Ασπρόμαυρα κι έγχρωμα: “Η γυφτοπούλα”

aspromavra_egxrwma_logo_500

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης 

Τηλεοπτικές στιγμές που μας έκαναν να γελάσουμε, να κλάψουμε, να μελαγχολήσουμε, να ταυτιστούμε με τους ήρωες και να πάσχουμε μαζί τους. Πόσα συναισθήματα δε γέννησαν σε όλους μας αξέχαστα σίριαλ της μικρής οθόνης. «Ασπρόμαυρα κι έγχρωμα», άφησαν το σημάδι τους στο μυαλό και στην καρδιά μας και τα θυμόμαστε με νοσταλγία μέσα σ’ αυτό το άθλιο τηλεοπτικό τοπίο του σήμερα…

Αυτή η στήλη λοιπόν, από φέτος κάθε εβδομάδα, θα σας παρουσιάζει εναλλάξ μία σειρά και μία εκπομπή που έγραψαν τη δική τους ξεχωριστή ιστορία στην ασπρόμαυρη ή στην έγχρωμη τηλεόραση στα πρώτα 20 χρόνια πορείας της. Φιλοδοξία της, να σας θυμίσει μοναδικές κι ανεπανάληπτες στιγμές που δε θα σβήσουν ποτέ ο χρόνος και η μνήμη!

———————————————–

Το τελευταίο τετράμηνο του 1974, βρίσκει την Ελλάδα να μην έχει συνέλθει ακόμα από τη λύτρωση της επτάχρονης τυραννίας και να πανηγυρίζει την επιστροφή της δημοκρατίας στη χώρα που τη γέννησε. Οι «ελεύθερες» συναυλίες είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο και ο κόσμος κατακλύζει τα γήπεδα και τα ανοιχτά θέατρα όπου διεξάγονται, για να γιορτάσει και να τραγουδήσει ελεύθερος.

gyftopoula_2017_09_001

Φυσικά, το κλίμα ευφορίας έχει περάσει και στην τηλεόραση, αν και αρκετά νωρίς για μεγάλες αλλαγές. Ωστόσο, η τοποθέτηση του Δημήτρη Χορν στη θέση του διευθυντή του τότε ΕΙΡΤ από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός.

Μέσα σ’ αυτή την εορταστική ατμόσφαιρα, ο παραγωγός Δημήτρης Ποντίκας προτείνει στη διοίκηση του ΕΙΡΤ τη «Γυφτοπούλα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η μετάδοση από το ίδιο κανάλι των «Εμπόρων των εθνών» είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία κι έκρινε ότι υπήρχε πρόσφορο έδαφος για την τηλεοπτική διασκευή ενός άλλου έργου που έγραψε ο «κοσμοκαλόγερος» των ελληνικών γραμμάτων.

Ωστόσο, η πρότασή του απορρίφθηκε, καθώς οι υπεύθυνοι έκριναν ότι ένας δεύτερος «σερί» Παπαδιαμάντης θα έπεφτε «βαρύς» σε μια χώρα που γιόρταζε και πανηγύριζε την ελευθερία της. Έτσι, απευθύνθηκε στην ΥΕΝΕΔ και βρήκε ορθάνοιχτες πόρτες.

Έτσι, τη Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 1974 στις 20:45, μεταδόθηκε το πρώτο επεισόδιο της «Γυφτοπούλας», ενάμιση μήνα μετά το τέλος των «Εμπόρων» και δυο εβδομάδες πριν τις πρώτες μεταδικτατορικές βουλευτικές εκλογές.

Από την πρώτη στιγμή, η σειρά έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και σημείωσε υψηλή τηλεθέαση, η οποία διατηρήθηκε αμείωτη ως το 48ο και τελευταίο επεισόδιο, που βγήκε στον αέρα τη Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 1975.

Τη διασκευή και τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο Παύλος Μάτεσις, ενώ πρωταγωνιστούσε ένας μεγάλος αριθμός ηθοποιών που συμμετείχαν και στους «Εμπόρους», όπως η Κατερίνα Αποστόλου, ο Νίκος Τζόγιας, η Μαρία Αλκαίου, ο Νίκος Λυκομήτρος, ο Λάζος Τερζάς κ.α.

gyftopoula_2017_09_002

Το απίθανο της υπόθεσης, είναι ότι ολόκληρη η σειρά σώζεται στο αρχείο της ΕΡΤ και είναι η παλαιότερη που έτυχε αυτής της «τιμής». Πρόκειται περί θαύματος, καθώς όλες οι προηγούμενες έχουνε διαγραφεί, όπως και αρκετές μεταγενέστερες. Επιπλέον, είναι η πρώτη στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης που μεταδόθηκε σε επανάληψη, από τις 19 Ιουλίου 1976 ως τις 10 Μαΐου 1977.

Έκτοτε, την είδαμε αρκετές φορές, αλλά έχουνε περάσει 23 χρόνια από την τελευταία μετάδοσή της. Τούτο, προκαλεί εύλογα ερωτήματα αναφορικά με το σε τι κατάσταση βρίσκεται στο αρχείο. Πάντως, επισήμως δεν έχει σβηστεί και υπάρχουν όλα τα 48 επεισόδια των 45 λεπτών…

Η υπόθεση

Η ιστορία εξελίσσεται στο Μιστρά, περίπου ένα μήνα πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία πλησιάζει στο τέλος της. Ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός (Νίκος Τζόγιας), φιλόσοφος, πολιτικός και η μεγαλύτερη πνευματική φυσιογνωμία της εποχής, αγωνίζεται να διαφυλάξει το πνεύμα του αρχαίου ελληνισμού για τις επερχόμενες γενιές.

Σε τούτη την προσπάθειά του, έρχεται αντιμέτωπος με τους εκπροσώπους του σκοταδισμού, που θεωρούν ειδωλολατρικό κάθε τι ελληνικό, αλλά και τους Φράγκους, τους οποίους δε συμφέρει να ξυπνήσει η εθνική συνείδηση των Ελλήνων. Γι’ αυτό, συκοφαντούν τον Πλήθωνα στον απλό κόσμο και τον παριστάνουν ως μάγο και αγύρτη.

Την εποχή που ο φιλόσοφος γύριζε τις πολιτείες της Ανατολής για να διευρύνει τις γνώσεις του, κουβαλούσε μαζί του κι ένα μικρό κοριτσάκι, που κάποιοι πίστευαν ότι ήταν η κόρη του και άλλοι πριγκιποπούλα του Βυζαντίου.

Κάποτε βρέθηκε στη Ρόδο κι έπεσε σε φράγκικη ενέδρα, οπότε πάνω στην απελπισία του έριξε το κοριτσάκι στο γκρεμό, ώστε να μη πέσει σε ξένα χέρια. Αργότερα κι όταν γλίτωσε, έμαθε ότι το παιδί ήτανε ζωντανό, αλλά βρισκόταν στην Πελοπόννησο, όπου το είχανε φυγαδεύσει οι εχθροί.

Φτάνουμε λοιπόν ένα μήνα πριν την πτώση της Βασιλεύουσας και συναντάμε τον Πλήθωνα λίγο έξω από το Μιστρά, ως σύμβουλο στο παλάτι. Έχει λόγους να πιστεύει ότι το κοριτσάκι του ζει εκεί κοντά, σ’ ένα σιδεράδικο με μιαν οικογένεια γύφτων, οι οποίοι την έχουνε σαν κόρη τους και τη φωνάζουν Αϊμά (Κατερίνα Αποστόλου). Έτσι, αναθέτει στον έμπιστο υπασπιστή του Θεόδωρο (Νίκος Λυκομήτρος) να εξακριβώσει την αλήθεια.

Η ζωή της αλαφροΐσκιωτης και σιωπηλής κοπέλας ήδη είναι δύσκολη, καθώς έχει ν’ αντιμετωπίσει την προκατάληψη των ντόπιων έναντι των γύφτων, οι οποίοι σε κάθε ευκαιρία την κοροϊδεύουν, την κυνηγούν και γενικότερα της δημιουργούνε προβλήματα.

Όμως, έχει ως προστάτη της το Μάχτο (Γιάννης Λαμπρόπουλος), τον έναν από τους δύο γιους των γύφτων. Ο άλλος είναι ο ήσυχος και λίγο αφελής Βούγκος (Νικήτας Αστρινάκης), ενώ γονείς τους έχουνε τον Πρωτόγυφτο (Λάζος Τερζάς) και τη Γύφτισσα (Ντόρα Σιμοπούλου).

Ο Μάχτος λοιπόν, αγαπά την Αϊμά μ’ ένα τρόπο που ξεφεύγει από την αγνή αδερφική αγάπη. Μάλιστα, όταν ο Θεόδωρος πλησιάζει την οικογένεια και πιάνει φιλίες με τον πατέρα του, καταλαβαίνει ότι το κάνει για την κοπέλα και πιέζει τη μητέρα του να του αποκαλύψει αν αυτή είναι πραγματική αδελφή του.

gyftopoula_2017_09_005

Κάποια στιγμή, το κορίτσι θα επιχειρήσει να ξεφύγει από μια ζωή γεμάτη ταπεινώσεις κι αποφασίζει να φύγει από το σπίτι των γύφτων, ώστε να μη τους γίνεται βάρος. Όμως, ο Μάχτος θα βρεθεί και πάλι κοντά της και θα την προστατέψει.

Στην πορεία, ο Θεόδωρος θα ταχθεί με το αντίπαλο στρατόπεδο και θ’ αγοράσει την Αϊμά από τον Πρωτόγυφτο, κλείνοντας την σε μοναστήρι. Εκεί, θα υποστεί φρικτά βασανιστήρια από την ηγουμένη (Νεφέλη Ορφανού), ωστόσο ο Μάχτος θα είναι εκείνος που θα τη σώσει.

Η συνάντησή της με τον Πλήθωνα θα ταράξει τη ζωή της κι εκείνος προσπαθεί να θυμηθεί αν στο πρόσωπό της βλέπει το κοριτσάκι που κάποτε πέταξε στο γκρεμό. Με τον καιρό θα βεβαιωθεί πλήρως, ενώ ο Μάχτος, ξέροντας πια ότι δεν είναι αδελφή του, θα της ζητήσει να παντρευτούν.

Η οικογένεια των γύφτων αλλά και ο Πλήθων θα κρατήσουν έντονη αρνητική στάση στην επιθυμία των παιδιών, τα οποία θα φύγουνε και θα κρυφτούνε σε μια σπηλιά. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, οι αντιρρήσεις θα καμφθούν και η Γύφτισσα θα τρέξει να τα βρει, όμως εκείνη τη στιγμή θα γίνει ένας μεγάλος σεισμός, η σπηλιά θα γκρεμιστεί και μέσα στα χαλάσματα οι δυο νέοι θα βρουν τραγικό θάνατο…

Ωστόσο, στην τελευταία σκηνή της σειράς, βλέπουμε το Μάχτο και την Αϊμά στη σύγχρονη εποχή, κάτι που ίσως σημαίνει ότι οι ψυχές τους μετενσαρκώθηκαν σε άλλα δύο ερωτευμένα παιδιά.

Πάντως, ούτε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης ξεκαθαρίζει την προέλευση της κοπέλας. Δηλαδή, δεν ξέρουμε ούτε αν ήτανε κόρη του Πλήθωνα, ούτε αν υπήρξε γόνος βασιλικής οικογένειας του Βυζαντίου…

Το καστ

Έχω την αίσθηση ότι αν ο «κοσμοκαλόγερος» των γραμμάτων μας είχε τη δυνατότητα να επιλέξει τα πρόσωπα που θα ενσάρκωναν τους ήρωες του μυθιστορήματός του, θα επέλεγε ακριβώς εκείνα που είδαμε στη μικρή οθόνη.

Ο Νίκος Τζόγιας ήταν εξαιρετικός στο ρόλο του, έχοντας ως μεγάλα προσόντα την εμπειρία, την υποκριτική ικανότητα και το ανάλογο παράστημα που χρειαζόταν ώστε να υποδυθεί τον Πλήθωνα. Αυτά τα στοιχεία τον βοήθησαν εξίσου και στον προηγούμενο «παπαδιαμαντικό» χαρακτήρα που έπαιξε, τον Ιωάννη Μούχρα στους «Εμπόρους των εθνών».

gyftopoula_2017_09_006

Δεν πάει πίσω και η Κατερίνα Αποστόλου, η οποία ήδη είχε δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής ως Αυγούστα στο έργο που προαναφέραμε. Ήταν ιδανική για το ρόλο της Αϊμάς, καθώς συνδύαζε το μεγάλωμά της σε σπίτι γύφτων το οποίο της προκάλεσε πολλά προβλήματα και προσβολές, με την αρχοντιά και την ευγένεια, που προφανώς είχε από την καταγωγή της.

Το πιο τρομακτικό και αποκρουστικό πρόσωπο της σειράς, ήταν η Εφταλουτρού. Μια ζητιάνα που ήτανε το φόβητρο του χωριού, καθώς είχε και ιδιότητες μάγισσας. Ήτανε ντυμένη έτσι ώστε να θυμίζει σκιάχτρο ή κοράκι και είχε το ύφος περισσότερο μισοπεθαμένου τέρατος, παρά ανθρώπου.

Την υποδύθηκε με μοναδικό τρόπο, μαεστρία και ανάλογη…φρικτή αμφίεση η σπουδαία Μαρία Αλκαίου, ειδική σε ρόλους έργων του Παπαδιαμάντη. Ας μη ξεχνάμε ότι συμμετείχε και στους «Εμπόρους», ενώ λίγο πριν την έναρξη της «Γυφτοπούλας», είχε πρωταγωνιστήσει στην κινηματογραφική μεταφορά της «Φόνισσας» του ίδιου συγγραφέα…

gyftopoula_2017_09_007

Από εκεί και πέρα, εκείνος που κέρδισε τη συμπάθεια του κοινού (κυρίως του γυναικείου…), ήταν ο Γιάννης Λαμπρόπουλος. Ένα νέο παιδί τότε, στην πρώτη τηλεοπτική εμφάνισή του, κατάφερε ν’ αποδώσει εξαιρετικά τον πονόψυχο και γεμάτο αγάπη για την «αδελφή» του Μάχτο και δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί τον φώναζαν έτσι ακόμα και στο δρόμο. Δυστυχώς, δεν είχε μεγάλη πορεία στο χώρο και οι εμφανίσεις του από εκεί και πέρα ήτανε μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού…

Εξαιρετικά πειστικοί στους ρόλους τους οι Νίκος Λυκομήτρος, Λάζος Τερζάς και Ντόρα Σιμοπούλου, ενώ εκτός των ήδη αναφερθέντων ηθοποιών, συμμετείχαν και οι Ακτή Δρίνη (μοναχή Πία), Ντίνος Δουλγεράκης (Κατούνας, ο ταβερνιάρης του χωριού), Ράνια Οικονομίδου (Παναγία), Μάτα Βερούτη (Κλάρα), Στέφανος Παλαντζάς (Ριτσιάνι), Φιλιώ Κουλαξή (μοναχή Ευμορφία), Γιώργος Καραφάς (Γκέκας), Γιώργος Μπάρτης, Γιώργος Βασιλείου (ο αείμνηστος «ταξίαρχος Θεοχάρης» του Νίκου Φώσκολου) κ.α.

Σχόλιο

Πέρασαν σχεδόν 25 χρόνια από τότε που είδα για τελευταία φορά τη «Γυφτοπούλα» και είχα εντυπωσιαστεί από το γεγονός ότι με πολλές δυσκολίες και με τόσα λίγα μέσα, εκείνοι που δούλεψαν γι’ αυτήν κατάφεραν να παρουσιάσουν ένα τόσο καλό αποτέλεσμα.

Ιδανική διασκευή και σκηνοθεσία από τον Παύλο Μάτεση, γυρίσματα σε ειδικά διαμορφωμένους εξωτερικούς χώρους, πολύ ωραία «γκρο-πλαν» των πρωταγωνιστών, εξαιρετικά σκηνικά του Μίνωα Αργυράκη και κοστούμια της Μάγκυς Ασβεστά, αλλά και η υποβλητική (και ολίγον…τρομακτική) μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου, συνέθεσαν μια «χρυσή» στιγμή στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης, η οποία ευτυχώς έχει διασωθεί…

Θα κλείσω τούτο το αφιέρωμα, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή οι σημερινοί υπεύθυνοι της ΕΡΤ θ’ αποφασίσουνε την επανάληψη της σειράς. Και να είναι σίγουροι ότι πολύς κόσμος θα γυρίσει την πλάτη σ’ όλα αυτά τα έμψυχα και άψυχα σκουπίδια, τα οποία έχουνε βρωμίσει τη μικρή οθόνη και θα την παρακολουθήσει και πάλι, ή για πρώτη φορά…

* Οι φωτογραφίες προέρχονται από τεύχη του περιοδικού “Ραδιοτηλεόραση”, που υπάρχουν στο αρχείο του συντάκτη της στήλης.

———–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση