«Η Κουζίνα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη, είναι μια επίκαιρη παράσταση με θέμα την ίδια τη ζωή…

Γράφει η Μαρία Αβραμίδου
Φωτογραφίες: Χαρά Γερασιμοπούλου

Έχοντας ήδη συμπληρώσει περισσότερες από 100 επιτυχημένες παραστάσεις από την αρχή της θεατρικής σεζόν, «Η Κουζίνα» (“The Kitchen”) του Arnold Wesker, συνεχίζει ακάθεκτη κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στο Θέατρο Αποθήκη έως τις 17 Φεβρουαρίου.

Ο λιτός βιομηχανικός χώρος ταιριάζει θαυμάσια ως ψυχρό πλαίσιο σε ένα θερμό από τις φωτιές της κουζίνας περιβάλλον, στο οποίο ανάβουν ακόμη περισσότερο τα αίματα με την άφιξη των δέκα εργαζομένων. Μια ομάδα φρέσκων, ζωηρών νέων παιδιών εισβάλλει χορεύοντας στη σκηνή και συνεχίζει να «παρτάρει» ώσπου η άφιξη του αφεντικού τους βάζει όλους σε τάξη: φορούν τις στολές τους, παίρνουν γρήγορα τις θέσεις τους πίσω από τους πάγκους και στο σέρβις και τα παντός είδους μαγειρέματα αρχίζουν.

Το έργο του Wesker, γραμμένο περισσότερο από 60 χρόνια πριν είναι τρομακτικά επίκαιρο. Επιλέγοντας σοφά ως τόπο δράσης του μία επαγγελματική κουζίνα εστιατορίου, ο Βρετανός συγγραφέας χρησιμοποιεί αλληγορικά τον μικρόκοσμό της ως απεικόνιση της κοινωνίας και της ίδιας της ζωής. Υπάρχει τάξη, πειθαρχία, ιεραρχία, καθήκοντα, εργασιομανές αφεντικό, (αφανείς αλλά πανταχού παρόντες) πελάτες, αλλά και πάθη, ανταγωνισμός και διαφόρων ειδών αντιπαλότητες. Όλα αυτά, βέβαια, τα επισκιάζει η ασταμάτητη δουλειά –γιατί, αν δεν δουλέψεις σκληρά, πώς περιμένεις να αμειφθείς (με ψίχουλα, έστω) και να έχεις όλα όσα «χρειάζεσαι» για να ζήσεις;

Ο πολυτάλαντος Γιώργος Νανούρης επέλεξε, μετέφρασε, διασκεύασε, σχεδίασε τους ατμοσφαιρικότατους φωτισμούς και το σκηνικό και σκηνοθέτησε το έργο, «εξοπλίζοντάς» το με 11 νέους θαυμάσιους ηθοποιούς. Αλφαβητικά: Μαρία Αθητάκη, Μοσχούλα Ατσιδαύτη, Παναγιώτης Γαβρέλας, Κωνσταντίνος Γιουρνάς, Απόστολος Καμιτσάκης, Φίλιους-Μιχαήλ Κανάκης, Χρήστος Καρνάκης, Τάσος Κορκός, Γρηγορία Μεθενίτη, Μάριος Ράμμος, Σταύρος Τσουμάνης. «Άκαφτα» πρόσωπα με πολύ ταλέντο, τα οποία μάλιστα στο έργο κρατούν τα πραγματικά τους μικρά ονόματα. Διατηρούν έτσι τη δική τους ταυτότητα, ενώ ταυτόχρονα τη χάνουν, καθώς υποδύονται ρόλους –τα γρανάζια σε μια γραμμή παραγωγής που δεν ανέχεται λάθη, η οποία τους απενεργοποιεί το μυαλό, μετατρέποντάς τους σε ρομπότ. Έλα όμως που αυτές οι «μηχανές» έχουν και ψυχή. Πρόβλημα αυτό.

Η ατμόσφαιρα που δημιουργεί η εξαιρετική σκηνοθεσία του Νανούρη είναι ευλογημένη με έναν καταιγιστικό ρυθμό. Η κινησιολογία και η μουσική επιμέλεια δημιουργήθηκαν από τον ίδιο σε συνεργασία με τον θίασο, ο οποίος χρησιμοποιεί πανέξυπνα τα μαγειρικά σκεύη προκειμένου να γεννηθεί το βασικό ηχητικό περιβάλλον του έργου. Πότε μουσική, πότε ισοκράτημα, πότε φασαρία, πότε θόρυβος, πότε ρυθμικά χτυπήματα, πότε accompagnamento –όλα τους υπάρχουν στη ζωή μέσα στην κουζίνα και όλα τους ταυτόχρονα την εκφράζουν και την καλύπτουν. Πώς μπορείς μέσα σε αυτόν τον χαμό να ακούσεις τον εαυτό σου και τα θέλω του; Άλλωστε, και στη ζωή εκτός κουζίνας, τα πραγματικά μας θέλω, οι αληθινές μας ανάγκες είναι συχνά χαμένες κάπου μέσα στον «θόρυβο» της καθημερινότητας, της συνήθειας, του βολέματος –σε σχέσεις, καταστάσεις, υποχρεώσεις– και στη γενικότερη αδράνεια.

Η διαχρονικότητα του έργου, το οποίο θίγει σοβαρά θέματα όπως ο ρατσισμός, η ξενοφοβία και οι κάθε είδους διακρίσεις, είναι, όπως προείπα, κάτι παραπάνω από προφανής. Στον τρόπο γραφής του κειμένου εντοπίζω όμως και το, κατά τη γνώμη μου, μεγάλο αρνητικό του: όλα αυτά τα σημαντικά που λέγονται, δίνονται στον θεατή κάπως σαν «μασημένη τροφή» –όλα… κατευθείαν στο πιάτο. Αν ο –συχνά ωμός– λόγος του Wesker είχε σαφέστερο χαρακτήρα και δεν τα έκανε όλα τόσο λιανά, πιστεύω πως η δύναμη του δημιουργήματός του θα ήταν ισχυρότερη.

Εντούτοις, η καταπληκτική σκηνοθεσία και οι υπέροχοι ηθοποιοί κάνουν αυτήν την πρώτη παρουσίαση της παράστασης στην Ελλάδα κάτι παραπάνω από άξια θέασης. Ερμηνευτικά και σκηνοθετικά όλα αποδίδονται θαυμάσια –η ένταση, το άγχος και ο εξοντωτικός ρυθμός της ανθρώπινης μηχανής εργασίας, αλλά και οι λυρικές στιγμές του διαλείμματος, οι μόνες στις οποίες οι εργαζόμενοι βάζουν σε τάξη τις σκέψεις τους, ενεργοποιούν τη φαντασία τους, έρχονται σε επαφή με την τέχνη και ονειρεύονται.

Σε μια «πραγματικότητα» όπου όλοι –ειδικά στις τηλεοπτικές οθόνες– μαγειρεύουν όμορφα φαγητά, κάνοντας τη διαδικασία αυτή και λίγο μόδα, η σκληρότητα μιας επαγγελματικής κουζίνας εξισορροπείται μόνο από τα όνειρα του ατόμου και τη δύναμη του συνόλου. Σε αυτήν τη θεατρική κουζίνα, ορθά, δεν υπάρχουν «κακά» αφεντικά και «καλοί» εργαζόμενοι. Σαφώς η εργοδοσία επιδιώκει το κέρδος και αδιαφορεί για το πώς θα το αποκτήσει. Όμως και οι 11 άνθρωποι εκεί, ανεξάρτητα από το πόστο που κατέχουν, έχουν μέσα τους και το καλό και το κακό. Το ποιο θα βγει στην επιφάνεια εξαρτάται κάθε φορά από τις συνθήκες, τις μεταξύ τους ισορροπίες και τις εκάστοτε επιλογές τους. Η απάντηση στο –σχεδόν προαιώνιο πια– ερώτημα «Ζούμε για να δουλεύουμε;» γίνεται «Δουλεύουμε για να ζούμε» μόνο τις στιγμές που οι άνθρωποι θυμούνται να είναι άνθρωποι, αγαπούν, σέβονται και αποδέχονται τον εαυτό τους και τους άλλους, γίνονται ομάδα, ερωτεύονται και ονειρεύονται μια ζωή πιο όμορφη, όπως την επιθυμούν. Ακόμη κι αν ο ρεαλισμός της πραγματικότητας έρχεται να τους υπενθυμίσει πόσο πιο σκληρός είναι ο κόσμος έξω από την κουζίνα και πόσο αδίστακτα και ξαφνικά μπορεί να τους στερήσει το δικαίωμα να ονειρεύονται, η μεγαλύτερη αλήθεια είναι ότι ο μόνος που μπορεί πραγματικά να σου κλέψει τα όνειρά σου είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Στο χέρι μας είναι κάθε φορά, ξανά και ξανά, να μην επιτρέπουμε στον φόβο να νικήσει το όνειρο…

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here