Για μια θεϊκή κωμωδία στο “Θέατρο Δανδουλάκη”!

Γράφει ο Γιάννης Τσούμαλης
Φωτογραφίες: Αθηνά Γκούμα

Αν κατέβαινε ο θεός στη γη, τί θα του λέγατε; Αν, μάλιστα, κατέβαινε με υπαρξιακά θέματα που ταλαιπωρούν τη ψυχολογία του, τι θα τον συμβουλεύατε; Κι αν, περισσότερο, ήθελε συνεπεία αυτών να καταστρέψει τον κόσμο κι εσείς –ως ψυχοθεραπευτής- είχατε μία μόνο ώρα να του αλλάξετε γνώμη, πώς θα τον αντιμετωπίζατε;


Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δύο συνέπειες μπορεί να προκαλέσει : ή μία εκ βαθέων φιλοσοφική συζήτηση με αιχμή των δοράτων εκάστου τη πίστη του περί το θείο ή αφόρητο γέλιο μέσα από μια σατυρική θεώρηση του φανταστικού αυτού σκηνικού. Αυτό έκανε και η Avant Gov στο έργο της αυτό καταστρώνοντας μια έξυπνη κωμωδία, που παίζεται τώρα στο «Θέατρο Δανδουλάκη», ύστερα από τη πετυχημένη πορεία του στη Θεσσαλονίκη. Κι όπως όλες οι έξυπνες κωμωδίες απαιτεί σοβαρότητα, ώστε να παρουσιαστεί σωστά.


Η Λίνα Ζαρκαδούλα χειρίστηκε πολύ καλά το έμψυχο υλικό που είχε απέναντί της καταφέρνοντας να αποδώσει το χιούμορ ως αστείο (και όχι ως γελοίο) και τις συγκινητικές στιγμές ως φυσική εξέλιξη των όσων συμβαίνουν  (και όχι ως δραματικά πυροτεχνήματα εμφορούμενα από σκοπό συναισθηματικής εκβίασης). Ο Γρηγόρης Βαλτινός ενσαρκώνει «θεϊκά» τον θεό καθώς δεν υπερβάλλει διόλου, κινείται πιο συγκρατημένα, χωρίς πομφώδεις χειρονομίες (γιατί ένας θεός είναι πιο μετρημένος στα κλασσικά του πρότυπα). Έχει εμφανές το βλέμμα της απορίας που βρίσκεται στα εγκόσμια καθώς κι εκείνη τη στάση σώματος που φανερώνει μεν μια αρχοντιά, αλλά από την άλλη μια αμηχανία λόγω της ενσάρκωσης του. Η ερμηνευτική τεχνική του Βαλτινού υπό τις οδηγίες της σκηνοθέτιδας μας αποκαλύπτει έναν θεό βιβλικό αρχικά, είρωνα, στοργικό, ανθρώπινο, αλλά και απόμακρο και βαθειά κωμικοτραγικό. Ως προς το τελευταίο, ας σημειωθεί και τούτο : προσόν των μεγάλων ηθοποιών είναι να προκαλούν το γέλιο στη κωμωδία όντας σοβαροί, ανεπιτήδευτοι και μετρημένοι, χωρίς υπερβολές. Άλλωστε ο ήρωας δε ξέρει ότι μαζί του γελούν. Ο καλός ηθοποιός, όπως εδώ ο Γ. Βαλτινός, χειρίζεται σοβαρά το κωμικό στοιχείο του ρόλου προσδίδοντας, όπου πρέπει τόνο τραγικότητας. Αυτό κάνει ο Γ. Βαλτινός εδώ, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά την υποκριτική του δεινότητα.


Η Κατερίνα Διδασκάλου είναι άξια ντάμα του στο χορό αυτό του παραλόγου.  Ερμηνεύει πειστικότατα τον άνθρωπο (και ύστερα τον ψυχίατρο), που έρχεται αντιμέτωπος με το θεό, τον άνθρωπο που πάσχει κι αυτός από τα δικά του καθημερινά, αλλά και βαθειά υπαρξιακά του προβλήματα κι εν τούτοις έχει κουράγιο να αντιμετωπίσει τον θεό. Η ερμηνεία της φανερώνει την τραγελαφική αμηχανία της ηρωίδας, που, ενώ πιστεύει στον δικό της, καταλήγει να συνδιαλέγεται με τον τελικά υπαρκτό θεό. Η κ. Διδασκάλου καταφέρνει, όμως, και κάτι πολύ πιο σημαντικό εδώ : έχοντας τον ρόλο του ανθρώπου, που βλέπει έναν θεό ηττημένο, δημιουργεί την ένταση στις σκηνές κορύφωσης και μέσω αυτής πάσχει και ο θεατής, χωρίς, βέβαια, να αγνοούμε το σκηνικό της ήμισυ με τον οποίο ταιριάζουν εξαιρετικά!


Ο Μίλτος Τσιάντος, που έχει τον ρόλο ενός παιδιού με νοητικό πρόβλημα, είναι αρκετά καλός και κάνει μια αξιολογότατη προσπάθεια. Η μουσική του Μίνου Μάτσα ξεχωρίζει και πάλι δημιουργώντας μαζί με τα σκηνικά του Διονύση Χριστοφιλογιάννη και τους φωτισμούς του Γιάννη Δρακουλαράκου την κατάλληλη ατμόσφαιρα για τη συνάντηση θεού κι ανθρώπου.


Για το τέλος κράτησα δυο παρατηρήσεις, η μία σκηνοθετική κι η άλλη με τη μορφή παραίνεσης : Κατά τη διάρκεια της παράστασης, της ψυχοθεραπείας δηλαδή, ψυχοθεραπευτής (άνθρωπος) και ασθενής ( θεός) αλλάζουν θέσεις και ο ένας παίρνει τη θέση του άλλου. Ποιός ψυχολογεί ποιον τελικά; Ακόμα παραπέρα, ποιός έχει ανάγκη ποιον; Γιατί γιατρός χωρίς ασθενή δε νοείται, αλλά και ασθενής χωρίς γιατρό δε θεραπεύεται. Κι οι δυο τους έχουν ανάγκη τον άλλον, όχι απλά ως αλάτι της ύπαρξής τους, αλλά ως συστατικό στοιχείο αυτής καθεαυτής της ύπαρξης. Ίσως να είχε δίκιο ο Βολταίρος όταν έλεγε πως «και αν ακόμα δεν υπάρχει θεός, θα πρέπει να τον εφεύρουμε».

Κατά δεύτερον και εν κατακλείδι, συμβουλεύω τους μέλλοντες θεατές του έργου να απεκδυθούν, κάθε σχετικής προκατάληψης και να δουν τον «θεό» χωρίς τον «θεό» τους, ώστε να απολαύσουν περισσότερο το έργο, το οποίο, αν και επιφανειακό σε ορισμένα σημεία, δε δυσαρεστεί συνολικά, γιατί έχει αποδοθεί εξαιρετικά με όλα τα δυνατά νοήματα του.


*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση


*