Πέντε χρόνια χωρίς τον Στέλιο...
Σαν σήμερα, πριν από πέντε χρόνια, έφυγε απ' τη ζωή ο Στέλιος Καζαντζίδης...
14/9/2006
Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης
Music Corner

«Γιατί μόνο στην καρδιά του λαού ζω. Εκεί είναι το σπίτι μου, εκεί γεννήθηκα, εκεί θα πάψω κάποτε να υπάρχω. Σας ευχαριστώ». Με αυτά τα λόγια ο Στέλιος Καζαντζίδης έκλεινε τον πρόλογό του στο δίσκο «Υπάρχω». Αυτό το μοιραίο «κάποτε» ήλθε σαν σήμερα, την Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2001, όταν ο μεγαλύτερος τραγουδιστής που γέννησε τούτος ο τόπος έφυγε από τον «γυάλινο κόσμο» μας για «εκεί που όποιος πάει, τα βάσανα ξεχνάει»...

Πέρασαν λοιπόν κιόλας πέντε χρόνια από εκείνο το πρωινό που όλη η Ελλάδα (και όχι μόνο) πάγωσε στην είδηση του θανάτου της «φωνής» της. Μια φωνή που για πενήντα χρόνια είπε όλα όσα ολόκληρος ο ελληνισμός ήθελε να εκφράσει. Μίλησε για «τους καημούς, τα προβλήματά σας, την πίκρα της ξενιτιάς, το μόχθο του εργάτη, την εγκατάλειψη, τη μοίρα του ανθρώπου της συνοικίας», όπως έλεγε και ο ίδιος στον πρόλογο του «Υπάρχω». Και όχι μόνο γι' αυτά. Η φωνή του εξέφρασε την κοινωνική αδικία, τη μετανάστευση, τη φτώχια, την προδομένη αγάπη, αλλά και τις λίγες ευτυχισμένες στιγμές μας. Μια φωνή μεστή, ογκώδης, ζεστή και στεντόρεια, που μπορούσε να κάνει και το πιο αδιάφορο τραγούδι αριστούργημα. Μια φωνή που μέσω αυτής, ήταν σαν να μιλούσαν εκατομμύρια Έλληνες σε όλο τον κόσμο...

Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1931 στη Νέα Ιωνία, στην οδό Αλαείας 33. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Είχε την ατυχία να χάσει τον πατέρα του μόλις στα 15 χρόνια του, οπότε από εκεί και πέρα ξεκίνησε ένα μεγάλο αγώνα για να μπορέσει να θρέψει τη μητέρα του και τον μικρό αδελφό του. Έκανε πολλές δουλειές για να ζήσει, μέχρι που στις αρχές της δεκαετίας του '50 μπήκε στη ζωή του το τραγούδι.

Μπορεί η πρώτη του ηχογράφηση στις 5 Ιουλίου του 1952 να ήταν μια παταγώδης αποτυχία («Για μπάνιο πάω» σε μουσική και στίχους του Απόστολου Καλδάρα), ωστόσο με τις «Βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου και του Κώστα Μάνεση τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς γνωρίζει την «παρθενική» του επιτυχία. Από εκεί και πέρα, ανεβαίνει με γρήγορα και σταθερά βήματα στην κορυφή του ελληνικού τραγουδιού, εκεί από όπου ουσιαστικά δεν έφυγε ποτέ. Συνεργάζεται με τους σπουδαιότερους λαϊκούς συνθέτες της εποχής (Τσιτσάνη, Μητσάκη, Χιώτη, Δερβενιώτη, Παπαϊωάννου, Ζαμπέτα, Μπακάλη κ.α.) και οι επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη.

Το 1957 γνωρίζει τη Μαρινέλλα και ξεκινούν αμέσως συνεργασία στα στούντιο και στα νυχτερινά κέντρα στα οποία κάθε βράδυ δημιουργείται το αδιαχώρητο, όπως και στις περιοδείες τους στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι δυο τους θα δημιουργήσουν το κορυφαίο ντουέτο όλων των εποχών και θα γράψουν τη δική τους μεγάλη ιστορία, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60 οπότε και θα χωρίσουν, παρά το γεγονός ότι είχαν παντρευτεί το 1964.

Στις αρχές εκείνης της χρονιάς, ο Καζαντζίδης «μεταγράφεται» από την τότε "Columbia" στην "Odeon - Parlophone" του Μίνωα Μάτσα (πατέρα του Μάκη), η οποία στα τέλη του 1968 θα μετονομαστεί σε "Minos". Συνεχίζει κι εκεί τις μεγάλες επιτυχίες, ενώ σταματά τις εμφανίσεις στα νυχτερινά κέντρα το 1965, απόφαση που τήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του και παρά τις ιλιγγιώδεις οικονομικές προσφορές που κατά καιρούς του γίνονταν.

Τα πρώτα «σύννεφα» στις σχέσεις του με την εταιρεία εμφανίζονται το 1968, όταν θα «αυτομολήσει» και θα ηχογραφήσει κάποια τραγούδια για λογαριασμό της «Ελλαδίσκ - Phonogram» (πιο γνωστής ως "Philips" και νυν "Universal") στην τελευταία συνεργασία του με τη Μαρινέλλα. Ωστόσο, η κόντρα με τη "Minos" θα κορυφωθεί το 1975 και μετά την έκδοση του δίσκου «Υπάρχω», γεγονός που θα τον κρατήσει εκτός δισκογραφίας μέχρι τον Μάρτιο του 1987, όταν και ξαναμπαίνει «Στο δρόμο της επιστροφής» που σε μόλις τρεις ημέρες κυκλοφορίας ξεπέρασε τις 100.000 αντίτυπα! Μεσολάβησαν ατελείωτες δικαστικές διαμάχες με την εταιρεία και πολλές επανακυκλοφορίες από μέρους της παλαιών τραγουδιών του σε δίσκους με τίτλους όπως «Καινούργιοι κόσμοι», «Τώρα» κ.α.

Από εκεί και πέρα, μέχρι και το 2000 ο Στέλιος Καζαντζίδης συνεχίζει να επικοινωνεί με το κοινό του μέσω των - κατά βάση ετήσιων - δίσκων του, οι οποίοι κάνουν μεγάλες πωλήσεις και γίνονται χρυσοί και πλατινένιοι, μεγαλώνοντας το ρεπερτόριό του που είναι σχεδόν αδύνατο για τον οποιονδήποτε να το αριθμήσει με απόλυτη ακρίβεια. Η αλήθεια είναι ότι έγιναν αρκετές και καλές προσπάθειες, όμως πάντα κάτι θα λείπει...

Στις αρχές του 2001 εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ασθένειας και παρά την εντατική θεραπεία που έγινε τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία, στις 14 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς ο μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής αφήνει την τελευταία του πνοή, τρεις ημέρες μετά την επίθεση της «Αλ Κάιντα» στους «Δίδυμους Πύργους» της Νέας Υόρκης.

Χιλιάδες λαού από την Ελλάδα και το εξωτερικό τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, ενώ λίγες μέρες μετά έγινε γνωστό ότι μόνο στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου το 1968 είχε παραστεί περισσότερος κόσμος! Αυτό απέδειξε για ακόμη μια φορά ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν ήταν απλώς ένας τραγουδιστής, αλλά ο ίδιος ο ελληνισμός απανταχού της γης.

Πέντε χρόνια μετά, το «αγριολούλουδο» του ελληνικού τραγουδιού όχι μόνο δεν μαράθηκε, αλλά εξακολουθεί να στέκει ζωντανό και περήφανο. Κανένας δεν τον έχει ξεχάσει και τα τραγούδια του ακούγονται (και ενίοτε «εκτελούνται») καθημερινά στα κέντρα διασκέδασης, αν και όχι τόσο στους ραδιοφωνικούς σταθμούς που προτιμούν τα «φαινόμενα» της εποχής. Όσα χρόνια όμως κι αν περάσουν, ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν πρόκειται να ξεχαστεί ποτέ από όλους όσοι αγαπούν το καλό ελληνικό τραγούδι και σκοπεύουν να το διαδώσουν και στις επόμενες γενιές. Ζει στην καρδιά του λαού και θα υπάρχει στα τραγούδια που θ' ακούμε εμείς και τα παιδιά μας.

Θα κλείσω αυτό το κομμάτι μνήμης (κι όχι μνημόσυνου), με μια παράκληση στον μεγάλο απόντα: «Ένα γράμμα να μου στείλεις απ' τον Άδη, αν το φως είν' πιο καλό απ' το σκοτάδι». Στέλιο, δεν έφυγες ποτέ. Είσαι και θα παραμείνεις ΑΘΑΝΑΤΟΣ...

MC Team ID