Μητσιάς και Καραμπέτη στο Ηρώδειο για τον «Γκάτσο που αγάπησα»!

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσακαλάκης
Φωτογραφίες: Αθηνά Γκούμα

Σε κάθε ψυχή κατοικεί ένας ποιητής, μικρός ή μεγάλος, όμως, λίγοι έχουν τη δύναμη να χτίσουν το σπίτι τους μέσα στις λέξεις και να φυλακίσουν το στιγμιαίο μέσα στην αιωνιότητα. Ένας εκ των ελαχίστων κορυφαίων είναι ο Νίκος Γκάτσος, κοινωνός του ρεύματος του υπερρεαλισμού με ένα μόνο ποιητικό έργο, την «Αμοργό», αλλά και με μία πλειάδα στίχων μνημειωδών τραγουδιών που τον παντρεύουν μοναδικά με την ελληνική παράδοση. Μία πολυσχιδής προσωπικότητα, μία αυστηρή και επιβλητική φυσιογνωμία με ασίγαστο πνευματώδες χιούμορ, λάτρης και θηρευτής του απροσδόκητου, ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος πλούσιος σε συναισθήματα και εικόνες με έμφυτη συνείδηση της διαχρονικότητας που κληροδότησε στη χώρα μας μία σπουδαία πολιτισμική παρακαταθήκη, ένα μεγάλο, πολύπτυχο και συμπαγές σε σπουδαιότητα ποιητικό έργο. Δεν ενέδωσε ποτέ στο θέλγητρο των συνεντεύξεων και στις σειρήνες της προβολής, πάντα μετρημένος αφουγκραζόταν τον κοινωνικό παλμό και ιχνηλατούσε πάνω του τις σκέψεις και τις εμπνεύσεις του δίχως αμετροέπεια και βερμπαλισμούς, αλλά με γνήσιο λαϊκό ένστικτο εκπορευόμενο, ωστόσο, από μία ακραιφνή ποιητική μήτρα με τεράστιο βεληνεκές.

o_gatsos_pou_agapisa_live_2017_10_008
Φόρο τιμής σε αυτή την βαρυσήμαντη προσωπικότητα των τεχνών και των γραμμάτων απέδωσαν την περασμένη Παρασκευή ο καταξιωμένος ερμηνευτής Μανώλης Μητσιάς και η εξαιρετική ηθοποιός Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε μία αξιέπαινη και, πραγματικά, καθηλωτική σύμπραξη στο κατάμεστο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού, μία κοιτίδα πολιτισμού, ένα χώρο απαράμιλλου αρχαίου ελληνορωμαϊκού κάλλους που αγκάλιασε το μεγαλείο των δημιουργιών του Νίκου Γκάτσου και των σπουδαίων συντελεστών. Λουσμένη στο φως η Ακρόπολη μαζί με το αρχαίο αθάνατο πνεύμα επόπτευαν αφ’ υψηλού τα πάντα κι όλα συνέθεταν ένα υποβλητικό σκηνικό, στο οποίο υποκλινόταν ακόμη και η ίδια η φύση, αφού ο λαμπερός ασημένιος δίσκος του φεγγαριού δεν άφησε στιγμή τα λιγοστά σύννεφα του αττικού ουρανού να τον κρύψουν.

Εικοσιπέντε χρόνια, λοιπόν, μετά τον θάνατο του κορυφαίου Νίκου Γκάτσου και οι δημιουργίες του εξακολουθούν να είναι ζωντανές, πολύτιμες και άφθαρτες στο χρόνο, γεγονός στο οποίο συνηγόρησε και η θεαματική προσέλευση του κόσμου που προσήλθε αθρόα και κατέκλυσε ασφυκτικά τις κερκίδες του αρχαίου θεάτρου, αδημονώντας να καθαρθεί. Με μία μικρή οργανωτική καθυστέρηση τα περιφερειακά φώτα χαμήλωσαν, τη σκηνή έντυσαν μοναδικά χρώματα και οι μουσικοί πήραν τις θέσεις τους με πραγματικό δέος και ταπεινότητα για όλο αυτό τον ογκόλιθο τέχνης που είχαν επωμιστεί να σηκώσουν. Τα όργανα που θα συνόδευαν τους ερμηνευτές ήταν μόνο τέσσερα (πιάνο, μπουζούκι, μαντολίνο, κοντραμπάσο) αποδεικνύοντας ότι ακόμη και έτσι μπορεί να δοθεί η μεγαλειώδης διάσταση και η πολύτιμη αξία τόσο μεγάλων συνθέσεων, χωρίς υπερβολές αλλά με την ενορχηστρωτική  λιτότητα που και οι ίδιοι οι δημιουργοί θα επιθυμούσαν.


Αμέσως μετά ανέβηκαν στη σκηνή καταχειροκροτούμενοι ο Μανώλης Μητσιάς και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, οι οποίοι αφού υποκλίθηκαν, έλαβαν τις θέσεις τους και άρχισαν σταδιακά με το νήμα της αιωνιότητας των τραγουδιών του Νίκου Γκάτσου να υφαίνουν μία πραγματικά αξέχαστη μουσική βραδιά, με την επιμέλεια και κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της πνευματικής κληρονόμου του ποιητή, Αγαθής Δημητρούκα. Το πρόγραμμα ξεκίνησε με τον Μανώλη Μητσιά να ερμηνεύει «Τ’ αστέρι του Βοριά» σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για να ακολουθήσουν μετά τα: «Ήταν καμάρι της αυγής», «Πάει καιρός», «Χελιδόνι σε κλουβί», «Στην άκρη του ουρανού», «Η μικρή Ραλλού», «Ο Γιάννης ο φονιάς», «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης», «Αθανασία», «Κεμάλ», «Τα παιδιά της καταιγίδας», «Μια Παναγιά» και πλήθος άλλων ανυπέρβλητης αξίας δημιουργιών του ίδιου συνθέτη, τις οποίες και οι δύο ερμηνευτές με αφοπλιστική δεινότητα απογείωσαν, βάζοντας τις ψυχές όλου του φιλοθεάμονος κοινού να περπατήσουν σε ένα αθάνατο μουσικό μωσαϊκό.

Το αφιέρωμα περιελάμβανε, ακόμη, συνθέσεις του ποιητή με τον Μίκη Θεοδωράκη («Το όνειρο καπνός», «Το πανηγύρι των άστρων» κ.ά.), τον Σταύρο Ξαρχάκο («Παλληκάρι στα Σφακιά», «Νυν και αεί», «Μάνα μου Ελλάς», «Το δίχτυ», «Η χοντρομπαλού» κ.ά.), τον Δήμο Μούτση («Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα», «Αύριο πάλι», «1922» κ.ά.) καθώς και με άλλους σπουδαίους μουσουργούς. Ρίγη νοσταλγίας και συγκίνησης πλημμύρισαν το αρχαίο θέατρο, το οποίο άλλοτε σειόταν από τα πηγαία και εκκωφαντικά χειροκροτήματα και τις επευφημίες των παρευρισκομένων και άλλοτε ανατρίχιαζε συθέμελα από το τραγούδισμα του πλήθους που έδινε στις συνθέσεις τη δυναμική ύμνου, κάνοντας αισθητή την πνευματική παρουσία του Νίκου Γκάτσου μέσα στις ιερές πέτρες του Ηρωδείου.


Το αφιερωματικό πρόγραμμα είχε διανθιστεί με απαγγελίες των ποιημάτων του Νίκου Γκάτσου, μικρές δηλώσεις ομοτέχνων, στενών συνεργατών, εισηγητών και μελετητών του ποιητή καθώς και ένα ποίημα του Κύπριου Μιχάλη Πασιαρδή για τον Γκάτσο που είχε γραφτεί το 1976. Η ενάργεια της ψυχής, η διαύγεια της φωνής, η στιβαρότητα του λόγου και ο αβίαστος εσωτερικός θεατρικός τρόπος απαγγελίας της πολυτάλαντης Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη έδωσαν πνοή σε όσα κείμενα εμφιλοχώρησαν μέσα στη μουσική ροή της εικοστής και πανηγυρικής παράστασης τους αφιερώματος «Ο Γκάτσος που αγάπησα», που γνώρισε τεράστια απήχηση όπου κι αν ταξίδεψε και φιλοξενήθηκε.

Αυτή η καταπληκτική ώσμωση πολιτισμού επιστεγάστηκε με την ερμηνεία του τραγουδιού «Άσπρη μέρα και για μας» του ποιητή σε σύνθεση του Σταύρου Ξαρχάκου, δίνοντας στον κόσμο μία αίσθηση αισιοδοξίας, αναπτέρωσης και ψυχικής ανάτασης. Και οι δύο ερμηνευτές κατέθεσαν όλο τους το «είναι» ανεβοκατεβαίνοντας τις οκτάβες σαν καρδιογράφημα και γοητεύοντας όλο το φάσμα των ηλικιών που είχε την τύχη να παραβρίσκεται σ’ αυτή την τόσο ξεχωριστή νύχτα. Μετά τη λήξη του προγράμματος οι καλλιτέχνες υποκλίθηκαν δεχόμενοι τις διθυραμβικές επευφημίες και το ένθερμο χειροκρότημα των θεατών που σηκωμένοι όρθιοι «απαιτούσαν» την παραμονή των συντελεστών επί σκηνής και την έστω μικρή παράταση του προγράμματος. Η επιθυμία του κοινού εισακούστηκε και οι ερμηνευτές επανήλθαν θριαμβευτικά ως μύστες των ιερών κληροδοτημάτων του Γκάτσου για να ερμηνεύσουν το τραγούδι «Χάρτινο το φεγγαράκι» σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ έκλεισαν με τον ύμνο στην ένδοξη Αθήνα, το ομώνυμο τραγούδι «Αθήνα» σε μουσική του ίδιου συνθέτη, με όλους τους καιρούς να σκύβουν ευλαβικά με δέος πάνω από τα ιερά μάρμαρα του Παρθενώνα. Ένας πίδακας εθνικής υπερηφάνειας και αγαλλίασης εκτοξεύτηκε  και πλημμύρισε το Ηρώδειο, αναβιώνοντας ανεξίτηλες μνήμες και ιδανικά, χάρη στον ποιητικό λόγο του αείμνηστου Νίκου Γκάτσου, του γητευτή έντονων συναισθημάτων και εικόνων, του ποιητή που η γραφή του είχε εμποτιστεί μέχρι και την τελευταία σταγόνα μελάνης με το ελιξίριο της αιωνιότητας.


«Πριν έμπει το φθινόπωρο πριν βγει το καλοκαίρι,
τότε που ο ήλιος χάνεται κι η μέρα σουρουπώνει
για να μερεύουν τα θεριά και της καρδιάς οι πόνοι»
Νίκος Γκάτσος: Νύχτα στον Κολωνό

Έπαιξαν οι μουσικοί:
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΓΟΥΑΣΤΩΡ: πιάνο
ΗΡΑΚΛΗΣ ΖΑΚΚΑΣ: μπουζούκι – μαντολίνο
ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ: κοντραμπάσο


*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση