Ασπρόμαυρα κι έγχρωμα: “Το μπουρίνι”

aspromavra_egxrwma_logo_500

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης 

Τηλεοπτικές στιγμές που μας έκαναν να γελάσουμε, να κλάψουμε, να μελαγχολήσουμε, να ταυτιστούμε με τους ήρωες και να πάσχουμε μαζί τους. Πόσα συναισθήματα δε γέννησαν σε όλους μας αξέχαστα σίριαλ της μικρής οθόνης. «Ασπρόμαυρα κι έγχρωμα», άφησαν το σημάδι τους στο μυαλό και στην καρδιά μας και τα θυμόμαστε με νοσταλγία μέσα σ’ αυτό το άθλιο τηλεοπτικό τοπίο του σήμερα…

Αυτή η στήλη λοιπόν, από φέτος κάθε εβδομάδα, θα σας παρουσιάζει εναλλάξ μία σειρά και μία εκπομπή που έγραψαν τη δική τους ξεχωριστή ιστορία στην ασπρόμαυρη ή στην έγχρωμη τηλεόραση στα πρώτα 20 χρόνια πορείας της. Φιλοδοξία της, να σας θυμίσει μοναδικές κι ανεπανάληπτες στιγμές που δε θα σβήσουν ποτέ ο χρόνος και η μνήμη!

———————————————–

H δεκαετία του ’80, πέραν της έγχρωμης εικόνας που έφερε στους δέκτες της εγχώριας μικρής οθόνης, σήμανε και την αλλαγή τακτικής ως προς τη χρονική διάρκεια των σίριαλ. Έτσι, εξέλειψαν οριστικά φαινόμενα τύπου «Γειτονιάς», «Μεθοριακού σταθμού» και «Λούνα παρκ», που κράτησαν από πέντε έως επτά χρόνια και οι τηλεοπτικές σειρές είχαν πλέον περιορισμένο αριθμό επεισοδίων. Συνήθως το πολύ δύο κύκλους, ο καθένας εκ των οποίων αποτελείτο από δεκατρία επεισόδια.

Η μόνη εξαίρεση της εν λόγω περιόδου, ήταν «Τα καθημερινά» του Γιάννη Δαλιανίδη, που υπερέβησαν τα ογδόντα και διήρκεσαν λίγο παραπάνω από ένα χρόνο…

Με την είσοδο του δεύτερου μισού της δεκαετίας και ειδικότερα το 1987, υπήρξε το φαινόμενο των «μίνι» σειρών, οι οποίες περιλάμβαναν από πέντε ως το πολύ επτά επεισόδια. Έτσι, δινόταν η δυνατότητα της εναλλαγής των σίριαλ, αφού τελείωνε το ένα και άρχιζε το άλλο, με σκοπό τη διαρκή ανανέωση του ενδιαφέροντος των τηλεθεατών.

Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσεται και «Το μπουρίνι», από τα πιο γνωστά και δημοφιλή μυθιστορήματα του Μ. Καραγάτση. Διασκευάστηκε τηλεοπτικά από τον Αντώνη Σιμιτζή, σκηνοθετήθηκε από το Γιάννη Διαμαντόπουλο και μεταδόθηκε από την ΕΡΤ-2 σε πέντε κινηματογραφημένα επεισόδια των 50 λεπτών, από την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 1987, ως τις 4 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς…

Τα γυρίσματα -κυρίως σε εξωτερικούς χώρους- έγιναν στον Σχοινιά, στο Κάτω Σούλι και στην Κωπαΐδα και η σειρά είχε ως θέμα την επιβολή του «νόμου» των ισχυρών και πλούσιων τσιφλικάδων στους φτωχούς κολίγες, οι οποίοι έπρεπε να παραμείνουν σκλάβοι και να μη μπορέσουν να σηκώσουν κεφάλι.


Η υπόθεση

Βρισκόμαστε στη Θεσσαλία των αρχών του 20ού αιώνα, όταν μόλις είχαν φύγει οι Τούρκοι και τα τσιφλίκια τους περνούσαν σε ελληνικά χέρια. Ο ομογενής Πήτερ Χατζηθωμάς (Γιάννης Βόγλης) που ζει στο Λονδίνο, πείθεται ν’ αγοράσει κάποιο απ’ αυτά εντελώς στην τύχη κι έρχεται στην Ελλάδα για να το εκμεταλλευτεί.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, συναντά στη Μασσαλία μια κοπέλα ελευθερίων ηθών, την Οντέτ Μαρτέν (Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου) και την παίρνει μαζί του. Όταν φθάνει στο τσιφλίκι του, τον υποδέχονται οι υποστατικοί του προηγούμενου τσιφλικά, με επικεφαλής τον Κώστα Γκούντη (Χρήστος Καλαβρούζος) και την οικογένειά του, η οποία αποτελείται από τη σύζυγό του (Τούλα Σταθοπούλου) και τα δυο παιδιά τους, το Νάσο (Διονύσης Ξανθός) και τη Ζωγράφω (Τατιάνα Παπαμόσχου).

Από εκεί και πέρα, η ιστορία εξελίσσεται με βάση αυτά τα πρόσωπα. Η Οντέτ πολύ γρήγορα αρχίζει να πλήττει, καθώς ο Χατζηθωμάς βρίσκεται όλη μέρα στο κυνήγι. Θα βρει διέξοδο στο νεαρό Νάσο, με τον οποίο συνδέεται ερωτικά, φυσικά κρυφά από τον τσιφλικά.

Στο μεταξύ, ο Γκούντης ζητά από το αφεντικό του να του δώσει λιγότερη σοδιά, καθώς η κόρη του είναι άρρωστη και τα έξοδα είναι πολλά. Ο Χατζηθωμάς τελικώς δέχεται να μη του πάρει καθόλου τη σοδιά, αλλά του ζητάει να πάρει τη Ζωγράφω για δούλα στο τσιφλίκι του. Ο φτωχός κολίγος δέχεται κι από εκεί και πέρα αρχίζει το δράμα.

to_mpourini_ert_004

Η Οντέτ εξακολουθεί να συναντιέται με το Νάσο και οι δυο τους ερωτεύονται, ενώ παράλληλα ο τσιφλικάς καλοβλέπει τη νεαρή υπηρέτριά του. Έτσι, κάποιο βράδυ που ξεσπά ένα άγριο μπουρίνι, μπαίνει στο δωμάτιό της και τη βιάζει, ενώ στη συνέχεια ανακαλύπτει ότι η ερωμένη του λείπει από το τσιφλίκι.

Βεβαίως, εκείνη βρίσκεται με το γιο του κολίγα και δε γνωρίζει ότι ο Χατζηθωμάς έχει βγει ψάχνοντας να τη βρει. Κάποια στιγμή, τη βλέπει από μακριά να χωρίζει με το Νάσο και να επιστρέφει τρέχοντας στο κονάκι. Δεν ανέχεται την προσβολή και τη σκοτώνει εν ψυχρώ πυροβολώντας την, χωρίς αυτή ν’ αντιληφθεί το παραμικρό.

Την ίδια στιγμή, η Ζωγράφω επιστρέφει εξαντλημένη στο σπίτι της και πεθαίνει από ακατάσχετη αιμορραγία. Όταν ο Νάσος ακούει από τη μάνα του ότι ο τσιφλικάς ευθύνεται για το θάνατό της, τυφλωμένος από μίσος πηγαίνει για να πάρει εκδίκηση. Ωστόσο, στην προσπάθειά του να σκοτώσει το Χατζηθωμά τραυματίζεται απ’ αυτόν και στη συνέχεια συλλαμβάνεται από τους χωροφύλακες για απόπειρα δολοφονίας.

Όμως, τα δεινά για το παλικάρι αρχίζουν όταν βρίσκεται στην τσέπη του ένα δαχτυλίδι, που του είχε χαρίσει η Οντέτ και πλέον κατηγορείται ότι τη δολοφόνησε για να τη ληστέψει. Έτσι, οδηγείται στη φυλακή και ορίζεται δικάσιμος, ενώ ο τσιφλικάς συζητά με άλλους ομολόγους του το πώς θα κλείσει το θέμα, χωρίς να εκτεθεί ο ίδιος.

Στη δίκη που γίνεται, ένας νεαρός δικηγόρος με προοδευτικές ιδέες (Σπύρος Παπαδόπουλος) προσπαθεί να τον σώσει, διαπιστώνοντας ότι όλες οι κατηγορίες που τον βαρύνουν δεν έχουν την παραμικρή βάση. Όμως, όταν φτάνει στο σημείο να κατηγορήσει το Χατζηθωμά ως δολοφόνο, τότε επιστρατεύονται «τα μεγάλα μέσα». Οι ένορκοι, οι οποίοι είναι όλοι τσιφλικάδες και μεγαλέμποροι, δε δέχονται να κατηγορηθεί ένας «δικός τους» από τον κολίγα του και καταδικάζουν το Νάσο σε θάνατο.

Στο μεταξύ, ο Γκούντης μαθαίνει από τη γυναίκα του ότι δεν είναι πατέρας ούτε του Νάσου, ούτε της Ζωγράφως, καθώς του λέει ότι τα έκανε με δύο Τούρκους στους οποίους δούλευε ως υπηρέτρια πριν παντρευτούν.

Εν τέλει, παρά το γεγονός ότι η αθωότητα του Νάσου είναι αναμφισβήτητη, οδηγείται στο απόσπασμα κι εκτελείται, αφού ουδείς τολμά ν’ αγγίξει τους πανίσχυρους τσιφλικάδες…


Το καστ

Η τηλεοπτική μεταφορά του «Μπουρινιού» είχε την τύχη να περιλαμβάνει εκλεκτούς πρωταγωνιστές, ιδανικούς για τους ρόλους που κλήθηκαν να υποδυθούν. Ο Γιάννης Βόγλης θυμίζει ως ένα βαθμό τον τσιφλικά Ρήγα Χορμόβα, που ενσάρκωσε στο ανεπανάληπτο κινηματογραφικό έργο «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο». Τρόπον τινά, θα μπορούσε να είναι ο ίδιος, κάποια χρόνια μεγαλύτερος…

Ο Χρήστος Καλαβρούζος ήδη είχε δώσει άριστα διαπιστευτήρια παίζοντας χαρακτήρες αδικημένων εργατών (όπως λ.χ. στα «Λαυρεωτικά» το 1982) και αποδίδει μοναδικά τον κολίγα Γκουντή, ενώ εξαιρετική είναι και η Τούλα Σταθοπούλου, μια ηθοποιός με σπάνια ερμηνευτικά προσόντα, τα οποία είχαμε δει σε όλο το μεγαλείο τους στην «Τιμή της αγάπης» της Τώνιας Μαρκετάκη, το 1984.

Από κοντά και η Τατιάνα Παπαμόσχου, ενώ πολύ καλοί είναι και οι Διονύσης Ξανθός και Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου.

Εκτός των προαναφερθέντων, συμμετείχαν μεταξύ άλλων και οι Νίκος Κούρος (πρόεδρος του δικαστηρίου), Δημήτρης Καμπερίδης (ιατροδικαστής), Τώνης Γιακωβάκης (τσιφλικάς κι ένορκος στη δίκη του Νάσου), Δημήτρης Τζουμάκης (επιστάτης) κ.α. Ιδιαίτερη μνεία, αξίζει να γίνει στην εμφάνιση του αξέχαστου Νικόλα Άσιμου, στο ρόλο του ιερέα

Σχόλιο

Έχω τη γνώμη ότι «Το μπουρίνι» είναι από τις καλύτερες τηλεοπτικές μεταφορές λογοτεχνικών έργων στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Γυρισμένο σε φυσικά τοπία και πιστό ακόμα και στις πιο μικρές λεπτομέρειες των συνθηκών της εποχής, μεταφέρει νοερά τον τηλεθεατή στη Θεσσαλία των αρχών του 20ού αιώνα, όταν ακόμα οι κολίγες δε λογίζονταν καν ως ανθρώπινα όντα και ήταν υπό τη δικαιοδοσία του τυράννου τσιφλικά.

Παράλληλα, περιέχει κι ένα μήνυμα που δυστυχώς είναι διαχρονικό και φτάνει μέχρι και τις ημέρες μας. Το «δίκιο» των δυνατών είναι πάντα εκείνο που επικρατεί και οι εκάστοτε «άρχοντες» της κοινωνίας, προσπαθούν να κρατήσουν τα κεκτημένα τους καταλύοντας κάθε έννοια δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας των ανθρώπων που δεν έχουν τη δυνατότητα ν’ αντισταθούν. Κι όπως λέει ο σοφός λαός μας, «το μεγάλο ψάρι πάντα τρώει το μικρό». Δυστυχώς…

Επίσης, να πούμε ότι στο σενάριο συνεργάστηκαν και οι Στάθης Βαλούκος, Βασίλης Σπηλιόπουλος και ο σκηνοθέτης Γιάννης Διαμαντόπουλος, η διεύθυνση παραγωγής ήταν της Μπέσσυ Βουδούρη και η μουσική του Διονύση Τσακνή.

to_mpourini_ert_002

* Οι φωτογραφίες προέρχονται από τεύχη του περιοδικού “Ραδιοτηλεόραση”, που υπάρχουν στο αρχείο του συντάκτη της στήλης.

———–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση