Η Άννα Παντζέλη και η Λίνα Μαρκάκη, μας μιλούν για τον “Ένοικο” που… αναστάτωσε τις ζωές τους!

Γράφει η Μάρω Παναγή
Φωτογραφίες: Μάριος Γκούβας (& official)

Δύο γυναίκες ενσαρκώνουν μια άλλη, σχεδόν αντίθετη πλευρά του εαυτού τους.

Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα του έργου “Ο Ένοικος” της Άννας Παντζέλη, το MusicCorner.gr συνάντησε τη συγγραφέα και τη συμπρωταγωνίστριά της, Λίνα Μαρκάκη. Οι δύο ηθοποιοί μίλησαν μαζί μας για το έργο, τη συνεργασία τους, τους εαυτούς τους και μοιράστηκαν φοβίες και όνειρα.

pantzeli_markaki_2017_09_001

Ας αρχίσουμε με την κυρία Άννα…
Άννα Παντζέλη: Της μαμάς σου της μιλάς στον πληθυντικό;

Ωραία τότε… Πες μου λίγα λόγια για το έργο και τον ρόλο σου.
Α.Π: Το έργο είναι «Ο Ένοικος», ένα ψυχολογικό δράμα το οποίο διαδραματίζεται ανάμεσα σε δύο αδερφές. Η καθεμιά έχει τον δικό της χαρακτήρα, εντελώς διαφορετικό, αλλά τελικά, επειδή έχουν τα ίδια βιώματα, είναι καθρέφτες. Απλά αλλού μεγεθύνεται κάτι στη Στέλλα (Λίνα Μαρκάκη) και αλλού στη Μαρία (Άννα Παντζέλη). Τώρα θα πω για τη Μαρία, γιατί τη Στέλλα την έχει καταπληκτικά η Λίνα.
Λίνα Μαρκάκη: Ε καλά, τι θα ‘λεγες…
Α.Π: Δεν με έχεις ικανή να το πω; 16 χρόνια γνωριζόμαστε, από το «Κάτω από την Ακρόπολη» και δέσαμε. Της το είχα πει σαν ιδέα και δεν είχα σκεφτεί καν κάποια άλλη να κάνει τον ρόλο. Η πρώτη που σκέφτηκα ήταν η Λίνα. Την ήξερα, κατεβαίναμε μαζί από το Μενίδι… Σε δική μου δουλειά θα έπρεπε να είναι ένας άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης μου. Και που ξαναβρεθήκαμε ήταν μαγικό. Της έστειλα το έργο, το διάβασε και δέσαμε αμέσως.
Λ.Μ: Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος…
Α.Π: Λοιπόν, η Μαρία, ο δικός μου ρόλος είναι κόντρα. Είμαι χύμα και ήθελα λίγο αυτό το κρατημένο, το φοβισμένο. Κόντρα είναι και στη Λίνα ο ρόλος. Όχι πολύ βέβαια, αλλά ντρέπεται, ενώ στη σκηνή τον ρόλο της ντροπαλής τον κάνω εγώ.


Είναι ο ρόλος επηρεασμένος κι από δικές σου προσωπικές εμπειρίες;

Α.Π: Ήμασταν έξι παιδιά, έχουμε μείνει τέσσερα βέβαια. Είχαμε πολύ μεγάλο δέσιμο… Δεν είχα, όμως, επηρεαστεί από παρόμοια εμπειρία… Βλέπω, λοιπόν, πιο εύκολα πού υπάρχει το πρόβλημα με δύο αδερφές. Κάτι που μου ‘χε πει ο Ντίνος ο Ηλιόπουλος, ο αξέχαστος. Του έλεγα: «Μα Ντίνο μου, πώς κάνεις τόσο καλά, τον κακό;» Και μου είπε «Ο καλός μπορεί πολύ εύκολα να κάνει τον κακό και ο κακός τον καλό». Ο τσιγκούνης δεν μπορεί να κάνει τον τσιγκούνη γιατί δεν μπορεί να δει τον εαυτό του. Είναι πιο ενδιαφέρον να βρεις κάτι που δεν το ‘χεις. Ούτε η Λίνα έχει την προβολή, ούτε εγώ το μαζεμένο. Τα υπόλοιπα επί σκηνής γιατί υπάρχει ανατροπή. Ξεκινάει από ένα ταξίδι και πάει σε άλλα μονοπάτια. Η αφορμή είναι ένας φοιτητής που νοικιάζει το σπίτι, ο Μάρκος.

Ο οποίος όμως δεν εμφανίζεται…
Α.Π: Εμφανίζεται με έναν περίεργο τρόπο…

Άρα θα λέγαμε πως το έργο είναι γυναικεία υπόθεση, αλλά δεσπόζει η ανδρική φιγούρα. Ο τίτλος, άλλωστε, είναι «Ο Ένοικος».
Α.Π: Ναι. Βέβαια υπάρχει στον κινηματογράφο «Ο Ένοικος» του Χίτσκοκ, του Πολάνσκι… Θεατρικά δεν υπήρχε άλλος, λέω δεν πειράζει, θα είμαι η τρίτη… (γέλια)

Σκηνοθετείς και πρωταγωνιστείς…
Α.Π: Σκηνοθετώ… Ένα στήσιμο κάναμε… Κάτι έπρεπε να μπει στο πρόγραμμα. Είμαστε δύο άνθρωποι που ξέρουμε από θέατρο. Είμαστε μαζί… Δεν υπάρχει σκηνοθεσία…

Εσάς κυρία Μαρκάκη, έχουμε πολλά χρόνια να σας δούμε σε κάποιο καλλιτεχνικό δρώμενο. Τι σας κέντρισε σε αυτό το έργο;
Λ.M: Καταρχάς με κέρδισε το ότι το έχει γράψει η Άννα, με την οποία είμαστε φίλες από παλιά. Ξαφνικά έτσι, σε μια πολύ δύσκολη στιγμή της ζωής μου που ήμουν στο δωμάτιο μου, με παίρνει η Άννα τηλέφωνο και μου λέει «Έχω γράψει αυτό το έργο!». Με κέντρισε το γεγονός ότι είναι δύο αδερφές και υπάρχει μια πολύ αληθινή σχέση. Είναι δύο πολύ διαφορετικά πρόσωπα. Όταν είναι δύο κορίτσια αυτομάτως το ένα, αν είναι το δεύτερο παιδί, υιοθετεί την αντίθετη προσωπικότητα από αυτή που έχει το πρώτο, για να τραβήξει την προσοχή.  Είναι ένας ρόλος κόντρα για μένα, γιατί δεν είμαι τόσο εξωστρεφής. Όταν είσαι εσωστρεφής, καταλαβαίνεις πιο εύκολα την εξωστρέφεια του άλλου. Σχολιάζει και επιτίθεται η μία στην άλλη γι’ αυτό που βλέπουν η μία στην άλλη -γι’ αυτό ίσως που θα ‘θελαν να είναι και δεν είναι.


Η μία βλέπει στην άλλη και δικά της κομμάτια, λέτε…

Α.Π: Κομμάτια που θα ‘θελε ή και δεν θα ‘θελε να είναι.
Λ.Μ: Όταν είναι δύο αδερφές δεν ξέρεις πώς θα ήταν, αν ήταν η κάθε μια μόνη της… Πώς θα ήταν η Στέλλα αν δεν είχε τη Μαρία ως πρότυπο; Καλώς ή κακώς, το μεγαλύτερο παιδί σ’ το βάζουν για πρότυπο. Το δεύτερο ακολουθεί. Λοιπόν, το έργο μου άρεσε πάρα πολύ και είπα «Ναι, Άννα, να το κάνουμε!».

Η αδερφική σχέση είναι πολύ δυνατός δεσμός. Μπορεί από τη μία να αποβεί καταστροφική ή και, αντίθετα, λυτρωτική;
Λ.M: Σίγουρα η μία είναι η κόλαση της άλλης. Έτσι είναι τα αδέρφια.
Α.Π: Ειδικά αν είναι του ιδίου φύλου.
Λ.Μ: Γιατί ο ένας γίνεται πρότυπο για τον άλλον ή χωρίς τον άλλον… Αυτά είναι μηχανισμοί, γίνονται αυτόματα. Όλοι έχουμε ανάγκη να ξεχωρίσουμε.

Το έργο είναι απλό, καθημερινό;
Λ.M: Απλό δεν είναι… Είναι κάτι που ζούμε χωρίς να αντιλαμβανόμαστε το πόσο είναι μέσα μας, πόσο μας έχει ποτίσει. Το απλό δεν είναι καθόλου απλό με την έννοια που το λέμε. Το απλό σε καθορίζει. Σαν το ναρκωτικό σου.
Α.Π: Το απλό είναι το σύνθετο.
Λ.Μ: Είναι η καθημερινότητα σου, η απλότητα σου. Κανενός η απλότητα δεν είναι απλοϊκή.
Α.Π: Άμα δεις σε έναν ρόλο να κάνει κάποιος τον μπακάλη που είναι απλός άνθρωπος, είναι πιο δύσκολο να τον αποδώσεις. Κι ένα παιδάκι ξέρει πώς φαίνεται ο μπακάλης, ο περιπτεράς, ο ταξιτζής.
Λ.Μ: Κάτι που φαινομενικά είναι απλό, όταν συνειδητοποιήσεις πόσο σε έχει καθορίσει, είναι λίγο αγριευτικό.

Νομίζω πως το θεατρικό κοινό σήμερα έχει την ανάγκη να δει μια τέτοια καθημερινή αντανάκλαση στη σκηνή. Τον περιπτερά, τις δύο αδερφές…
Α.Π: Αυτό είναι και το πιο δύσκολο. Αν υπάρχει ο ρόλος του γκαρσόν και της βασίλισσας, της βασίλισσας θα είναι πιο εύκολος. Δεν έχουμε δει από κοντά καμία βασίλισσα. Ενώ τον καθημερινό άνθρωπο που τον ζεις, ξέρεις ακόμα και τι κινήσεις κάνει.
Λ.Μ: Μα μιλάμε για τις συγγενικές σχέσεις, την καθημερινότητά μας, τη ζωή μας! Είναι ο άνθρωπος που έχουμε δίπλα μας κάθε μέρα. Και, καλώς ή κακώς, οι συγγενικές σχέσεις δεν είναι καθόλου απλές.
Α.Π: Και γι’ αυτό ακριβώς τις έχουμε αποβάλλει. Νομίζω στο έργο, ακόμα και να μην έχουν αδέρφια, οι θεατές θα δουν πολλά από τον εαυτό τους, γιατί όταν δύο γυναίκες ζουν μαζί και δεν έχουν κάτι άλλο να ασχοληθούν -παιδί, δουλειά- έχουν μια αγάπη που αλληλοσπαράσσεται. Αν πεθάνω εγώ ή η Στέλλα, η άλλη μπορεί να αυτοκτονήσει την ίδια στιγμή. Αλλά όσο είναι ζωντανές έχουν μια κόντρα πολύ δυνατή.
Λ.Μ: Πολλά συνάδουν στο να είναι δυο αδέλφια μαζί…
Α.Π: Τα οποία δεν μπορούμε να τα μαρτυρήσουμε… Στο έργο, στην αρχή ξεκινάει αυτό το καθημερινό και μετά έρχεται η κορύφωση, γι’ αυτό και δεν υπάρχει διάλειμμα, γιατί θα χάλαγε το κρεσέντο.
Λ.Μ: Είναι, όμως, και γυναίκες κάποιας ηλικίας. Σε μια ηλικία μεταίχμιο, είναι η μέση. Όταν είσαι 50 λες «Τώρα τι; Πάω μπρος ή πίσω;».
Α.Π: Τώρα είπες κάτι πολύ ωραίο. Είσαι στη μέση. Τα είπες όλα. Έχεις πολύ παρελθόν αλλά νιώθεις ότι έχεις και μέλλον.
Λ.Μ: Αυτό που κουβαλάς σε έχει κάνει αυτό που είσαι και δεν ξέρεις και πού να πας… Γαντζώνεσαι από το δεδομένο, από την αδερφή σου, που είστε μαζί και πάτε. Είναι πολλά μαζί.
Α.Π: Μπαίνουν κι άλλα θέματα, όχι μόνο η αδερφική σχέση.

Είναι ένα κουβάρι…
Α.Π: Αυτό έγραψα προχθές, ότι είναι ένα κουβάρι αυτή η σχέση και πρέπει να την ξεμπερδέψω σιγά σιγά. Σε κάποια σημεία το τραβάς και δένει πιο πολύ ο κόμπος και μετά το κόβεις.
Λ.Μ: Το χρησιμοποιείς για να πλέξεις ή για να ξηλώσεις; Όταν είσαι στη μέση δεν ξέρεις…
Α.Π: Έτσι είναι, ένα κουβάρι οι ζωές τους και πότε ξεμπερδεύεται για να πλέξουν και πότε ξεμπερδεύεται για να ξηλώσουν, και ξανά μανά.

Τελικά γιατί να έρθει κάποιος να δει την παράσταση; Τι καινούργιο θα του αφήσει;
Λ.Μ: Κάποιες στιγμές μπορεί να νοσταλγήσει κάτι, να φανταστεί κάτι για το μέλλον.
Α.Π: Κάτι να μετανιώσει για το παρελθόν…
Λ.Μ: Κάποια πράγματα που θα δει ίσως τον κάνουν να συνειδητοποιήσει κάτι για τον εαυτό του.
Α.Π: Και για τους ανθρώπους γύρω του.
Λ.Μ: Είτε να χαρεί, να γελάσει, και συνάμα όλο αυτό που κάνουμε να περάσει μέσα του και να συνειδητοποιήσει στιγμές που τον άγγιξαν στο έργο.
Α.Π: Σίγουρα κάτι θα τον ταρακουνήσει. Θέλουμε να έρθει ο θεατής σαν παιδάκι, αγνός. Γιατί το έργο δεν ξεκινάει με ένταση, πάει σε πολλά σημεία. Η κάθε σχέση είναι δύσκολη, πρέπει να χτίζεται.

Έχετε ξανασυνεργαστεί, αλλά στο θέατρο όχι… Πώς πήγε η συνεργασία;
Α.Π: Φοβερά! Οι πρόβες μας ήταν πολύ δημιουργικές. Τα πήγαμε πάρα πολύ καλά. Οι θεατρίνοι ζουν στις πρόβες. Όταν θα γίνει η πρεμιέρα θα δούμε πώς θα ‘ναι. Αλλά στις πρόβες σκεφτόμαστε και το παραμικρό. Δεν είναι μόνο το οικονομικό θέμα για έναν σκηνοθέτη σήμερα να παίζει σε μικρή αίθουσα. Το φοβήθηκα, δεν θέλω να ανοίγομαι, έχω κάνει κι άλλα σενάρια αλλά είναι το πρώτο μου έργο. Να το πάμε σιγά-σιγά. Έγραψα το έργο και παίζω, έχω και τη Λίνα που μου εμπνέει εμπιστοσύνη… Δεν είναι κάτι που δεν κατέχω η σκηνοθεσία, έχω κάνει… Άλλα πράγματα είναι που δεν κατέχω, όπως η μουσική. Η κόρη μου παίζει πιάνο, τραγουδάει κιόλας. Τη μουσική την έχει γράψει ο Χρίστος Τσαπάρας, η κόρη μου τραγουδάει ένα τραγούδι και ο Γιάννης Μυρσιώτης, ένας φοβερός σκηνογράφος έχει κάνει την επιμέλεια των σκηνικών. Η Λένα Μηνά είναι η ενδυματολόγος, ο Τάκης Μπαρδάκος στα φώτα και ο Αντώνης Συμεωνάκης έκανε τις φωτογραφίες μας. Το θέατρο Αλκμήνη είναι πολύ φιλόξενο… Και αρχίζει λοιπόν το ταξίδι μας!

Δεν θα σας ρωτήσω για επόμενά σας σχέδια γιατί βλέπω ότι έχετε επικεντρωθεί εδώ.
Α.Π: Έχουμε κάποια σχέδια, τα έχω πει και στη Λίνα. Δύο έργα. Αλλά όχι, όχι, στον «Ένοικο» είναι το βάρος μας. Τα σχέδια να μην τα πολυφωνάζουμε, γελάει ο Θεός, έλεγε η γιαγιά μου… Ωραίο είναι να κάνουμε όνειρα, σαν παιδιά. Θέλω να έχω όνειρα, όχι στόχους. Τώρα λοιπόν περιμένουμε τη γνώμη του κοινού!

——————-

Μία εβδομάδα μετά βρέθηκα στο θέατρο Αλκμήνη στον Κεραμεικό και παρακολούθησα από κοντά την παράσταση μετά από όσα μου είχαν εκμυστηρευτεί η Άννα και η Λίνα.

Είδα δύο γυναίκες, φίλες, που μπορούν να συνομιλήσουν χωρίς να αρθρώσουν λόγο. Να βγαίνουν από τα ασφαλή όριά τους, να έχουν ανάγκη να ταξιδέψουν σε πιο σκοτεινές κι απόμερες πλευρές της ψυχοσύνθεσής τους.


Το καταφέρνουν αυτό μέσα από μια ιστορία καθημερινή, που μιλά για δύο μεσήλικες αδελφές που, όπως τα ‘φερε η μοίρα, ζουν μαζί έχοντας μόνο η μία την άλλη. Δύο γυναίκες, στην κρίσιμη ηλικία των 50 κοντά, που μένουν στο ίδιο σπίτι, κρατούν μέσα τους οδύνες και παράπονα των παιδικών τους χρόνων. Φτάνει η στιγμή που μια αόρατη ανδρική παρουσία θα γίνει η αφορμή για την έκρηξη των αδελφών. Μανιωδώς και χωρίς φραγμούς, με τύψεις κι αγκαλιάσματα, ξεπετάγονται λόγια που κρύβονταν για χρόνια, κατηγορίες, ζήλιες, μικρές και μεγάλες αναμνήσεις. Ανάμεσα στα ξεσπάσματα υποβόσκει πάντα η αγάπη, η πλήρης εξάρτηση δυο μοναχικών ψυχών που έχουν μόνο την αδερφική συντροφιά για παρηγοριά. Καταστροφή και λύτρωση συνάμα.

Λιτή σκηνοθεσία, χωρίς φανφάρες, όπως θα εκτυλίσσονταν τα γεγονότα μέσα σε ένα ταπεινό σπίτι. Λιτά και τα σκηνικά και οι διάλογοι. Η Άννα Παντζέλη βρέθηκε αντιμέτωπη με δικά της λόγια και με μια αντίθετη προς αυτήν προσωπικότητα, γεγονός που γινόταν αρκετά αισθητό με μια υπερβολή στις στιγμές κορύφωσης του έργου. Η Λίνα Μαρκάκη, έχοντας κι αυτή έναν ρόλο-πρόκληση, έπλεξε το χιούμορ και το πηγαίο γέλιο με τους απαιτούμενους δραματικούς τόνους. Η σύμπραξη των δύο γυναικών, φίλων, συναδέλφων, “αδελφών”, δημιούργησε μια οικεία, γλυκιά αλλά και έντονη αίσθηση στο κοινό που έβλεπε ίσως δικές του πλευρές στο έργο.


Ένα έργο που έλειπε από τη σύγχρονη θεατρική σκηνή. Με τις προχειρότητες που απαιτεί η καθημερινότητα που εκφράζει, με την αυθεντική συγκίνηση, την ανάκληση αναμνήσεων και τη γιατρειά των πληγών μας…


Κάθε Κυριακή μέχρι και τις 17 Δεκεμβρίου στο θέατρο «Αλκμήνη»

———————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση