρίς βεβαίως να του πουν περί τίνος πρόκειται), αφετέρου έχουνε στο χέρι και το Μαρκίδη, ο οποίος πηγαίνει να τους συναντήσει με σκοπό να τους βγάλει από τη μέση. Του δείχνουνε την ταινία και απαιτούν 40 εκατομμύρια για να του δώσουν αυτή και τα υπόλοιπα αντίγραφα.

Στο μεταξύ, ο Λευτέρης έχει ενημερώσει την αστυνομία για όλα αυτά κι έτσι, το σπίτι όπου πρόκειται να γίνει η συναλλαγή είναι μπλοκαρισμένο με συμβατικά αυτοκίνητα. Μόλις λοιπόν ο Μαρκίδης επιστρέφει με τα λεφτά, συλλαμβάνεται μαζί με τα δυο τσιράκια του, ο Μάνος αθωώνεται και όλα τελειώνουν ομαλά…

Το καστ

Όπως συμβαίνει με όλες τις σειρές του Θάνου Λειβαδίτη, έτσι κι εδώ συναντάμε μια πλειάδα πασίγνωστων και σπουδαίων ηθοποιών. Για τον ίδιο δεν χρειάζονται πολλά λόγια, αφού πλέον είχε ειδικευθεί σε ρόλους «ερευνητή», είτε με την ιδιότητα του δικηγόρου (μη ξεχνάμε τον Άγγελο Καρνέζη που υποδυόταν στους «Δίκαιους» τη διετία 1974-1976), είτε του δημοσιογράφου (βλέπε Μαρτέλης), είτε εδώ, στην προσπάθειά του να σώσει τον αδελφό του.

Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στην αείμνηστη Βέρα Ζαβιτσιάνου, μια πολύ σημαντική πρωταγωνίστρια, με μεγάλη θητεία στο Θέατρο Τέχνης και πλήθος μεγάλων και σπουδαίων ρόλων. Στην «Έκτη εντολή» εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε τηλεοπτική σειρά κι απέδωσε πειστικότατα το ρόλο της συνηγόρου υπεράσπισης, βάζοντας τη δική της σφραγίδα στο όλο έργο.

Το ίδιο ισχύει και για τον αξέχαστο Δημήτρη Μυράτ, σ’ έναν από τους τελευταίους τηλεοπτικούς ρόλους της καριέρας του. Ήταν εξαιρετικός ως πρόεδρος του δικαστηρίου, με την επιβλητικότητα και το μοναδικό ηχόχρωμα της φωνής του. Από κοντά και ο Χρήστος Δαχτυλίδης ως εισαγγελέας, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είχε «εντρυφήσει» σε ρόλους εκπροσώπων της δικαιοσύνης…

Ο Θάνος Καληώρας απέδωσε θαυμάσια το ρόλο του αθώου που κατηγορείται αδίκως και ουδείς τον πιστεύει πλην του αδελφού και της συνηγόρου του, καθώς και οι συνομήλικοί του Λουκία Παπαδάκη (αν και με σχετικά μικρή συμμετοχή), Ελένη Σάνιου, Γιάννης Ζαβραδινός, Έλενα Στρατή και Σπύρος Μαβίδης.

Από εκεί και πέρα, πολύ καλή ήταν και η Τζένη Ρουσσέα, σε μιαν από τις ελάχιστες τηλεοπτικές εμφανίσεις της στη δεκαετία του ’80, καθώς και ο Γιώργος Γραμματικός ως ο αριβίστας πατριός.

Ιδανικά για…τσιράκια οι Δημήτρης Τζουμάκης και Πάνος Τρικαλιώτης, ενώ εκτός όσων ήδη αναφέρθηκαν, συμμετείχαν και οι Στέλιος Λιονάκης (αστυνόμος Γεωργίου), Θόδωρος Κατριβάνος (σύζυγος της υπηρέτριας Μάρθας), Τάκης Βλαστός (αστυνόμος με πολιτικά), Γιώργος Μπάρτης (ιατροδικαστής), Γιώργος Κοζής (ρεσεψιονίστ), Γκέλυ Γαβριήλ (Χριστίνα, γραμματέας του Λευτέρη), Βαρβάρα Κυρίτση (Έφη, γραμματέας της Όλγας), Τάκης Βουλαλάς (Στέφανος, στέλεχος των επιχειρήσεων Μαρόγλου, με φιλοδοξίες για τη θέση του αντιπροέδρου), Γιώργος Σαλτόγλου (Μίλτος, φίλος του κτηματομεσίτη Πετρίδη) κ.α.

Τελευταίον αλλά όχι…έσχατο, αφήσαμε τον αείμνηστο Κώστα Σκόκο, ο οποίος για ακόμα μια φορά με τη χαρακτηριστική κι επιβλητική φωνή του, είχε το ρόλο του αφηγητή της περίληψης του προηγούμενου επεισοδίου…

Σχόλιο

Ομολογώ ότι δεν είχα δει την «Έκτη εντολή» στην πρώτη μετάδοσή της, αν και φανατικός «φαν» του Λειβαδίτη. Βλέπετε, τότε ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Φιλίππου και τ’ άλλα παιδιά, δε μου αφήνανε περιθώριο ν’ ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο εξωσχολικό, πέραν της ανάγνωσης αθλητικών εφημερίδων και του…«Τρίποντου», που μόλις τότε είχε μπει στη ζωή μας.

Την παρακολούθησα πριν λίγα χρόνια κι έχω τη γνώμη ότι δεν έχει να ζηλέψει κάτι από τις προηγούμενες επιτυχημένες σειρές του σεναριογράφου και πρωταγωνιστή της. Βεβαίως, για ακόμα μια φορά ο «σκελετός» είναι ίδιος με όλες τις υπόλοιπες: Ένας αθώος κατηγορείται για κάποιο έγκλημα που δεν έκανε, αλλά όλα τα στοιχεία είναι έτσι κατασκευασμένα, ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του.

Όμως, κάθε φορά ο Θάνος Λειβαδίτης κατάφερνε να οδηγεί με μοναδική μαεστρία την όλη ιστορία, ώστε να κρατά σε αγωνία τους τηλεθεατές μέχρι και την τελευταία στιγμή, όπως συμβαίνει κι εδώ. Ως το τελευταίο επεισόδιο, ουδείς γνωρίζει ποιος μπορεί να κρύβεται πίσω από τις τρεις δολοφονίες.

Μπορούμε να πούμε ότι ήταν η τελευταία καλή ολοκληρωμένη δουλειά του αξέχαστου ηθοποιού («Η οργή των θεών» το 1994 ουδέποτε ολοκληρώθηκε…), καθώς «Η δίκη» που ακολούθησε το 1991, ήταν ένα κανονικότατο «αναμάσημα» όλων των προηγούμενων σειρών που είχε γράψει στη δεκαετία του ’80.

Όχι ότι δεν υπάρχουνε κοινοί χαρακτήρες, ακόμα και διάλογοι με τις παλαιότερες, ωστόσο είναι δοσμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να λειτουργούν ως αυτόνομα κομμάτια ενός καινούργιου συνόλου. Πάντως, το ονοματεπώνυμο «Όλγα Ορφανού» που είχε εδώ η Βέρα Ζαβιτσιάνου, ήτανε το ίδιο μ’ εκείνο της Άννυς Πασπάτη στους «Αξιόπιστους» επτά χρόνια νωρίτερα (1982), ενώ κι εδώ υπάρχει κάποιος από τους εγκληματίες που φοβάται τη φυλακή και θέλει να φύγει από την υπόθεση, αλλά δεν τον αφήνουν (ο Μάκης, που υποδύεται ο Πάνος Τρικαλιώτης…).

Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για μια καλογυρισμένη σειρά, γεμάτη αγωνία, μυστήριο και απρόβλεπτες εξελίξεις, από το «μετρ» του είδους Θάνο Λειβαδίτη. Ευτυχώς που έχει σωθεί και υπάρχει ολόκληρη και στο διαδίκτυο, για όποιον ενδιαφέρεται…

* Οι φωτογραφίες προέρχονται από τεύχη του περιοδικού “Ραδιοτηλεόραση”, που υπάρχουν στο αρχείο του συντάκτη της στήλης.

———–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση