Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου και του Μίκη Θεοδωράκη, 82 χρόνια μετά…

Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Στο μακρινό Μάη του 1936 έγινε στην πατρίδα μας μια από τις γνωστότερες προπολεμικές απεργίες. Αναφερόμαστε φυσικά στην κινητοποίηση των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη όταν οι εξαθλιωμένοι απεργοί ζητούσαν αύξηση των πενιχρών ημερομισθίων τους. Μαζί τους ενώθηκαν και άλλες εργατικές τάξεις και η απεργία εξελίχθηκε σύντομα σε πανεργατική. Στις 9 Μαΐου έλαβε χώρα μια εντυπωσιακή διαδήλωση με χιλιάδες ανθρώπους να προχωρούν προς το Διοικητήριο της πόλης. Οι Κρατικές αρχές (Κυβέρνηση Ιωάννη Μεταξά λίγους μήνες πριν επιβληθεί το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου) έδωσαν διαταγή στη Χωροφυλακή να χτυπήσει τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δώδεκα άνθρωποι και να τραυματιστούν πολλοί περισσότεροι. Πρώτος νεκρός  αυτής της πορείας ήταν ο οδηγός Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης. Την επομένη ημέρα, Κυριακή 10 Μαΐου, ο Ριζοσπάστης είχε στο πρωτοσέλιδό του  φωτογραφία με την τραγική μάνα του Τάσου Τούση να θρηνεί πάνω στη σορό του αδικοχαμένου γιου της.

epitafios_002

Η δραματική αυτή απεικόνιση συγκλόνισε τον Γιάννη Ρίτσο και τον ενέπνευσε να γράψει σε δύο μερόνυχτα τον Επιτάφιο. Δύο μόλις ημέρες αργότερα, στις 12 Μαΐου 1936, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε τα τρία πρώτα ποιήματα της συλλογής και  τον Ιούνιο του ιδίου έτους  εξέδωσε και τα 20 συνολικά ποιήματα του έργου.

Η μελοποίηση

Το 1957 (όπως είχε αναφέρει ο ποιητής σε τηλεοπτική συνέντευξη και όχι το 1958 που είναι η κρατούσα άποψη) ο Γιάννης Ρίτσος έστειλε αντίτυπο του έργου στον Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι όπου διέμενε ο νεαρός τότε συνθέτης. Ένα βράδυ ο Μίκης με μια παρέα φίλων του και μελών της ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρακρατική Αριστερά) πήγαν σε ένα ελληνικό μπακάλικο της γαλλικής πρωτεύουσας για να αγοράσουν τα απαραίτητα για την πραγματοποίηση εκδήλωσης για τη συμβολική  οικονομική στήριξη του κόμματος ενόψει των επερχόμενων ελληνικών εκλογών. Ο Μίκης δεν εισήλθε στο κατάστημα και παρέμεινε στο αμάξι έχοντας μαζί του το αποσταλθέν αντίτυπο του Επιταφίου. Στο διάστημα αυτό και στο περιθώριο του βιβλίου έγραψε τη μουσική με την οποία επένδυσε τους στίχους του έργου και την έστειλε στον Ρίτσο. Ο ποιητής, όπως είχε δηλώσει σε συνέντευξή του, εντυπωσιάστηκε σε τρομερό βαθμό λέγοντας «Μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια τέτοια πλήρη αντιστοιχία με τη μουσική;» αφού έως τότε πίστευε ότι κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη η μία την άλλη. Τελικά παραδέχτηκε ότι η μουσική έγινε ο δρόμος για να φθάσει η ποίηση σε ανθρώπους που πιθανόν να μην την πλησίαζαν ποτέ.

ritsos_theodorakis_2018_05_001

Σημειωτέον ότι η ηχογράφηση του δίσκου δεν έγινε αμέσως αφού ο Μίκης διέμενε στο Παρίσι και έπρεπε να φθάσουμε στο  1960 για να προχωρήσει το έργο. Η αρχική σκέψη του Μίκη ήταν να τραγουδήσει  η Άννα Χρυσάφη. Όταν όμως  ξεκίνησαν οι πρόβες, η Νάνα Μούσχουρη, ακούγοντας τις μελωδίες, εκδήλωσε επιθυμία στο διευθυντή της Fidelity, Αλέκο Πατσιφά, να τα ερμηνεύσει η ίδια. Ο Μίκης, όταν ενημερώθηκε για την επιθυμία της,  δέχτηκε την πρόταση της τραγουδίστριας και έμενε μια λεπτομέρεια: να δώσει άδεια στη Μούσχουρη ο Χατζιδάκις για τον οποίο κυρίως τραγουδούσε η ανερχόμενη τότε τραγουδίστρια.  Ο αείμνηστος Μάνος συμφώνησε με τον όρο να ενορχηστρώσει και να διευθύνει ο ίδιος το έργο.

Ρήξη Μίκη με Μούσχουρη και έλευση Χιώτη – Μπιθικώτση

Παράλληλα με την ηχογράφηση του Επιταφίου, ο Νίκος Γκάτσος προμήθευσε τον Μίκη στίχους για δύο  τραγούδια που σημείωσαν τεράστια επιτυχία: την «Μυρτιά» (γραμμένο για την Μυρτώ,  σύζυγο του Θεοδωράκη) και το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου». Στα κομμάτια αυτά ερμηνεύτρια ήταν η Γιοβάννα με την κρυστάλλινη φωνή της (σ.σ. περισσότερες λεπτομέρειες για αυτή την ιστορία μπορείτε να βρείτε σε παλιότερο άρθρο του MusicCorner). Μαθαίνοντας  η Μούσχουρη ότι ο Θεοδωράκης είχε δώσει τραγούδι σε άλλη τραγουδίστρια, θύμωσε και αυτό ήταν η αρχή της ρήξης στη σχέση της με τον Μίκη. Ύστερα από το εν λόγω συμβάν  ο μεγάλος μουσουργός πήγε στην Columbia  του Τάκη Λαμπρόπουλου και ζήτησε επανηχογράφηση του έργου με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση με τον οποίο γνωρίζονταν από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 στη Μακρόνησο. Ο Λαμπρόπουλος αντέδρασε στο άκουσμα του Μπιθικώτση και αντιπρότεινε Στέλιο Καζαντζίδη, Πάνο Γαβαλά, Μαίρη Λίντα, Πόλυ Πάνου που ήταν δημοφιλέστεροι. Όμως ο Μίκης (ευτυχώς) επέμεινε στην άποψή του και επέβαλε τον Μπιθικώτση αφού είχε γνώση των φωνητικών δυνατοτήτων του.

Ως γνωστόν κλήθηκε ο κορυφαίος οργανοπαίκτης του μπουζουκιού και σπουδαίος λαϊκός συνθέτης Μανώλης Χιώτης για να ενισχύσει τον Μίκη και να τον βοηθήσει εν τέλει να εισαχθεί με τον καλύτερο τρόπο στη λαϊκή μουσική. Όταν γνωστοποιήθηκε ότι ο Μίκης ηχογραφούσε τον Επιτάφιο στην Columbia, εντάθηκε η προσπάθεια της Fidelity να κυκλοφορήσει πρώτη το δίσκο ενώ ο Θεοδωράκης δεν βιαζόταν αφού επιθυμούσε τέλειο αποτέλεσμα. Εξάλλου οι δυσκολίες του εγχειρήματος του Μίκη δεν ήταν ευκαταφρόνητες αφού για τους Χιώτη-Μπιθικώτση τα ακούσματα αυτά ήταν πρωτόγνωρα. Άλλωστε ο  Μπιθικώτσης είχε δηλώσει  ότι τα τραγούδια του Επιταφίου αρχικά δεν τους άρεσαν και αν δεν είχαν ακούσει το «Μάνα μου και Παναγιά» καθώς και τη «Μαργαρίτα Μαργαρώ», αμφότερα από την Πολιτεία Α’, που τους κίνησαν  το ενδιαφέρον, τότε πιθανότατα θα είχαν εγκαταλείψει την προσπάθεια για τον Επιτάφιο. Ήταν φυσικά απολύτως αναμενόμενο να χρειαστούν πολλές πρόβες για να αποδοθούν σωστά τα κομμάτια του Επιταφίου σύμφωνα με το πλάνο που είχε στο μυαλό του ο Μίκης.

epitafios_001

Για λόγους πληρότητας παραθέτουμε τα οκτώ τραγούδια που συνθέτουν το θρυλικό  έργο:

  1. Γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου (Πού πέταξε τ΄ αγόρι μου)
  2. Χείλι μου μοσκομύριστο
  3. Μέρα Μαγιού
  4. Βασίλεψες αστέρι μου
  5. Ήσουν καλός ήσουν γλυκός
  6. Στο παραθύρι στέκοσουν
  7. Να ‘χα  τ’ αθάνατο νερό
  8. Γλυκέ μου εσύ δεν χάθηκες

Αποδοχή της δεύτερης εκτέλεσης

Η αλήθεια είναι πως το αποτέλεσμα της ενορχήστρωσης του Χατζιδάκι δεν ήταν ιδιαιτέρως αρεστό  στον Μίκη, αφού ήταν συνειδητά εξευρωπαϊσμένη και αρκετά πομπώδης. Ήθελε κάτι  διαφορετικό το οποίο παρουσίασε στη δεύτερη εκτέλεση με Χιώτη-Μπιθικώτση. Όμως ακόμα και η δεύτερη ηχογράφηση δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Οι αντιδράσεις πάρα πολλές όχι μόνο από στενόμυαλους κριτικούς αλλά και από μέλη της διανόησης, ακόμα και της αριστερής, που υποστήριζαν ότι η ιερή ποίηση του Ρίτσου διασύρεται από ένα μουσικό όργανο των χασικλήδων και έναν τραγουδιστή των παρακατιανών λαϊκών κέντρων της νύχτας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο κριτικός της Αυγής έγραψε ότι “το ποίημα του Ρίτσου καταστράφηκε από τα χυδαία μπουζούκια και το μισόβραχνο τραγουδιστή“.

Παρ’ όλα αυτά ο  κόσμος αγκάλιασε την εκτέλεση αυτή και ο δίσκος σημείωσε, ίσως  απρόσμενα, πρωτοφανή επιτυχία αναγκάζοντας τους επικριτές να αρχίσουν να υποχωρούν σταδιακά. Ο ίδιος ο Μίκης είχε δηλώσει ότι ο δίσκος σώθηκε μόνο επειδή αγκαλιάστηκε από τη νεολαία. Έτσι για πρώτη φορά στη χώρα, ίσως και παγκοσμίως, είχαμε το εκπληκτικό φαινόμενο η υψηλή ποίηση να τραγουδιέται από πλατιά λαϊκά στρώματα.  Ο δε Μίκης με τον Χιώτη και τον Μπιθικώτση έγιναν πια πρωταγωνιστές στην ανυπολόγιστης σημασίας αλλαγή στο ελληνικό τραγούδι. Ουσιαστικά ο Επιτάφιος του Ρίτσου και του Μίκη ήταν το πάντρεμα ανάμεσα στην ελληνική λαϊκή μουσική και την ελληνική ποίηση το οποίο αφομοιώθηκε δημιουργικά από τις μάζες και όχι μόνο από μια ελίτ. Αναντίρρητα  αυτή η σύζευξη αποτέλεσε μια κοσμογονία που σηματοδότησε την είσοδο της ποίησης στον κόσμο της μουσικής δίνοντας το έναυσμα για μια σειρά μελοποίησης ποιητικών έργων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από την επιτυχία αυτού του πειράματος κρίθηκε σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της προσπάθειας, αφού αν η μελοποίηση του Επιταφίου είχε αποτύχει, τότε πιθανότατα η Ελληνική μουσική θα είχε ακολουθήσει άλλη οδό.  Επίσης, δεν είναι καθόλου υπερβολή να ισχυριστούμε ότι είναι το σημαντικότερο μεταπολεμικό  έργο  της Νεοελληνικής μουσικής που επέδρασε όσο κανένα άλλο στη μουσική εξέλιξη στην πατρίδα μας κατά τον προηγούμενο αιώνα.

Καταβολές της μουσικής του Επιταφίου

Ο Θεοδωράκης έχει μιλήσει πολλές φορές για το πώς οδηγήθηκε στο είδος της μελωδίας που έντυσε τα λόγια του Ρίτσου. Συγκεκριμένα είχε πει «Όταν διάβασα τον Επιτάφιο, άρχισα να γράφω τα τραγούδια αυθόρμητα και η μουσική βγήκε αυτή που βγήκε δηλαδή λαϊκή. Γιατί άραγε; Καταρχάς νομίζω από την ανάγκη να ακολουθήσω την ίδια διαδικασία με τον Ρίτσο. Καθώς παίρνει τους αρμούς, τα δυνατά στοιχεία από τα μοιρολόγια και τη δημοτική μας αξεπέραστη λυρική και επική ποίηση, θέλει να είναι συνάμα ο οποιοσδήποτε λαϊκός ποιητής, η οποιαδήποτε χαροκαμένη μάνα, η λαϊκή μούσα. Η τάση αυτή βοηθήθηκε αποτελεσματικά από τα προσωπικά μου βιώματα: καταγωγή, τρόπος ζωής, φίλοι, αγώνες, μόρφωση, κλπ. Δηλαδή θέλω να πω ότι οι ρίζες της μουσικής μου αγωγής βρίσκονται στα τραγούδια που μου έμαθε η μητέρα μου, στις εκκλησιές από την τρίτη δημοτικού έως την έκτη γυμνασίου και στα τραγούδια της γειτονιάς. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα ότι το λαϊκό τραγούδι δεν το είδα καθόλου απέξω αλλά ότι ήμουν βουτηγμένος μέσα του ως το κούτελο…».

Άλλωστε, όπως έχει δηλώσει ο Μίκης,  το πρώτο τραγούδι του Επιταφίου «Πού πέταξε τ’ αγόρι μου» είναι σαν μανιάτικο μοιρολόι και κυριαρχείται από το δημοτικό μοτίβο ενώ το «Ήσουν καλός ήσουν γλυκός» μοιάζει με τα Κρητικά ριζίτικα. Επίσης, το 6ο τραγούδι «Στο παραθύρι στέκοσουν» θυμίζει νησιώτικο ενώ στο 8ο και τελευταίο κομμάτι «Γλυκέ μου εσύ» διακρίνεται εκκλησιαστική μελωδία. Γενικά ο Επιτάφιος έχει πολλά Ελληνικά ακούσματα από τη μουσική των Επτανήσων και της Κρήτης έως τα Ρεμπέτικα. Απλώς με την είσοδο του Μανώλη Χιώτη έγινε πιο λαϊκός. Εν κατακλείδι το μουσικό έργο του Μίκη, χρησιμοποιώντας λαϊκούς χορευτικούς ρυθμούς, λαϊκά όργανα και λαϊκό τραγουδιστή πήγε κατευθείαν στο λαό που το δέχτηκε σαν κάτι εντελώς δικό του ανοίγοντας το  δρόμο σε μια καλλιτεχνική και πολιτιστική επανάσταση που σφράγισε το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Αναφορές

  • Το χρέος, Τόμος Γ’,  Μίκης Θεοδωράκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2010
  • Οδοιπορικό με τον Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννης Φλέσσας, Εκδόσεις Αιγόκερως, 1994
  • Εγώ ο σερ, Αυτοβιογραφία του Γρηγόρη Μπιθικώτση, εκδόσεις Κοχλίας, 2002
  • Εκπομπή «Στα άκρα», ΕΡΤ, συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη στη Βίκυ Φλέσσα, 2010
  • «Επιτάφιος, Μέρα Μαγιού», ΕΡΤ, συνέντευξη των Γιάννη Ρίτσου και Μίκη Θεοδωράκη, 1987
  • Αφιέρωμα του Ριζοσπάστη, 2012

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση