«Μπαμπά χορεύεις…;» – Μια κριτική πάνω στην παράσταση του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά

Γράφει ο Γιάννης Τσούμαλης 

Η παράσταση «Μπαμπά χορεύεις» είναι στην ουσία μία σύνθεση αποσπασμάτων έργων τέχνης (από θεατρικά έργα μέχρι και τραγούδια) με κεντρικό άξονα και κοινό στοιχείο τη σχέση του καθενός μας με τον πατέρα του. Παρουσιάζεται στο φουαγιέ του πρώτου ορόφου του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, γεγονός που προσθέτει στη παράσταση το θετικό στοιχείο ενός εντελώς διαφορετικού, πλήρως ατμοσφαιρικού (θεατρικού) χώρου.

Στα συν της παράστασης είναι ο Θάνος Τοκάκης, ο Θανάσης Zερίτης και Kωνσταντίνος Πλεμμένος και η Μάρθα Φριντζήλα με ξεχωριστή ερμηνεία αυτή του Τοκάκη, ο οποίος κατάφερε και δημιούργησε μέσα στη αποσπασματικότητα τη σωστή ένταση που έπρεπε σε κάθε σκηνή του. Κινούταν με μεγάλη ευκολία και πειστικότητα από το κωμικό, στο τραγικό και στο δραματικό στοιχείο. Ομοίως και οι άλλοι δύο, οι οποίοι προσωπικά σε ορισμένες σκηνές μου φάνηκαν επιτηδευμένοι. Ωστόσο, οφείλω να αναφέρω πως οι τρεις αυτοί ηθοποιοί καταφέρνουν να κρατήσουν το νοητικό και συγκινησιακό ενδιαφέρον του θεατή όσο τους επιτρέπει το ίδιον της αποσπασματικότητας. Ο Kωνσταντίνος Πλεμμένος έχει, μεταξύ άλλων , έναν μονόλογο προς το τέλος του έργου, ο οποίος ομολογουμένως με παρέσυρε στη τραγικότητά του, αλλά και ο Θανάσης Ζερίτης με εμφανή τη κωμική φλέβα καταφέρνει να ακροβατεί μεταξύ τραγέλαφου και δραματικότητας. Η Μάρθα Φριντζήλα είναι η γυναίκα του νοητού πατέρα που λείπει και, όπως συνάγεται, έχει τον ρόλο του συνδέσμου μεταξύ των διαφόρων αποσπασμάτων, χωρίς να καταφέρει να μου δημιουργήσει κάποια ξεχωριστή συγκίνηση, εξαιρουμένων των στιγμών που τραγουδά.

 

mpampa_xoreueis_2017_03_001

Η σκηνοθεσία είναι δυσκόλως ερμηνεύσιμη και σε ορισμένες σκηνές αινιγματική. Υπάρχουν στοιχεία παραλόγου, όπως επαναλαμβανόμενες φράσεις που ξεκινούν φυσικά εκφερόμενες και καταλήγουν κωμικές, σχεδόν γελοίες (κι αυτό δίνει μια στιβαρή αίσθηση προσεγμένης σκηνοθετικής επιλογής εν προκειμένω), με την επανάληψη. Πιθανή ερμηνεία θα ήταν το παράλογο μιας σχέσης που πάσχει, από άποψη τουλάχιστον φροϋδικής θεωρίας, από ορισμένες, εξηγημένες και μη εμμονές.

Ωστόσο, ο σκηνοθέτης –κι αυτό είναι το σοβαρό μειονέκτημα της παράστασης- είχε μια απίστευτη δυσκολία να αντιμετωπίσει : τη σύζευξη των αποσπασμάτων. Κάθε έργο είναι ένα σύνολο, με τις προσεχτικά χτισμένες του συγκινήσεις, κλιμακώσεις και νοήματα. Όταν από αυτό αποκόπτεται ένα (μικρό ή μεγάλο) μέρος, η παρουσίαση μόνου αυτού στερείται του δομημένου της περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα η βαθειά συγκίνηση, που θα προκαλούσε, ως αισθητικό και νοητικό όλον, να χάνεται. Κι αν μια σταχυολόγηση αφορά δυο-τρία συγκεκριμένα έργα, η δυσκολία του σκηνοθέτη, αλλά και του θεατή (να καταλάβει) είναι μικρότερη. Όταν, όμως, όπως εδώ, πρόκειται για εντελώς διαφορετικά και πολυάριθμα αποσπάσματα, ο θεατής δυσκολεύεται να παρακολουθήσει και να εισπράξει ό, τι ίσως ο σκηνοθέτης θέλησε.

Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα ξεχωριστό θέαμα, που θα σας κάνει να γελάσετε κατ’ αρχάς και στα σημεία τα συγκινηθείτε. Η προσέγγιση είναι πλουραλιστική και φωτίζει το θέμα από πολλές διαφορετικές γωνίες με πολύ καλές ερμηνείες εκ μέρους των τεσσάρων συντελεστών. Δυστυχώς, όμως, η αποσπασματικότητα και η ποικιλομορφία αυτών  σε συνδυασμό με μια σκηνοθεσία που προσπαθεί – όχι επιτυχημένα- να συνταιριάξει τα ετερώνυμα.

 

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση