Γρηγόρης Μπιθικώτσης: το ξεκίνημα και η δεκαετία του 1950 (πριν τη συνεργασία με τον Μίκη)…

Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Σαν σήμερα, στις 11 Δεκεμβρίου 1922, γεννήθηκε ο μέγας Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ένας τραγουδιστής που σημάδεψε το Ελληνικό τραγούδι όσο ελάχιστοι. Ειδικά στην κατηγορία των ερμηνευτών και ιδιαιτέρως στο χώρο της έντεχνης μουσικής και της μελοποιημένης ποίησης ο Μπιθικώτσης κατέχει την πρωτοκορυφαία θέση, μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη, ύστερα από τις απαράμιλλες και αξεπέραστες ερμηνείες του στα έργα των ποιητών.

mpithikotsis

Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε την  καριέρα του Μπιθικώτση στις εξής κατηγορίες:

  • Περίοδος από το 1949 έως το 1960 δηλαδή από την ηχογράφηση του πρώτου τραγουδιού του.
  • Περίοδος 1960-1967 που σφραγίστηκε από τη συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη η οποία ολοκληρώθηκε το 1978 με το δίσκο «Οκτώβριος 1978».
  • Οι ερμηνείες του στα τραγούδια λαϊκών συνθετών όπως Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Καλδάρα, Μητσάκη, κ.α. καθώς και των «έντεχνων» Χατζιδάκι, Ξαρχάκου, Μούτση, Σπανού, Κουγιουμτζή κ.α. κατά τη δεκαετία του 1960 και αργότερα.
  • Οι πολυάριθμες δικές του συνθέσεις κυρίως από το 1967 και μετά στις οποίες οι περισσότεροι στίχοι ήταν του Κώστα Βίρβου.
  • Οι ερμηνείες του στα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη.

Για την  αξία και το έργο του Μπιθικώτση, ως συνθέτη και κυρίως ως ερμηνευτή,  έχουν αναφερθεί με τα κολακευτικότερα λόγια ποιητές, συνθέτες, τραγουδιστές και γενικότερα άνθρωποι της Τέχνης και του Πολιτισμού. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι ο Μπιθικώτσης είναι μία από τις κορυφογραμμές στο Ελληνικό τραγούδι με ανεκτίμητη προσφορά και γι’ αυτό το όνομά του έχει χαραχτεί ανεξίτηλα με ολόχρυσα γράμματα στη μουσική ιστορία του τόπου μας.  Με τη θεϊκή φωνή του σφράγισε εκατοντάδες τραγούδια που μπήκαν στις καρδιές όλων των Ελλήνων και θα τραγουδιούνται για πάντα.

Στο σημερινό αφιέρωμα, με αφορμή τη συμπλήρωση 96 χρόνων από τη γέννησή του, θα κάνουμε μια σύντομη αναφορά σε ορισμένες στιγμές της ζωής και της πορείας  του μέχρι το 1960 δηλαδή πριν  τη συνάντηση με τον Μίκη Θεοδωράκη που οδήγησε στη σημαντικότερη συνεργασία συνθέτη-τραγουδιστή στο Ελληνικό τραγούδι.

mpithikotsis_002

Η καταγωγή του ήταν από την Κάρυστο Ευβοίας αλλά τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο Περιστέρι, όπου γεννήθηκε ως το τελευταίο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Εκεί τελείωσε το δημοτικό σχολείο  και έμαθε την τέχνη του υδραυλικού ενώ παράλληλα προσπαθούσε να παίξει με την κιθάρα του μεγαλύτερου αδελφού του. Το πείσμα του μικρού Γρηγόρη και το ταλέντο του τον βοήθησαν να μάθει να παίζει κιθάρα ως αυτοδίδακτος. Στη διάρκεια της Κατοχής χρησιμοποίησε την τέχνη του οργανοπαίκτη για να μην πεινάσει ενώ είχε αρχίσει σιγά σιγά να τραγουδά.  Μετά την απελευθέρωση άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι το οποίο τελικά σημάδεψε τη συνολική πορεία του όσο κανένα άλλο μουσικό όργανο. Παράλληλα έκανε τις πρώτες απόπειρες να συνθέσει τραγούδια και το 1947 γράφει το πρώτο του τραγούδι  «Το καντήλι τρεμοσβήνει» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη το οποίο ηχογραφήθηκε δύο χρόνια αργότερα με ερμηνευτές  τον Μάρκο Βαμβακάρη και την Σούλα Καλφοπούλου.

Ο Μπιθικώτσης προερχόταν από τις τάξεις του λαϊκού τραγουδιού με έντονες  επιρροές από το ρεμπέτικο  και κυρίως από τον Πατριάρχη Μάρκο Βαμβακάρη. Αυτές οι καταβολές αναμφίβολα καθόρισαν την πορεία του σε μεγάλο βαθμό. Από εκείνα τα δύσκολα χρόνια  της δεκαετίας του 1940 είχε αδυναμία στα τραγούδια του Βαμβακάρη που τα άκουγε από τους δίσκους γραμμοφώνου ενώ πήγαινε πολύ συχνά στην ταβέρνα του Ηπειρώτη στο Περιστέρι όπου τραγουδούσε και έπαιζε ο Μάρκος. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Γρηγόρης, ακόμα κι όταν έφθασε στον κολοφώνα της δόξας του, πάντοτε αποκαλούσε τον Βαμβακάρη ως «Το δέντρο  της Ελληνικής λαϊκής μουσικής» και ως τον «Σωκράτη» της μουσικής μας αφού θεωρούσε ότι ο Μάρκος ήταν αυτός που επηρέασε στα ακούσματα τους μεγάλους λαϊκούς συνθέτες Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Χιώτη, Καλδάρα καθώς και τους Θεοδωράκη και Χατζιδάκι.

Στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, την οποία εκπλήρωσε στη Μακρόνησο στα χρόνια του Εμφυλίου, είχε αναλάβει τη δημιουργία  και λειτουργία ορχήστρας  για την ψυχαγωγία των αξιωματικών.

Κατά την παραμονή του στο κολαστήριο συνάντησε σε μια επίσκεψη τη βασίλισσα Φρειδερίκη η οποία βλέποντάς τον να παίζει με ένα σπασμένο μπουζούκι, στο οποίο είχε αντικατασταθεί η μία χορδή με σύρμα, τον ρώτησε «Τι είναι αυτό;» για να λάβει την απάντηση από τον Γρηγόρη «Το σύγχρονο όργανο που διασκεδάζει ο λαός, κυρία μου». Τότε η βασίλισσα διέταξε να δοθεί καινούργιο μπουζούκι στο νεαρό καλλιτέχνη.

Στην Μακρόνησο όμως το σημαντικότερο γεγονός ήταν η γνωριμία του με τον Μίκη Θεοδωράκη όταν κάποια ημέρα έκανε πρόβα σε ένα τραγούδι του Μητσάκη, «Το φανταράκι». Εκεί ο Γρηγόρης πρότεινε σε κάποια συγχορδία «Εδώ φα» και ακούει από ένα παιδί που ήταν ξαπλωμένο να λέει «Φα, πάει καλύτερα». Ο Γρηγόρης τον ρώτησε «Τι δουλειά κάνεις εσύ, ρε φίλε; Με τι ασχολείσαι;» για να λάβει την απάντηση «Σπουδάζω μουσική». Το παιδί αυτό ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης και αυτή ήταν η πρώτη συνάντηση δύο προσωπικοτήτων που άλλαξαν το Ελληνικό τραγούδι και του χάρισαν μερικές από τις κορυφαίες στιγμές του. Όπως αναφέρει ο Μπιθικώτσης στην αυτοβιογραφία του, ξανασυνάντησε τον Μίκη, κατά το διάστημα που ήταν στην Μακρόνησο. Συγκεκριμένα σε μία άδεια, όταν πήγαινε στην Αθήνα για να πάρει χορδές για τις κιθάρες και το μπουζούκι, ήταν στο ίδιο στρατιωτικό αυτοκίνητο με τον Θεοδωράκη και σε κάποιο σημείο στο Μαρκόπουλο έδωσε στον Μίκη λίγο νερό για να ξεδιψάσει αφού η ζέστη ήταν πολύ έντονη. Τη συνάντηση αυτή την έχει αναφέρει και  ο Μίκης σε συνεντεύξεις του.

Μετά το πέρας της στρατιωτικής θητείας ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική. Επιδόθηκε στη συγγραφή τραγουδιών και συνάμα δημιουργούσε δικά του συγκροτήματα με τα οποία εμφανιζόταν όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην επαρχία.

Μια από τις συνεργασίες του ήταν με τον Στέλιο Καζαντζίδη, το δημοφιλέστερο των  λαϊκών τραγουδιστών, για τον οποίο ο Γρηγόρης πάντα μιλούσε με τα καλύτερα λόγια. Συγκεκριμένα ο Καζαντζίδης ακολούθησε τον Μπιθικώτση σε κάποιες περιοδείες του στην επαρχία όπως σε Κιάτο και Σκάλα Λακωνίας όπως αναφέρεται στην αυτοβιογραφία του «Εγώ ο σερ».

Αναμφισβήτητα από τις πλέον σημαδιακές συνεργασίες του Γρηγόρη ήταν αυτή με τον Μάνο Χατζιδάκι. Ήταν άνοιξη του 1955 όταν άκουσε από ένα γραμμόφωνο στη διασταύρωση Σταδίου και Αιόλου δύο κομμάτια που τον εντυπωσίασαν, το «Γαρίφαλο στ’ αυτί» και το «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» σε μουσική Χατζιδάκι και στίχους Αλέκου Σακελλάριου.

Τότε ο Μπιθικώτσης ρώτησε το διευθυντή παραγωγής της COLUMBIA Νίκανδρο Μηλιόπουλο αν θα μπορούσε να τραγουδήσει  αυτά τα  τραγούδια. Ο Μηλιόπουλος αρχικά ήταν αρνητικός στο ενδεχόμενο αφού ο δίσκος, που είχε κυκλοφορήσει λίγους μήνες νωρίτερα, δεν είχε πάει καλά στις πωλήσεις. Ο Γρηγόρης όμως επέμενε να τα τραγουδήσει και ο Μηλιόπουλος τον παρέπεμψε στο συνθέτη για να συζητήσουν το ενδεχόμενο. Πράγματι ο Μπιθικώτσης βρήκε τον Χατζιδάκι και συμφώνησαν στην επανεκτέλεση. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο πιάνο έπαιζε ο ίδιος ο συνθέτης ενώ στο μπουζούκι ήταν ένας άλλος μύθος του Ελληνικού τραγουδιού, ο Βασίλης Τσιτσάνης. Μέσα σε λίγους μήνες από την κυκλοφορία του νέου δίσκου πουλήθηκαν 100 χιλιάδες αντίτυπα κάτι που τον κατέστησε έναν από τους πλέον ευπώλητους. Στη συνέχεια ο Γρηγόρης ερμήνευσε  μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες κι άλλα τραγούδια του Χατζιδάκι όπως «Είμαι αητός χωρίς φτερά», «Μίλησέ μου», «Χελιδόνι σε κλουβί», «Φιλντισένιο καραβάκι», κ.α.

Μία από τις κομβικές στιγμές όχι μόνο του Μπιθικώτση αλλά και για το Ελληνικό λαϊκό τραγούδι ήταν η ανακάλυψη της Πόλυς Πάνου. Συγκεκριμένα σε μια περιοδεία  με το συγκρότημά του στην Πάτρα το 1952, ο Γρηγόρης πήγε  σε ένα κουρείο στα Ψηλά Αλώνια. Ο κουρέας τον είδε στενοχωρημένο και ο Μπιθικώτσης εκμυστηρεύτηκε τον πόνο του αφού είχε φύγει η τραγουδίστρια από το συγκρότημα. Τότε ο κουρέας του πρότεινε ένα 12χρονο κορίτσι με καταπληκτική φωνή. Έτσι ο Γρηγόρης γνώρισε την Πόλυ Πάνου η οποία ξεκίνησε τη συνεργασία της μαζί του και εξελίχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες φωνές στο λαϊκό τραγούδι.

Μερικές από τις σημαντικότερες επιτυχίες του ως συνθέτης κατά τη δεκαετία του 1950 ήταν τα :

  • Άπονε τύραννε τι θα κερδίσεις με τη Ρένα Ντάλια
  • Απόψε ονειρεύτηκα με την Καίτη Γκρέι και τον Στέλιο Καζαντζίδη
  • Ξένο σπίτι, ξένες πόρτες με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη
  • Πήρα τη στράτα την κακιά με την Πόλυ Πάνου
  • Φεγγάρι χλωμό με τον Μανώλη Αγγελόπουλο
  • Το τρελοκόριτσο που το τραγούδησε ο ίδιος (ακούγεται αδιαλείπτως έως τις ημέρες μας σε κέντρα με λαϊκή και ρεμπέτικη μουσική).

Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1960 ξεκίνησε η συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη στα τραγούδια του Επιτάφιου του Γιάννη Ρίτσου και η πορεία του Μπιθικώτση άλλαξε άρδην αφού εκτοξεύτηκε στην κορυφή με τις  συγκλονιστικές  ερμηνείες του. Όμως το κεφαλαιώδους σημασίας θέμα  της μελοποιημένης ποίησης θα αποτελέσει τη βάση ενός άλλου αφιερώματος.

Αναφορές

Αυτοβιογραφία, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Εγώ ο Σερ, επιμέλεια Πάνος Γεραμάνης, Εκδόσεις Κοχλίας, 2002

 —————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here