Μια μέρα με τον Άμλετ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά…

Γράφει ο Γιάννης Τσούμαλης
Φωτογραφίες: Αθηνά Γκούμα

Πρόκειται για ένα από τα διασημότερα έργα του παγκόσμιου θεατρικού ρεπερτορίου. Έχει ανεβεί πολλάκις, άλλες φορές επιτυχημένα κι άλλες όχι, έχει γίνει ταινία και φράσεις του έχουν γίνει σλόγκαν σε καθημερινές συζητήσεις. Γιατί, όμως, κάποιος να πάει στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά να δει τον Άμλετ του Κακλέα; Θα είμαι όσο το δυνατόν πιο σύντομος μπορώ.


Πρόκειται για μια εξαιρετική απόδοση του έργου, που μένει πιστή στο βαρύ σαιξπηρικό κείμενο μην χάνοντας κανένα από τα ακριβά του νοήματα. Παρ’ ότι πρόκειται για ένα μακροσκελές κείμενο, και ως εκ τούτου μια μεγάλης σχετικά διαρκείας παράσταση, ο θεατής δεν κουράζεται. Οι ήρωες παρουσιάζονται πιο γήινοι, πιο απτοί, πιο προσιτοί στον σύγχρονο θεατή. Η Οφηλία δεν είναι στο απομακρυσμένο βάθρο της νέας εκείνης της εποχής, αλλά παρουσιάζεται πιο ζωηρή, πιο εξωστρεφής, γεμάτη πόθο για ζωή και έρωτα. Η μετέπειτα αλλαγή του χαρακτήρα της, λόγω του θανάτου του πατέρα της Πολώνιου, καθηλώνει το θεατή που βλέπει αυτό το ανθισμένο νιάτο να μαραίνεται με την Ευγενία Δημητροπούλου, όντας ώριμη ερμηνευτικά, να αποδίδει εξαιρετικά το ρόλο.


Η Γερτρούδη –ίσως η πιο «πειραγμένη» σκηνοθετικά- έχει σε μερικά σημεία και μια κωμική διάσταση, ελαφρύνοντας διακριτικά τη ψυχική φόρτιση που δημιουργεί το έργο. Ομοίως και οι ρόλοι των Γκίλντεστερν και Ρόζενγκρατς. Εδώ η Γερτρούδη είναι ο αντίποδας του υπαρξιακού σεισμού που τραντάζει τον Άμλετ. (Περισσότερα σχετικά διαβάστε στη συζήτησή μας με την Έλενα Τοπαλίδου). Εκείνο που μου κίνησε τη περιέργεια προκαλώντας μου μια πολύ ευχάριστη έκπληξη είναι ο τρόπος ερμηνείας της Τοπαλίδου. Έμφυτη τραγικότητα; Κάπως έτσι το ένιωσα. Καθώς ερμηνεύει σε πείθει πως η Γερτρούδη ισορροπεί ανάμεσα στη χαρά της τωρινής της ζωής και στη προσπάθεια να λησμονήσει ό,τι έχει γίνει, ανάμεσα σε χάος και σε τάξη που προσπαθεί να βάλει,  μια ισορροπία που ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαλυθεί. Και διαλύεται. Και η σκηνή της με τον γιο της Άμλετ εξαιρετική.


Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος παρουσιάζει έναν Κλαύδιο φανερά ειρωνικό με την γνωστή υποθάλπουσα κακία του, πράγμα μαγικό, γιατί δεν τη «φωνάζει» ως ηθοποιός, αλλά αφήνει τον θεατή να καταλάβει τα «μυστικά» στοιχεία του χαρακτήρα του. Η σκηνή που θα μου μείνει (κι εδώ φαίνεται η τέχνη του Κακλέα) είναι η σκηνή φανέρωσης του φαντάσματος στον Άμλετ. Δεν είναι αυτό που περιμένει κάποιος που ξέρει το έργο, αλλά ένα περίεργο, ψυχρό σκηνικό με τον φωτισμό να συμπρωταγωνιστεί. Περισσότερα δε θα πω, προς διατήρηση μυστηρίου.
Εν συνεχεία, να τονίσω την εκπληκτική ερμηνεία του Ιβάν Σβιτάιλο ως Λαέρτη. Εκείνο που οφείλω να αναφέρω προς επίρρωση της θέσης μου είναι η εκπληκτική σκηνή που έχει αφού έχει μάθει τη δολοφονία του πατέρα του. Μας χαρίζει ένα σπαραξικάρδιο ξέσπασμα, με τέτοια αυθεντικότητα στη “μίμηση” του πόνου, που καταφέρνει να μας φέρει ένα κόμπο στο λαιμό.  Πείθει το κοινό πως εκείνη τη στιγμή είναι που κλαίει για εμάς πρώτη φορά, προκαλώντας σαφώς την ολοκληρωμένη μου πεποίθηση γι’ αυτόν ότι -πέρα από χορευτή- πρόκειται για έναν εξαιρετικό ηθοποιό!


Οι υπόλοιποι ρόλοι είναι καλοδουλεμένοι και οι ηθοποιοί ξέρουν καλά ποιους υποδύονται. Ξέρουν ότι είναι οι ήρωες μιας τραγωδίας και παρουσιάζονται πάνω στη σκηνή με άριστο τρόπο, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως ο Κακλέας ξέρει να χειρίζεται το έμψυχο υλικό που έχει. Ας τονιστεί, όμως, και τούτο: Ο Οράτιος, έμπιστος φίλος του Άμλετ, είναι ντυμένος με ρούχα σύγχρονα, καθημερινά κι όχι όπως οι υπόλοιποι. Παρακολουθεί τον Άμλετ στις πιο σημαντικές του στιγμές, μοιάζει να κινείται τόσο στο θεατρικό, όσο και στον κανονικό χρόνο. Κι αυτό μου θύμισε τα λεγόμενα για τον Οράτιο του Harold Bloom (“Hamlet”, Poem unlimited, εκδ. Canongate, 2003, μετάφραση: Μάγια Λυμπεροπούλου): «Μέσα από τον Οράτιο ο Σαίξπηρ μας εξαγοράζει ως κοινό. Χωρίς τον Οράτιο η απόστασή μας από τον ανεξιχνίαστο Άμλετ θα ήταν δύσκολο να καλυφθεί. Από μια πραγματική άποψη ο Οράτιος είναι η πιο σημαντική μορφή του δράματος μετά τον Άμλετ. Μέσα από τον Οράτιο οι θεατές μεταδιδόμαστε στο έργο. […] Εμείς πιανόμαστε από τον Οράτιο, που όντας θεατής δεν μπορεί να είναι θεατρικός».


Τελευταίος μα όχι έσχατος ο Άμλετ, ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, ο ικανότατος μεταφραστής της σκηνοθετικής ματιάς του Κακλέα κι ένας χαρισματικός ηθοποιός. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση είναι η ατμόσφαιρα που δημιουργεί με το παίξιμό του. Δεν προσπαθεί να βερμπαλίσει χειρονομώντας, δεν έχει στομφώδες χωρίς συναισθηματική ουσία παίξιμο, αλλά χτίζει μια σταδιακή κλίμακα έντασης, δημιουργώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας συναισθήματος με το κοινό. Μιλά κανονικά, ξεσπάει ανατριχιαστικά, χαμηλώνει τη φωνή και τη ματιά αριστοτεχνικά και χειρίζεται άριστα τις οριακές συμπεριφορές του χαρακτήρα του. Εκπληκτικό σκηνοθετικό εύρημα είναι πως σε σημαντικούς του μονολόγους, η σκηνή σκοτεινιάζει κι ένας μοναδικός προβολέας τον φωτίζει. Παίρνει ένα μικρόφωνο και μονολογεί. Αρχικά με ξένισε, αλλά αν το βάλει κάποιος στο πλαίσιο ότι έτσι ο Κακλέας δείχνει στο κοινό το «ρεφρέν της ύπαρξης» του πιο μεγαλειώδους χάρτινου θρύλου, το εύρημα τούτο φανερώνει όλη του  τη μαγεία. Ο Ασπιώτης, τέλος, καταφέρνει να «διευθύνει» μια πολύωρη παράσταση, χωρίς να κουράσει τον θεατή στο ελάχιστο, καθώς -μεταξύ άλλων- ισορροπεί κι αυτός στις μεγαλύτερες ανθρώπινες αντιθέσεις, πράγμα δύσκολο να αποδοθεί πειστικά και ποιοτικά, παρά μόνο αν πίσω από την πιο απλή κίνηση κρύβονται ώρες δουλειάς, κάτι που εδώ συμβαίνει.


Θα ήμουν άδικος αν δεν επεσήμανα τους εξαιρετικούς φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρου και την εκπληκτική μουσική του Σταύρου Γασπαράτου. Είναι και τα δύο φαινομενικά δευτερεύοντα στοιχεία, αλλά πρωταγωνιστούν στη δημιουργία της ατμόσφαιρας, μεταφέροντας μας ομαλά στο θεατρικό χρόνο. Εξαιρετική κι η κίνηση και οι χορογραφίες της Τοπουλίδου, ειδικά στη σκηνή της φανέρωσης του φαντάσματος στον Άμλετ.

amlet_2016_11_20_044_aspiotis
Η ημέρα που είδα την παράσταση ήταν Κυριακή. Πιο νωρίς είχα συνάντηση με κάποιους από τους συντελεστές να μιλήσουμε για τον ρόλο τους και το έργο.

Φτάνω στο θέατρο, γίνονται οι κατάλληλες συνεννοήσεις και βρίσκομαι στο ημιφωτισμένο φουαγιέ του θεάτρου, που μυρίζει ο γαλλικός καφές φουντούκι, που αγόρασα ως κυριακάτικη απογευματινή ιεροτελεστία. Μια ηρεμία στο χώρο, πριν γεμίσει με κόσμο, που θα έρθει να συνάψει την πιο ακριβή σύμβαση, τη θεατρική. Ύστερα θα συνεχίσω τη συζήτηση στην άδεια πλατεία και μετά πίσω από τη σκηνή, ενώ ακούω τους πρώτους να καταφτάνουν. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μαγικό από την αίσθηση ότι ένας χώρος μπορεί να μεταμορφωθεί από μια ξύλινη κατασκευή σ΄ένα επιβλητικό παλάτι, τέσσερις άνθρωποι από Ιβάν, Ευγενία, Λένα και Κωνσταντίνος σε Λαέρτης, Οφηλία, Γερτρούδη και Άμλετ. Έτσι, χωρίς να το πολυκαταλάβω, ξεκινήσαμε τη κουβέντα, για την οποία τους ευχαριστώ πολύ:

 

ΑΜΛΕΤ (Κωνσταντίνος Ασπιώτης)

«Εννιά ζωές θυσιάζονται για τη μία του πατέρα του» λέει αναφερόμενος στον Άμλετ σ΄ένα σχετικό διάλογο των ηρώων του ο Τζόυς στον «Οδυσσέα» του. Ο Philip Edwards μιλά για «παταγώδη αποτυχία του Άμλετ» (*στο τέλος του κειμένου παρατίθεται η βιβλιογραφία, στην οποία κατέφυγα). Είναι ο Άμλετ ένας αποτυχημένος εκδικητής;
Διαφωνώ με όλο αυτό.

Μα γι’ αυτό σε ρωτάω, άλλωστε.
Όχι, δεν θυσιάζονται ζωές για τη μία του πατέρα του. Ο Άμλετ απλά θέλει να εκδικηθεί σκοτώνοντας τον Κλαύδιο. Όλο αυτό ξεκινάει από την εγκληματική πράξη του Κλαύδιου σκοτώνοντας τον πατέρα του Άμλετ και «εκπορνεύοντας» τη βασίλισσα κατά την άποψη του Άμλετ. Από ‘ κει και πέρα ξεκινά ένα γαϊτανάκι γεγονότων, τα οποία κυλούν όπως ένας βομβιστής αυτοκτονίας, που σκοπεύει να εκδικηθεί για κάτι συγκεκριμένο, αλλά η μπάλα παίρνει και αθώους, πράγμα που δεν είναι καθόλου ωραίο. Ωστόσο το έργο αυτό δε μιλάει για εκδίκηση . Η εκδίκηση είναι απλά μιαν αφορμή.


Γιατί συμπαθούμε τον Άμλετ;
Ο Άμλετ δεν έχει κακά κίνητρα. Είναι ένας άνθρωπος – υπέρμαχος και υπερασπιστής της κοινωνικής μας ηθικής γενικά. Ασχέτως αν πολλές πράξεις από αυτές που κάνει κατηγοριοποιούνται ως ανήθικες. Ωστόσο, την ηθική προασπίζεται. Θέλει να διώξει –όχι απαραίτητα συνειδητά- μια σάπια, παλιά γενιά, η οποία ήρθε να  πνίξει τη καινούργια. Τον συμπαθούμε, γιατί ταυτιζόμαστε μαζί του, γιατί κι εμείς υπήρξαμε ως γενιά μέσα σε έναν παρασιτικό κήπο, που δεν αφήνει τα όμορφα λουλούδια να ανθίσουν.


Έχει και συνείδηση της συνείδησης του όμως. Απαρνείται τη ζωή από τη μία, αλλά ξέρει πολύ καλά γιατί την απαρνείται. Δεν είναι απλά ένας αυτοκτονικός τύπος.
Έχεις δίκιο. Είναι ένας πανέξυπνος, ευφυέστατος ήρωας. Ένας αξιοθαύμαστος εγκεφαλικός άνθρωπος με πολλές γνώσεις. Έχει κατανοήσει, έχει ζήσει, έχει περιγράψει θέματα που μας απασχολούν καθημερινά.

Τι σε δυσκόλεψε δραματουργικά περισσότερο; Είναι ένας ήρωας που βιώνει μια διάσταση με τον κόσμο, που «το χρυσοκεντημένο με φωτιές στερέωμα» γίνεται γι ‘ αυτόν μια «βρομερή συνάθροιση αερίων». Πώς τον αντιμετώπισες;
Όλο αυτό που λες είναι κάτι που, για να το καταλάβουμε, έχουν σπαταληθεί μελέτες ολόκληρες, για να μπορέσουν να το περιγράψουν. Εγώ προσπαθώ να εκθέσω, έχοντας φυσικά μια σαφή γραμμή, όλο αυτό το μεγαλειώδες του πρίγκιπα. Όσα είπες είναι αντιθέσεις, οι οποίες είναι καθημερινές με την έννοια ότι δεν είναι υπερκόσμιες. Μπορούμε να δούμε ένα μέρος, από το οποίο έχουμε μια καταπληκτική ανάμνηση, για παράδειγμα το χωριό μας, που πηγαίναμε παιδάκια και, επειδή είναι κάπως η ψυχολογία μας, οι μέρες μας ή η εποχή μας, να πάμε στο χωριό και να το δούμε σαν μια «έρημη χερσόνησο», που λέει κι ο Άμλετ. Αυτό είναι το ωραίο με το έργο αυτό.

amlet_interview_2016_11_20_011_aspiwtis


Η πιο διάσημη φράση του έργου είναι το «να ζει κανείς ή να μη ζει». Ο Πλωρίτης λέει πως το «υπαρξιακό αυτό ερώτημα περικλείει το ερώτημα «να δράσεις ή να μη δράσεις» […], αλλά φτάνει (ο Άμλετ) στο σημείο να θεωρεί ότι πράξη και απραξία καταντάνε το ίδιο, γιατί καταλήγουν στην ίδια αδυναμία να διορθωθούν τα «κείμενα». Η Δανία θα συνεχίσει σάπια να είναι.
Φτάνει όντως σε αυτό το σημείο. Είναι μια ευγενική ψυχή, που γύρω του βλέπει να καταρρέουν όλα όσα πίστευε. Να πούμε εδώ ότι ο Σαίξπηρ έγραψε τον Άμλετ τρεις φορές. Έχουν υπάρξει τρία διαφορετικά κείμενα. Αυτός είναι ένας μονόλογος, που παρ’ όλο που είναι ο πιο διάσημος στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου δεν ξέρουμε ποιο έργο ακριβώς είναι. Δεν ξέρουμε που ακριβώς μπαίνει και έτσι μπορεί ο καθένας να τον τοποθετήσει όπου θέλει. Είναι ζήτημα καίριο το που θα τοποθετήσεις το μονόλογο. Στην παράστασή μας για παράδειγμα ο μονόλογος έρχεται αφού ο Άμλετ είχε τη μεταφυσική εμπειρία της συνάντησής του με το φάντασμα. Χάνει τα όρια ζωής και μη ζωής. Είναι τόσο θεμελιωδώς υπαρξιακός ο μονόλογος, ώστε στο που θα στερεοποιηθεί μέσα σε μια δραματουργική επεξεργασία μιας παράστασης να παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Αφορά απόλυτα το σήμερα, όχι με την έννοια του Mac book. Έχει έρωτα, ζωή, θάνατο, τη σχέση μάνας – γιου και άλλα θέματα, που αφορούν τον θεατή τόσο πριν μπει στο θέατρο, όσο και μετά. Είναι ζητήματα που αγγίζουν βαθειά μέσα μας και βγαίνουν προς τα έξω με το έργο.

Η συνεργασία σου με τον σκηνοθέτη;
Εξαιρετική. Είναι καπετάνιος. Έχει εκπληκτική αισθητική και ξέρει να δημιουργεί ομάδα, γνωρίζοντας έτσι πολύ καλά με τι υλικά έχει να παίξει.

 

ΛΑΕΡΤΗΣ (Ιβάν Σβιτάιλο)

Καταρχάς τι κοινό έχει, αν έχει, ο Λαέρτης με τον Άμλετ;
Είναι της ίδιας γενιάς αρχικά. Θα ‘λεγα ότι ο Λαέρτης είναι με ένα τρόπο ο αντίποδας του Άμλετ, ένας θέλοντας και μη δεύτερος άξονας του έργου που με το που συμβαίνει ο θάνατος του πατέρα του αναλαμβάνει δράση. Γίνεται man of action. Στο τέλος, βέβαια, «γυρνάει ανάποδα ο αισχρός του δόλος» κι έτσι μαζί με την εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του και της αδερφής του πεθαίνει και ο ίδιος ζητώντας συγχώρεση από τον Άμλετ. Δεν είναι εχθροί. Και αυτή είναι η δυσκολία του έργου. Παρ’όλο που δεν έχουν πολλές σκηνές μαζί, η «σχέση» τους είναι πολύ σημαντική. Μαζί με τον θάνατο του Άμλετ, του Λαέρτη και της Οφηλίας βλέπουμε ότι η νέα γενιά με έναν τρόπο τιμωρείται για τα σφάλματα και την απληστία της παλιάς.

amlet_interview_2016_11_20_005_svitailo


Έχουν κοινή μοίρα δηλαδή;
Ακριβώς. Ο Άμλετ σίγουρα αντιπροσωπεύει μαζί με τη νεότητα και μια ιδιοφυία. Δεν θα έλεγα ότι ο Λαέρτης είναι, όμως, ιδιοφυία. Είναι απλά το νέο παιδί που αναλαμβάνει προσωπικά, χωρίς πολλές φιλοσοφίες να κουβαλήσει ένα τεράστιο δράμα. Έρχεται στο παλάτι και ζητάει εξηγήσεις από το βασιλιά. Τον θεωρεί υπεύθυνο ως προς το γεγονός ότι ο πατέρας του δε κηδεύτηκε με τιμές, όπως του άξιζε, με συνέπεια να ατιμαστεί η οικογένειά του.

amlet_interview_2016_11_20_003_svitailo


Ποιο πιστεύεις ότι είναι το παρόν του έργου; Ο Χειμωνάς είχε πει στον πρόλογο της μετάφρασης του Άμλετ ότι δεν τον απασχολεί να είναι σύγχρονο το έργο όσο «παρόν».
Κατ ‘ αρχάς μη ξεχνάμε ότι εκείνη είναι η δυσκολία του έργου. Να επικοινωνήσεις ένα έργο που γράφτηκε 400 χρόνια πριν σ’ ένα σύγχρονο κοινό. Ο Άμλετ είναι παρών, γιατί αγγίζει θέματα που οι άνθρωποι δεν έχουν καταφέρει να βρουν ακόμα απαντήσεις. Τέτοια θέματα είναι : «Να ζει κανείς ή να μη ζει»; Το «περίπου τίμιος». Θεωρώ, επίσης, πως, για να φανεί η ουσία του πρίγκιπα Άμλετ, μπορούν να απορριφθούν κάποια πράγματα, γιατί έχουν προστεθεί στίχοι στο ταξίδι του έργου μέσα στο χρόνο.

amlet_interview_2016_11_20_002_svitailo

Η συνεργασία σου με το σκηνοθέτη; Κάτι να μας πεις;
Αμέτρητα (γέλια). Εγώ αρχικά ασχολήθηκα με το χορό κι ο Γιάννης με ενέταξε στον θεατρικό χώρο «χρησιμοποιώντας» με αρχικά ως χορευτή. Εξελίχθηκε σε μια δεκαετία ενεργούς συνεργασίας κι έτσι ενώ είχε χρησιμοποιήσει αρχικά ως σώμα, μου έδωσε την ευκαιρία να δοκιμαστώ μέσα στο ψυχολογικό περιβάλλον ενός ρόλου, που μιλάει πια με λόγια κι όχι με κινήσεις. Δεν μπορείς να πενθείς ή να κλαις με κόλπα. Πρέπει να βουτήξεις μέσα στη ψυχολογική κατάσταση του χαρακτήρα. Δεν μπορείς να το κάνεις διεκπεραιωτικά.  Κοινό στοιχείο χορού και ηθοποιίας είναι ότι απαιτούν να είσαι εκεί εκατό τοις εκατό παρών. Μια ερμηνεία δεν επαναλαμβάνεται. Και κάθε μέρα πρέπει να μπαίνεις σε αυτή τη διαδικασία, η οποία εξελίσσεται κι έτσι η ίδια σκηνή σου γεννά διαφορετικά πράγματα πάνω στο ίδιο υλικό.

 

ΟΦΗΛΙΑ (Ευγενία Δημητροπούλου)

«Απ’ το μελωδικό της στρώμα…» Είναι εξιλαστήριο θύμα της σάπιας εποχής και του περίγυρού της;
Είναι ένα θύμα των περιστάσεων. Νομίζω είναι ο πιο αγνός χαρακτήρας στο έργο αυτό. Αγνός, χωρίς να σημαίνει ότι δεν είναι πραγματικός. Τουλάχιστον αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε εδώ. Θα θέλαμε να είναι μια κοπέλα πολύ κανονική που ερωτεύεται, που έχει τα «θέλω» της, που ανθίζει η σεξουαλικότητά της και που σιγά – σιγά όλα αυτά τα χάνει και της περιορίζονται, γιατί έχει ένα προστατευτικό αδερφό κι έναν ακόμα πιο υπερπροστατευτικό πατέρα και αρκετά αυστηρό στη δική μας παράσταση κι έχει κι έναν αγαπημένο, τον Άμλετ, ο οποίος έχει κάτι πολύ πιο σημαντικό να ασχοληθεί. Είναι στην ουσία σαν να ζει σ’ ένα πολύ προστατευμένο περιβάλλον και σιγά-σιγά οι τοίχοι που τη περιβάλλουν πέφτουν ένας-ένας. Αυτή δεν ξέρει να ζήσει πέρα από αυτό.

amlet_interview_2016_11_20_011_dimitropoulou


Ο
Harold Bloom αναφέρει πως «έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλλουμε κατά πόσο είναι σε θέση να αγαπά, ακόμα και την Οφηλία» και ότι η «ευφυΐα του Σαίξπηρ γλίτωσε την Οφηλία από μια μοίρα περισσότερο θλιβερή και από τον θάνατο της στο ποτάμι, το γάμο της με τον Δανό».
Χμμ.

Συμφωνείς; Μήπως είναι λίγο σκληρός;
Νομίζω ότι είναι λίγο άδικος. Όταν έρχεσαι σε θέση να παραστήσεις τους χαρακτήρες αυτού του καταπληκτικού αναγνώσματος – γιατί πέρα από θεατρικό έργο είναι κι ένα πανέμορφο ανάγνωσμα που προσφέρεται για πλούσιες αναλύσεις- θεωρώ ότι αυτός ο χαρακτήρας, ο Άμλετ, αγαπάει. Απλώς αγαπάει μ’ ένα δικό του τρόπο. Δεν θα μπορούσα να την φανταστώ, βέβαια, υπό αυτές τις συνθήκες παντρεμένη με τον Άμλετ. Αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά, η φυσική της εξέλιξη θα ήταν ο γάμος. Σίγουρα υπό αυτές τις συνθήκες είναι αναπόφευκτο να χαθεί αυτό το πλάσμα.

amlet_interview_2016_11_20_014_dimitropoulou

Από την άλλη οπτική. Θα μπορούσε να τον σώσει η Οφηλία -ο έρωτας δηλαδή-  από τον υπαρξιακό μηδενισμό που βιώνει;
Πιστεύω στη δύναμη του έρωτα. Είναι κινητήριος δύναμη. Είναι τα φτερά του ανθρώπου. Απλώς αυτή τη στιγμή ο Άμλετ έχει να αντιμετωπίσει κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι γι ‘ αυτόν πολύ σημαντικότερο. Ο Άμλετ δεν είναι εξ αρχής μηδενιστής. Έχει ενδιαφέρον να βλέπουμε τις πορείες των ανθρώπων. Όσο πιο μεγάλες είναι οι πορείες των ανθρώπων γίνονται έτσι ήρωες. Όχι ήρωες με την έννοια του ηρωικού, αλλά με την έννοια ότι παρακολουθώντας οι θεατές πάσχουν και πηγαίνουν μαζί τους. Όσο πιο μεγάλα είναι τα άκρα τους, όπως ξεκινάνε και όπως τελειώνουν, τόσο πιο πολύ ταυτιζόμαστε με αυτούς. Ο Άμλετ καταλήγει μηδενιστής. Σταθερό, όμως, στοιχείο του είναι η ευαισθησία του. Ίσως τόσο πολύ ευαίσθητος που δεν κάνει για τον κόσμο μας (γέλια).

amlet_interview_2016_11_20_007_dimitropoulou

Η συνεργασία σου με τον Γ. Κακλέα;
Εξαιρετική. Αρχικά ήμουν μεγάλη του θαυμάστρια ως θεατής. Τώρα που έχω τη χαρά να συνεργαστώ μαζί του είμαι διπλά χαρούμενος για τη συνεργασία μας, αλλά και για τον τρόπο που δουλέψαμε και μ΄ αυτόν και με όλους τους συναδέλφους. Ο τρόπος που δουλεύει ο Γιάννης είναι πολύ ενωτικός για εμάς. Πάμε όλοι σαν κρίκοι μιας αλυσίδας να παρουσιάσουμε μιαν ιστορία.


ΓΕΡΤΡΟΥΔΗ (Έλενα Τοπαλίδου)

Είναι τραγικός ο ρόλος της; Πώς την αντιμετωπίζετε;
Θα σας πω ό,τι μπορώ να πω αυτή τη στιγμή, γιατί και η διαδικασία των παραστάσεων κάνει ανακαλύψεις. Δηλαδή, αυτό που θα σαν πω εγώ τώρα εύχομαι να μην είναι το ίδιο που θα σας έλεγα αύριο ή την άλλη εβδομάδα. Αυτό είναι και ο πόθος μου σε κάθε ρόλο : να βρω κάτι, ένα λιθαράκι, χτίζοντας έτσι κάτι παραπάνω σε κάθε παράσταση, όπως στη ζωή μας εκπλήσσουμε τον εαυτό μας, αν είμαστε ανοιχτοί. Η Γερτρούδη είναι κατ’ αρχήν μια βασίλισσα. Μια βασίλισσα, που όσο μπορεί στέκεται στο ύψος της. Και της συμβαίνει κάτι τρομακτικό. Χάνει τον άντρα της. Δε φταίει για τον θάνατό του –έτσι τουλάχιστον αποφασίσαμε στη δική μας παράσταση. Για τον δικό μου ρόλο εγώ αποφάσισα ότι δεν σκότωσα τον άντρα μου. Πιστεύω πως πέθανε και ήμουν ευτυχισμένη μαζί του. Είχα έναν άνδρα αγέρωχο με μια ωραία πανοπλία και γυρνάνε τα πάνω κάτω. Κι έρχεται ένας άλλος άντρας, ο οποίος μου αλλάζει τις νύχτες. Με κάνει να ερωτεύομαι ξανά και με ταράζει. Φέρνει ξανά το πάθος στη ζωή μου.

Τον αγαπάει δηλαδή;
Ναι, γιατί της ξυπνάει τα κατώτερα ένστικτα . Με τον προηγούμενο είχε μια πιο συμβατική σχέση. Κάπως έτσι έχω αποφασίσει να δω τον ρόλο. «Εγώ θα είμαι εδώ» είναι σαν να της λέει «και θα σε ικανοποιώ με τον τρόπο που ξέρω εγώ».

amlet_interview_2016_11_20_007_topalidou

Δηλαδή την δικαιολογείτε;
Δικαιολογώ πολλά σε αυτή. Δε δικαιολογώ, βέβαια, το ότι δεν ασχολείται με το παιδί της, μέχρι που αποφασίζει να του πει να πάει στο δωμάτιό της να μιλήσει, που φέρνει δυο – τρεις ανθρώπους να τον συνεφέρουν. Πρέπει, όμως, να αγαπήσω πράγματα σε αυτή, για να μπορέσω να εκπληρώσω στη σκηνή τη σχέση που έχω με αυτή τη γυναίκα. Αλλά καταλαβαίνω ότι ερωτεύεται πάρα πολύ, το ότι αυτός της υπόσχεται ότι θα ευχαριστεί τις αισθήσεις της, καταλαβαίνω πολύ καλά ότι ονειρεύεται τα βράδια μαζί του και καταλαβαίνω ότι είναι μια γυναίκα στραμμένη στο φως, προς τη ζωή. Θέλει να ζήσει, να ερωτευτεί, να μεγαλώσει το παιδί της όμορφα. Θεωρεί ότι ο Άμλετ είναι υπερβολικός. Κάπως έτσι ξεκινά το πράγμα. Βέβαια, μετά έρχεται μπροστά σε ένα πραγματικά μεταφυσικό γεγονός, γιατί συνειδητοποιεί ότι ο γιος της δεν είναι απλά κακομαθημένος κι  εγωιστής. Συνειδητοποιεί ότι το παιδί της έχει συναντηθεί με κάτι τρομερό και έχει αναλάβει να φέρει εις πέρας μια τρομακτική πράξη. Δε καταλαβαίνει ότι ο Άμλετ έχει δει φάντασμα. Είναι, όμως, σαν να βλέπει αυτή φάντασμα. Την ώρα που τη συναντά και της λέει «τι έχεις κάνει;» και της λέει ότι «έκανες αυτά κι αυτά» με αυτόν τον υπέροχο λόγο και υπέροχο τρόπο που χρησιμοποιεί ο γιος της. Είναι το δικό της παιδί και ξαφνικά βλέπει έναν ευφυή άνδρα να χρησιμοποιεί τέτοιο λόγο. Εδώ θαυμάζω εγώ τον εντεκάχρονο γιο μου και σκέφτομαι «Αχ τι ωραία περπατάει»! Φαντάσου να γίνει είκοσι ετών και ν’ αρχίσει να μιλάει με αυτόν τον υπέροχο τρόπο, τον τόσο βαθύ και μεταφυσικό και να της λέει τα τόσο σκληρά λόγια. Και ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι το παιδί της έχει διαλεχτεί, για να απαντήσει σε φοβερές ερωτήσεις, που θα έπρεπε να απασχολούν όλους μας.

Του λέει στη σκηνή εκείνη στο δωμάτιο «Σταμάτα πια! Μου στρέφεις τα μάτια βαθειά μες στη ψυχή μου»
Ακριβώς. Η επιλογή του κυρίου Κακλέα είναι να μη μπαίνει το φάντασμα στη κάμαρα της Γερτρούδης, όπως συμβαίνει κανονικά. Όμως, όπως επιλέξαμε εμείς, είναι σαν να μπαίνει μέσα της μια δύναμη και να τη σηκώνει. Γι ‘ αυτό ανεβαίνει κάπου ψηλά και από εκεί βλέπει το χάος, που τόσο καιρό δε γύριζε να το δει, γιατί δεν ήθελε να το κοιτάξει. Βλέπει να τη τραβάει προς το τέλος. Και ξαφνικά αυτά που βλέπει δε μπορεί να τα πιστέψει. Ο γιος της έχει σκοτώσει μπροστά στα μάτια της. Έχει κάνει την έσχατη πράξη. Ξαφνικά δεν είναι πια ένα παιδί. Είναι όλο το σκοτάδι της γης στο δικό της παιδί.

amlet_interview_2016_11_20_010_topalidou

Που δεν είναι σκοτάδι ακριβώς.
Σκοτάδι και φως μαζί. Αυτή δεν καταλαβαίνει απλώς το φόνο. Καταλαβαίνει ότι κάτι τρομακτικό συμβαίνει. Αυτό αντιλαμβάνομαι ως τώρα τουλάχιστον. Είμαι, όμως, ανοιχτή σε αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή στη παράσταση, σε αυτό το συγκεκριμένο δευτερόλεπτο, ώστε να μπορώ να καταλάβω κι άλλα πράγματα, γιατί πραγματικά μου φαίνεται πολύ φοβερό για μια γυναίκα, που γέννησε ένα πλάσμα να πρέπει να αντέξει όλα αυτά που συμβαίνουν εκείνη τη στιγμή μπροστά της.

Ο Άμλετ είναι κι ένα τέκνο της Αναγέννησης, κυριεύεται από ένα πόθο να μάθει την αλήθεια σε όλα.
Ακριβώς αυτό που λες. Και φτάνει να αμφισβητήσει τα πάντα. Η Γερτρούδη, όμως, είναι λάτρης της ζωής. Είναι αυτό που έλεγε ο Νίτσε: «Μην κοιτάς πολύ το χάος, γιατί θα γυρίσει να σε κοιτάξει κι αυτό». Εγώ είμαι άνθρωπος της στιγμής, μ’ αρέσει να την απολαμβάνω, να στέκομαι στο μεγαλείο της. Έχω φυσικά και τα σκοτάδια μου. Έτσι κι αυτή η γυναίκα είναι στραμμένη προς τη ζωή. Έχουμε βάλει κι ένα πιάνο στη παράσταση. Παίζει πιάνο, αγαπά τη δημιουργικότητα, αγαπάει τη σάρκα και τον έρωτα.

Είναι, δηλαδή, ο αντίποδας του χαρακτήρα του Άμλετ, που βιώνει τον υπαρξιακό του σεισμό μετά τη θέα του φαντάσματος.
Ακριβώς.

Άρα, στη παράστασή σας ο Γ. Κακλέας κι εσείς αποφασίσατε να αναδείξετε κι ένα δίλημμα στον θεατή, όπως καταλαβαίνω. Αγάπη της ζωής με όλα τα στραβά της ή χάος με την τραγική συνειδητοποίηση του χάους της.
Όπως λέτε. Στο δωμάτιό της, δηλαδή, ο Άμλετ δείχνει στη Γερτρούδη έναν άλλο δρόμο, ο οποίος είναι τρομαχτικός, αλλά και φυσικά σπουδαίος και νιώθει –αν μπορώ να κάνω τον παραλληλισμό- πως είναι σαν την Παναγία την ώρα που βλέπει το παιδί της πάνω στο Σταυρό νιώθοντας τόσο μικρή μπροστά στο τόσο μεγάλο πράγμα που έχει κάνει ο γιος της. Η Γερτρούδη στη σκηνή έχει φτιάξει ένα πύργο από έπιπλα και ανεβαίνει στη κορυφή του. Ανεβαίνει, για να μπορεί να αντεπεξέλθει στο ύψος αυτών που συμβαίνουν. Αφού της έδειξε όλα αυτά ο Άμλετ, θέλει πλέον να φύγει, για να γλιτώσει. Στο τέλος πεθαίνοντας -στη παράσταση μας σε αυτό το σημείο υπάρχει slow motion που βοηθά τη διαστολή του χρόνου, όπως συμβαίνει σε αυτές τις στιγμές- τον κοιτά μέσα στα μάτια και του λέει: «Καν’ το!», δηλαδή «Φέρε αίμα!»

Για το τέλος κράτησα τα λόγια του Μάριου Πλωρίτη :

«Λίγο πριν απ’ το τέλος του, ο Άμλετ συνειδητοποιεί πως «Το να είσαι έτοιμος είναι το παν» (“The readiness is all”). Λίγο πριν από ο δικό του τέλος, ο Ληρ θα μάθει απ’ τον Έντγαρ πως «…να ‘σαι ώριμος, αυτό είναι όλο» (“Ripeness is all”). Ο στοχαστικός νέος κι ο αστόχαστος γέρος φτάνουν στο ίδιο συμπέρασμα, αφού πέρασαν όλους τους κύκλους των δοκιμασιών τους: Έτοιμος είναι ο ώριμος, ώριμος είναι ο έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει όρθιος τα πάντα”.

 

* Βιβλιογραφία :

  • «’Αμλετ» του Ουίλιαμ Σαίπηρ, μετάφραση Γ. Χειμωνάς, εκδ. Κέδρος, 1998
  • «Άμλετ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, μετάφραση Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος, 2007
  • «Τζέιμς Τζόυς, «Οδυσσέας», εκδ. Κέδρος
  • “Hamlet”, Philip Edwards, εκδ. : Martin Coyle, Macmillan Press, London, 1992
  • “Poem unlimited”, Harold Bloom, εκδ. Canongate, 2003, μετάφραση Μάγια Λυμπεροπούλου
  • «Ο πολιτικός Σαίξπηρ, Η τραγωδία της εξουσίας. Κεφ. Β : Το «κυρίαρχο θέμα» – το πάθος για την εξουσία και τα «πάθη» της εξουσίας, Οι ενάρετοι εξολοθρευτές», Μάριος Πλωρίτης εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2002
  • «Λεξικό του Θεάτρου», Pavice Patrice, εκδ. Gutenberg, 2006

———————–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here