Με Σταύρο Ξαρχάκο και Άλκηστη Πρωτοψάλτη «νυν και αεί»!

Γράφει ο Γιάννης Τσούμαλης
Φωτογραφίες: Akis Christou
VaGGiNet

Θα ξεκινήσω παράδοξα, σχεδόν επιλήψιμα για μια –κατά τα συνήθη– συναισθηματική περιγραφή μιας μουσικής παράστασης. Ο Jean-Paul Sartre στη «Ναυτία» του ζαλίζεται από το τυχαίο («μη αναγκαίο») και ασυνάρτητο της ύπαρξης. Κάποια στιγμή ο Ροκαντέν, ο ήρωάς του (που δεν διαφέρει τόσο από τον ίδιο) βρίσκει για μια στιγμή τη γαλήνη ακούγοντας ένα παλιό μουσικό τζαζ κομμάτι. Η έλλειψη τυχαιότητας στη μουσική τον μαγεύει. Κάθε νότα υπάρχει εκεί για κάποιον λόγο, είναι το αναγκαίο προηγούμενο και επόμενο. Η τέχνη είναι μια μορφή υπέρβασης της πραγματικότητας.

Το ημερολόγιο δείχνει 24 Σεπτέμβρη. Ατάκτως καρφωμένα λίγα αστέρια, πίσω η αιώνια Ακρόπολη, γύρω το ιστορικό Ηρώδειο, μπροστά η υποσχετική σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος και Άλκηστις Πρωτοψάλτη σε τραγούδια του πρώτου. Η εσωτερική ώρα χτυπάει δώδεκα και η ψυχή μεταμορφώνεται σε «ακυβέρνητο καράβι», όπως γράφει ο Γκάτσος στο «Πρακτορείο», σε μουσική Ξαρχάκου. Να σημειώσω πως είναι από τις κορυφαίες στιγμές της συναυλίας η ερμηνεία του από την Άλκηστη μαζί με το ενορχηστρωτικό άγγιγμα του δημιουργού που προσθέτει μια τζαζ απόχρωση στο ρεμπέτικο. Ομοίως, το «Νυν και αεί» και το «Ανθρωπάκια του σωλήνα», όπως και άλλα πολλά, υποχρεώνουν το αισθητικό μου κριτήριο να κάνει δέηση στη διαλυμένη από την εποχή μουσική βιομηχανία για μια ηχογράφηση της συναυλίας. Πρέπει να αποτυπωθούν αυτές οι ερμηνείες σε υλικό φορέα σαν σπονδή στην αιωνιότητα!


Και το καράβι σαλπάρει σε σπουδαίους σταθμούς της μουσικής πορείας του Ξαρχάκου. Η Πρωτοψάλτη απέδειξε για ακόμη μια φορά πως είναι πρέσβειρα του καλού τραγουδιού. Η εκφορά ενός λόγου μουσικού δεν είναι απλή. Η φωνή δεν αρκεί. Πάντα ζητάς ως θεατής την ερμηνεία, εκείνο το μαγικό ραβδί που κάνει αιθέριο το τραγούδι, που χωρίς να ξέρεις την ακριβή αντίδραση ψυχής και ακούσματος, υπερβαίνεις τη σωματικότητά σου και αφήνεσαι σαν φυλλαράκι στα πεντάγραμμα. Η Πρωτοψάλτη το πέτυχε για ακόμη μια φορά και με το παραπάνω! Τα τραγούδια του Ξαρχάκου απέκτησαν νέα πνοή. Θεατρικότητα, απόλυτη κατανόηση κάθε εκφερόμενου στίχου και νότας, απόδειξη ότι πριν τραγουδήσει, ό,τι τραγούδησε την έκαψε και τη λύτρωσε ταυτόχρονα, για να κατανοήσει το απόλυτο βάθος τους. Συνέπεια ήταν πως φαινόταν πως τα γεννάει η ίδια εκείνη τη στιγμή μπροστά μας, με αυθεντική συγκίνηση και ενθουσιασμό και μια φαινομενική απλότητα που μόνο απότοκο πολύωρης και κοπιαστικής δουλειάς μπορεί να είναι.


Όσα τραγούδια παρουσιάστηκαν είχαν ένα κοινό στοιχείο. Την ερμηνεία του λόγου από την Άλκηστη, αλλά και την ερμηνεία της «σιωπής» από τον Ξαρχάκο. Ο Ξαρχάκος ερμήνευε σιωπηλά τα τραγούδια του. Πέρα από το γεγονός ότι ήταν ο κυρίαρχος του μουσικού παιχνιδιού, ο θεατής τον ένιωθε να ενώνεται με κάθε μουσικό και κάθε όργανο με έναν αφανή ομφάλιο λώρο που τρέφει και τρέφεται την ίδια στιγμή απ’ τα μελλούμενα παιδιά, που τραντάζει και τραντάζεται, που ζει για να τα δει να γεννιούνται κι ύστερα ας χαθεί. Πείραξε ενορχηστρωτικά ορισμένα τραγούδια και αυτό τους έδωσε νέα πνοή μαζί με την ερμηνεία της Πρωτοψάλτη. Άγγιζε την καρδιά του, πήδαγε από ένταση, άπλωνε και μάζευε τα χέρια, καθόταν σε στάση προσευχής πριν ξεκινήσει το τραγούδι. Μαγευτικό να τον βλέπεις, απολαυστικό να ακούς τις  μουσικές «σιωπές» του και μαγικό να σε μαγεύουν δυο μάστορες της μουσικής.


Αξίζει να αναφερθώ στον Νεοκλή Νεοφυτίδη, ο οποίος ερμήνευσε εξαιρετικά το «Μάτια μπλε» πίσω από το πιάνο του και φυσικά την εννεαμελή ορχήστρα που κατάφερε να φέρει εις πέρας το μουσικό όραμα του συνθέτη με τον συντονισμό και τη δεξιοτεχνία τους!

Το κοινό κοινώνησε την ευθυγράμμιση της αυτόφωτης ψυχής με το ετερόφωτο των συναισθημάτων. Σιγοτραγουδούσε, χαμογελούσε, αγκαλιαζόταν, χειροκροτούσε με πάθος και κάποιοι δάκρυσαν χωρίς να φοβούνται, αν θα φανούν ή όχι. Οι μουσικές του Ξαρχάκου, βαθειά ριζωμένες πια στη συλλογική μας ταυτότητα, είναι πλέον λαϊκές, με την έννοια ότι αγγίζουν όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης ή γούστου.  Είναι παρηγοριά, είναι ανάταση, είναι αγωγή προς τα ύψη. Η φωνή και η ερμηνεία της Πρωτοψάλτη είναι το χρώμα του Αιγαίου, το αεράκι του φθινοπώρου, μια στάλα χειμωνιάτικης βροχής στο τζάμι, ένας ήλιος του Μάη ζεστός, είναι οικειότητα και μεγαλείο, είναι ταξίδι και ζεστασιά, είναι όχημα και επιβάτης. Είναι υπέρβαση της πραγματικότητας μέσα από τη βαθειά βίωσή της. Αυτό υπηρετούν όσοι μπορούν και θέλουν να κάνουν τέχνη. Κάτι άρρητο μα και τόσο απτό, εκείνο το σιωπηρό συναίσθημα που έχεις βγαίνοντας και οι λέξεις είναι ξεφτισμένες να το περιγράψουν.


Στην έξοδο άκουσα μια ηλικιωμένη κυρία να λέει στον σύζυγο της ότι δεν θέλει να πάει σπίτι ακόμα. Χαμογέλασα. Καίτοι η σαρξ ίσως αδύναμη λόγω ηλικίας, η κυρία ήθελε συνέχεια, διότι η ψυχή της είχε ανέβει ένα σκαλοπάτι παραπάνω. Κι όταν η ψυχή ανεβαίνει λίγο ψηλότερα, παίρνεις θάρρος να «ακολουθήσεις το φως σου κι όπου σε βγάλει», σαν να ακούς μια μουσική που βάζει την τυχαιότητα σε σειρά, την ελευθερία σε κίνηση, την ψυχή σε επαγρύπνηση, χωρίς να περιμένεις «να σε βρει το μεσονύχτι».


Στις 29 του μήνα η συναυλία επαναλαμβάνεται και θα είμαι απ’ έξω να την ξανακούσω, τόσο εγώ, όσο και κάτι άλλοι ζωηροί θεατές, διότι είναι ήδη sold out. Σπονδή στην αναζήτηση της ουσίας, της καλής τέχνης, της παρέας και φυσικά στα περίεργα μα και τόσο μαγευτικά «ανθρώπων έργα» μας «νυν και αεί»!


*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση