Ο Δώρος Δημοσθένους στο Music Corner!

Συνέντευξη στη Μαρία Αβραμίδου
Φωτογραφίες: Χαρά Γερασιμοπούλου

Το ταξίδι του στον χώρο της μουσικής ξεκίνησε από την Κύπρο, σε πολύ νεαρή ηλικία, χωρίς χάρτες ή συγκεκριμένο προορισμό. Η μέχρι στιγμής πορεία του τον έχει οδηγήσει σε διάφορα «λιμάνια», όπου τον γοήτευσαν μελωδίες νοσταλγικές, σύγχρονες, λαϊκές, ρυθμικές… και ποιος ξέρει πόσες ακόμη! Όλες τους συνυπάρχουν μέσα του, πάντοτε με κοινή πυξίδα τη συγκίνηση. Αυτή είναι η λέξη που χρησιμοποίησε πιο συχνά από όλες στην κουβέντα που κάναμε για το MusicCorner.gr, αυτή είναι ο «μπούσουλας» που τον εμπνέει και που, τελικά, καθορίζει τη διαδρομή.

Συναντηθήκαμε ένα ηλιόλουστο μεσημέρι στον Εθνικό Κήπο, λίγες μέρες πριν από τη «συλλεκτική» παράσταση “Sing, Sing, Sing”, την οποία θα παρουσιάσει το Σάββατο, 11 Μαρτίου στο “PassPort Κεραμεικός Upstairs”, παρέα με το γυναικείο φωνητικό σύνολο “1, 2, 3 Swing” και τη χορευτική ομάδα “Athens Lindy Hop”. Ακολούθησε με επαγγελματισμό όσο και αυθορμητισμό τις οδηγίες της Χαράς Γερασιμοπούλου και όλες οι αντιθέσεις που συνθέτουν την προσωπικότητά του, αποτυπώθηκαν στις θαυμάσιες φωτογραφίες που συνοδεύουν αυτή του τη συνέντευξη.

Κυρίες και κύριοι, ο Δώρος Δημοσθένους!

doros_dimosthenous_interview_2017_03_009

Πώς θα περιέγραφες το μουσικό σου «πορτρέτο» σε κάποιον που δεν σε γνωρίζει;
Κατά βάση, είμαι ένας τραγουδιστής ο οποίος δεν ερμηνεύει ένα συγκεκριμένο είδος, αλλά κάποιος που θέλει να εξαντλεί τις δυνατότητές του και τραγουδάει μουσική που τον συγκινεί και που νιώθει ότι ταιριάζει στη φωνή του. Σίγουρα για να εκφραστεί, το τραγούδι φιλτράρεται μέσα από εμπειρίες, μέσα από τη φαντασία, η οποία, όπως ξέρεις, σε κάποιους καλλιτέχνες οργιάζει.

 

Ποιο είναι το πρώτο τραγούδι ή άκουσμα που θυμάσαι να έκανε τη δική σου φαντασία να ταξιδέψει;
Το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι και με ταξίδεψε ήταν ένα του Μπιθικώτση, που έλεγε «Στου Μπελαμί το Ουζερί». Έχει μια γλυκιά μελαγχολία και ένα φως παράλληλα. Και σε ταξιδεύει σε κάτι άγνωστο που μπορεί να το γυρεύεις μια ζωή…

…εννοείται ότι θέλω να έχουν απήχηση αυτά που κάνω, αλλά μ’ αρέσει να συγκινούνται αυτοί που το αξίζουν και το έχουν μέσα τους. Δεν με ενδιαφέρουν καθόλου αυτοί που απλώς πάνε να διασκεδάσουν και ακολουθούν έναν τραγουδιστή επειδή έχει βγει στο προσκήνιο…

Αυτή σου η ανάμνηση με παραπέμπει στην, κατά τη γνώμη μου, πιο απρόσμενη διασκευή που περιλαμβάνεται στον πρόσφατο προσωπικό σου δίσκο, με τίτλο “Compère”. Δεν περίμενα να ακούσω με αυτόν τον τρόπο το «Στρώσε το Στρώμα σου για Δυο». Έφερες ένα καθαρά λαϊκό τραγούδι στα μέτρα μιας φρέσκιας ενορχήστρωσης, διατηρώντας παράλληλα ατόφιο τον χαρακτήρα του.
Με οδήγησε ο τρόπος με τον οποίο διάβαζα τα λόγια και το ρυθμικό του, όπως υπήρχε ήδη, γιατί η μελωδία είναι πολύ χαρακτηριστική. Αυτό που αλλάζει είναι «υπόγειο», στο ίδιο το τραγούδι δεν αλλάζει κάτι. Τη συγκεκριμένη διασκευή την έκανα με έναν φίλο, τον Luis Salvador και η ενορχήστρωση των πνευστών ανήκει στον Κώστα Στάικο.

…νιώθω άνετα να τραγουδήσω από ένα ρεμπέτικο, μέχρι κομμάτι από μιούζικαλ. Είμαι και Αμερικάνος, είμαι και ρεμπέτης…

Γενικά, έχεις φτιάξει έναν πολύ φωτεινό δίσκο…
Αυτή είναι η εξωτερική εικόνα, αυτό που φαίνεται. Έχω και πολύ σκοτάδι μέσα μου…

Κρατά τις ισορροπίες αυτή η αντίθεση;
Πιθανόν. Όπως εδώ που βρισκόμαστε, στον Εθνικό Κήπο, και βλέπουμε αυτό το δέντρο απέναντι που είναι ψηλό και φωτεινό. Ε, από κάτω είναι η ρίζα του που είναι σκοτεινή και βαθιά…

 

Οι αντιθέσεις και η μοναδικότητά μας, άλλωστε, μάς κάνουν αυτούς που είμαστε.
Είμαστε αντιφατικοί, ναι. Είμαστε άνθρωποι!

…Το φως είναι η εξωτερική εικόνα, αυτό που φαίνεται. Έχω και πολύ σκοτάδι μέσα μου…

Οι περισσότεροι σε γνωρίσαμε και σε έχουμε συνδυάσει με ένα στυλ τραγουδιού που τώρα έχει γίνει μόδα: λίγο swing, λίγο jazz, μια αύρα άλλης εποχής… Τι σε γοητεύει σε αυτό το είδος μουσικής;
Η αλήθεια είναι ότι πάντα επιστρέφω, κατά κάποιον τρόπο, σε μια εποχή που δεν έζησα. Οι αναφορές μου σε αυτό το είδος, προέρχονται και από τον αμερικάνικο κινηματογράφο κατά βάση, από ταινίες όπως είναι για παράδειγμα η «Καζαμπλάνκα». Θα ήθελα να ζούσα σε αυτήν την εποχή γιατί είχε μια αισθητική: στο ντύσιμο, στη μουσική, ακόμη και στη λογοτεχνία, με τους λεγόμενους «καταραμένους συγγραφείς». Με έλκει ιδιαίτερα αυτό και νομίζω ότι είναι κοντά μου. Φυσικά, σ’ αυτό έπαιξε ρόλο και η συνεργασία μου με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, ο οποίος, όταν συναντηθήκαμε και μιλούσαμε για μουσικές, μου λέει «κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι».

Τον τιμάς, άλλωστε, κλείνοντας το album σου με το ευφυέστατο τραγούδι του «Δεν Είναι (Κομπέρ)». Ξεσκονίζοντας λίγο τα γαλλικά μου, επιβεβαίωσα ότι η ακριβής σημασία του όρου “Compère” είναι «συνένοχος, οδηγός στην πλάνη». Αυτό που έκανε, λοιπόν, ο κομπέρ μιας άλλης εποχής ήταν να σου παρουσιάζει τα πράγματα όπως εκείνος τα έβλεπε και να σε παρασύρει σε ένα ταξίδι μαζί του –ένα ταξίδι με ήχους και εικόνες. Επιδιώκεις κι εσύ να δημιουργήσεις μια δική σου αφήγηση στις 11 Μαρτίου στο “PassPort Κεραμεικός Upstairs”, με την παράσταση “Sing, Sing Sing”;
Ο στόχος μου για τη συγκεκριμένη βραδιά είναι να περάσει ο κόσμος καλά και να πω κι εγώ κάποια τραγούδια που τα έχουν ερμηνεύσει μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως οι Perry Como, Dean Martin, Frank Sinatra. Αλλά κυρίως θέλω να υπάρξει αυτή η ευφορία που έχω κι εγώ ανάγκη να εκφράσω και να μεταδώσω. Να είναι σαν ένα πάρτι όπως αυτά που φανταζόμαστε ή με κάποιον τρόπο τα έχουμε ζήσει και υπάρχουν ακόμη αμυδρά στη μνήμη μας. Παράλληλα, υπάρχει μέσα στην παράσταση κι αυτό το στοιχείο της πλάνης, μιας πλάνης που σε ταξιδεύει χωρίς να έχει συγκεκριμένο προορισμό.

 

Αυτό που ο καθένας μας εισπράττει από τη μουσική, άλλωστε, είναι καθαρά προσωπικό.
Βέβαια. Και όταν ξέρεις και τον προορισμό εκ των προτέρων, το πράγμα χάνει το ενδιαφέρον του. Είναι ωραία αυτή η αίσθηση που είχαμε στην εφηβεία μας, όταν πρωτογνωρίζαμε τραγούδια που θυμόμαστε κι αυτά έχουν ριζώσει μέσα μας, μας καθοδηγούν και μας ακολουθούν.

…είμαι ένας τραγουδιστής ο οποίος δεν ερμηνεύει ένα συγκεκριμένο είδος, αλλά κάποιος που θέλει να εξαντλεί τις δυνατότητές του και τραγουδάει μουσική που τον συγκινεί και που νιώθει ότι ταιριάζει στη φωνή του…

Υπάρχει «μυστικό» στο να φέρνεις τραγούδια από το παρελθόν στο σήμερα; Πώς μπορείς να τα κάνεις «φρέσκα» και να μας αφορούν;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει συνταγή, πέρα από το να κρατήσει κάποιος την ατμόσφαιρα του παλιού και να το αποδώσει με έναν καινούργιο τρόπο, έτσι κάπως που να ταιριάξει το παλιό με το καινούργιο. Στη μουσική μπορούν να γίνουν τα πάντα, να κάνεις κάτι εντελώς διαφορετικό. Προσωπικά θέλω να κρατήσω το κλίμα αυτής της εποχής, γιατί έχει κάτι που με συγκινεί. Και νομίζω ότι αυτά τα παλιά τραγούδια έχουν το στοιχείο της μελωδίας και του ρυθμού. Ωραίοι στίχοι, απλοί, γι’ αυτό και μεταφέρουν την ατμόσφαιρα και έχουν μείνει διαχρονικά. Δεν ξέρω τώρα κατά πόσον μπορώ όντως να απευθυνθώ σε πάρα πολύ νέους ανθρώπους, με αυτές τις επιλογές μου. Ας πούμε, ο γιος μου ακούει άλλα πράγματα, αν και έχει περάσει και από μουσικές που άκουγα εγώ –τους Beatles, τον Elvis. Δεν προσπαθώ πάντως να κάνω κάτι της μόδας και έχω ανάγκη να πω και καινούργια πράγματα, αρκεί να υπάρχει ένα στοιχείο συγκίνησης.

 

Προσωπικά σε έχω ακούσει να τραγουδάς τελείως διαφορετικά είδη –από ροκ, μέχρι Τσιτσάνη. Πού εντοπίζεις τη χρυσή τομή μεταξύ του να είσαι αναγνωρίσιμος και παράλληλα να μη σε ακολουθεί κάποια ταμπέλα;
Όντως, νομίζω ότι δεν είναι εύκολο να με χαρακτηρίσεις, ούτε επιδιώκω να χτίσω συγκεκριμένο προφίλ, κι αυτό είναι μάλλον αντιεμπορικό. Είναι δύσκολος δρόμος το να μην αφήνεις ένα στίγμα. Εγώ νιώθω άνετα από το να τραγουδήσω ένα ρεμπέτικο μέχρι κομμάτι από μιούζικαλ. Είμαι και Αμερικάνος, είμαι και ρεμπέτης!

Υπάρχει πάντως κοινός παρονομαστής: η φωνή και, κυρίως, η ερμηνεία σου.
Αν αφήνει συγκίνηση είτε η μία είτε η άλλη, σημαίνει ότι ο στόχος έχει επιτευχθεί.

…είναι ωραία αυτή η αίσθηση που είχαμε στην εφηβεία μας, όταν πρωτογνωρίζαμε τραγούδια που θυμόμαστε κι αυτά έχουν ριζώσει μέσα μας, μας καθοδηγούν και μας ακολουθούν…

Σήμερα που ζούμε σε μια, ως επί το πλείστον, σκοτεινή εποχή, η μουσική ίσως είναι ικανή να φέρει ένα φως. Προσωπικά όμως τί θέλεις να πετύχεις μέσα από τη μουσική, τί σημαίνει για σένα;
Επιθυμώ να ασχολούμαι με τη μουσική, να κάνω διαφορετικά πράγματα, να πειραματίζομαι, να τραγουδάω και να γράφω. Η δουλειά μας σώζει –και το λέμε δουλειά γιατί είναι και βιοπορισμός, περισσότερο όμως είναι ανάγκη. Εννοείται ότι θέλω να έχουν απήχηση αυτά που κάνω, αλλά μ’ αρέσει να συγκινούνται αυτοί που το αξίζουν και το έχουν μέσα τους. Δεν με ενδιαφέρουν καθόλου αυτοί που απλώς πάνε να διασκεδάσουν και ακολουθούν έναν τραγουδιστή επειδή έχει βγει στο προσκήνιο.

Δεν είναι και λίγο παράδοξο φαινόμενο το γεγονός ότι, ενώ και η δισκογραφία βρίσκεται σε μεγάλη κρίση, βλέπουμε να προβάλλονται πολλά talent shows και να βγαίνουν συνεχώς νέοι τραγουδιστές;
Μια κοροϊδία είναι, νομίζω. Αυτά τα παιχνίδια γίνονται καθαρά για την προβολή των καλλιτεχνών που συμμετέχουν ως κριτές και θέλει κάποια εταιρεία να τους προωθήσει, και όχι για τα νέα παιδιά που διαγωνίζονται. Υπάρχει δηλαδή τώρα τόση άνθιση στον χώρο της μουσικής και τόση ζήτηση στη δισκογραφία που να ψάχνουν για νέους καλλιτέχνες; Δεν νομίζω…

 

Εσένα θα σε ενδιέφερε να δώσεις τραγούδια σε άλλους καλλιτέχνες;
Όταν βάλω σε τάξη το μυαλό μου, εννοείται! Δεν σημαίνει άλλωστε ότι αυτά που γράφω μου πάνε όλα. «Γεννιούνται» συνεχώς μέσα μου πράγματα, ωστόσο έχω συνήθως δυσκολία στο να τα ολοκληρώνω.

…τα talent shows γίνονται καθαρά για την προβολή των καλλιτεχνών που συμμετέχουν ως κριτές και θέλει κάποια εταιρεία να τους προωθήσει, και όχι για τα νέα παιδιά που διαγωνίζονται…

Υπάρχουν πράγματα που θα ήθελες να κάνεις επαγγελματικά στη συνέχεια, έχεις κάποιο πλάνο;
Σκέφτομαι πάρα πολλά πράγματα, αλλά δεν έχω καταλήξει πού θα κατευθυνθώ. Ίσως η ευκολία μου να μπορώ να κάνω διαφορετικά πράγματα, να είναι και δυσκολία ταυτόχρονα. Θεωρώ πάντως ότι ερμηνεύω κάθε είδος τραγουδιού όπως πραγματικά το αισθάνομαι, με τις δικές μου φωνητικές και εκφραστικές αποχρώσεις. Θα ήθελα επίσης κάποια στιγμή να συνεργαστώ με συνθέτες όπως ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος, τους οποίους και εκτιμώ ιδιαίτερα.

Ασχολείσαι με τη μουσική από πολύ μικρός. Υπάρχει κάτι που δεν φανταζόσουν ότι θα σου συμβεί και τί ανακάλυψες στην πορεία αυτής της διαδρομής;
Πάρα πολλά. Μικρός άκουγα Μπιθικώτση, Στράτο Διονυσίου, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, αλλά με γοήτευαν και κάποιοι «διάττοντες αστέρες». Στην εφηβεία μου ανακάλυψα και τα μιούζικαλ –ήμουν μάλιστα σολίστ σε ένα φωνητικό σύνολο που έκανε τα πρώτα μιούζικαλ στην Κύπρο. Κάποια στιγμή, άρχισα να τα βρίσκω γλυκανάλατα και σταμάτησα, ενώ πολλοί μου λένε ότι ήταν λάθος που δεν πήγα στην Αγγλία να ασχοληθώ περισσότερο με το συγκεκριμένο είδος.

…δεν προσπαθώ να κάνω κάτι της μόδας και έχω ανάγκη να πω και καινούργια πράγματα, αρκεί να υπάρχει ένα στοιχείο συγκίνησης…

Υπάρχει κάποιο τραγούδι, είτε δικό σου είτε όχι, που να σε εκφράζει και να σε «ακολουθεί» αυτήν την εποχή;
Με έχει συγκινήσει το «Όταν Πέφτει το Βράδυ», που λέει η Ελεωνόρα Ζουγανέλη. Η αλήθεια είναι ότι δεν παρακολουθώ και πολύ τους τραγουδιστές «πρώτης γραμμής», αλλά αυτό, όποτε το ακούω, κάτι μου κάνει…

 

Κλείνοντας, θέλω να μου πεις τί θα επιθυμούσες να σκέφτονται οι άνθρωποι όταν, μετά από καιρό, φέρνουν στον νου τους το όνομα «Δώρος Δημοσθένους»;
Θέλω να θυμούνται ότι υπήρξα ένας καλός τραγουδιστής που τους χάρισε σε κάποια στιγμή μια συγκίνηση.

doros_dimosthenous_interview_2017_03_008

*** Περισσότερα για την εμφάνισή του Δώρου Δημοσθένους στο Passport Κεραμεικός Upstairs, το ερχόμενο Σάββατο 11/3, μπορείτε να δείτε εδώ

————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση