Ο Γιάννης Σπανός και οι “Ανθολογίες” του…


afierwmeno_eksairetika_logo_500x100

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης

“Η σημασία αυτής της στήλης του musiccorner είναι ακριβώς ότι λέει ο τίτλος της: “Αφιερωμένη εξαιρετικά” σε ανθρώπους που προσέφεραν στο ελληνικό τραγούδι, αλλά μένοντας ηθελημένα στην “οπισθοφυλακή” και χωρίς ποτέ να ζητήσουν κάτι περισσότερο από το να κάνουν αυτό που αγαπούσαν.

Η δουλειά τους περιορίστηκε στην πίστα, στο στούντιο, στη γραφή μουσικής και στίχου και πουθενά αλλού. Άλλοι έκαναν μεγάλη επιτυχία, άλλοι μικρότερη. Άλλοι συνεχίζουν την πορεία τους και παλεύουν, άλλοι έχουν αποχωρήσει. Άλλοι έχουν φύγει από τη ζωή.

Όμως, όλοι τους ανεξαιρέτως έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στην ελληνική μουσική σκηνή και δικαιούνται αυτό που τους προσφέρουμε: Μια γωνιά “αφιερωμένη εξαιρετικά”…!

———————————————————–

Αειθαλής, δημιουργικός, σύγχρονος, πολύπλευρος και πάντα ανοιχτός σε συνεργασίες με νέα παιδιά. Αυτός είναι εν συντομία ο Γιάννης Σπανός, ένας από τους σπουδαιότερους και πολυγραφότερους συνθέτες που γέννησε η χώρα μας. Επί μισό αιώνα και πλέον, έχει «στολίσει» το ελληνικό πεντάγραμμο με υπέροχες μελωδίες, που θ’ ακούν και θα τραγουδούν και οι επόμενες γενιές.

Ωστόσο, οι τρεις «Ανθολογίες» του συγκαταλέγονται δικαίως στα μουσικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα και τα τραγούδια που περιλαμβάνουν, είναι πασίγνωστα κι αγαπημένα. Στις δύο από αυτές συμμετείχε και η προ μηνός «αναχωρήσασα» Αρλέτα, την οποίαν εκείνος ανέδειξε και με τις δικές του δημιουργίες άρχισε να γίνεται γνωστή στο κοινό…

Σκεφθήκαμε λοιπόν να κάνουμε ένα αφιέρωμα σε τούτη την «τριλογία», για να θυμίσουμε στους παλαιότερους και να γνωρίσουμε στους νεότερους μια μοναδική κι ανεπανάληπτη εποχή για το ελληνικό τραγούδι…

spanos_giannis

Το πρώτο ποιητικό ταξίδι σε «άσπρα καράβια»…

Ο Γιάννης Σπανός αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60, έπειτα από παραμονή πολλών ετών στη Γαλλία, κατά τη διάρκεια των οποίων είχε «χτίσει» μια άκρως επιτυχημένη καριέρα, συνεργαζόμενος με διάσημους ερμηνευτές της συγκεκριμένης χώρας.

Με την έλευσή του και τα πρώτα «εν Ελλάδι» τραγούδια του, ουσιαστικά δημιουργήθηκε και «άνθισε» το λεγόμενο «Νέο Κύμα», που έκλεισε μέσα του μια σειρά σημαντικότατων νέων δημιουργών κι ερμηνευτών (Σαββόπουλος, Μαυρουδής, Κόκοτος, Χωματά, Βιολάρης, Αστεριάδη κ.α.).

Βεβαίως, καθοριστικό ρόλο σε τούτο το «κίνημα» έπαιξε η εταιρεία LYRA του αείμνηστου Αλέκου Πατσιφά, η οποία στην ουσία «επέβαλλε» το εν λόγω μουσικό ρεύμα, που τόσο αγαπήθηκε από το κοινό…

Παράλληλα με όλα αυτά, ο Σπανός αποφασίζει ν’ ασχοληθεί με την νεοελληνική ποίηση και να μελοποιήσει κάποια από τα αριστουργήματά της. Άλλωστε, όταν βρισκότανε στη Γαλλία, είχε γράψει αρκετά τραγούδια βασισμένα σε έργα Γάλλων ποιητών και ο «χώρος» δεν του ήταν άγνωστος.

Έτσι, με τη δικτατορία των συνταγματαρχών να μετρά μόλις λίγους μήνες «ζωής», στα τέλη του 1967 κυκλοφορεί την πρώτη του ελληνική «Ανθολογία», βάζοντας μελωδίες σε υπέροχα ποιήματα δημιουργών των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, όπως ο Λαπαθιώτης, ο Βιζυηνός, η Μυρτιώτισσα, ο Παπαντωνίου κ.α.

Όσο για τους ερμηνευτές, τι καλύτερο από τους βασικούς -και πολύ νέους τότε- εκπροσώπους του «Νέου Κύματος»; Καίτη Χωματά, Μιχάλης Βιολάρης, Πόπη Αστεριάδη, Γιώργος Ζωγράφος και φυσικά, Γιάννης Πουλόπουλος…

Η επιτυχία του εγχειρήματος είναι άμεση, μεγάλη και διαχρονική. Ο συνθέτης αποδεικνύει το μέγιστο ταλέντο του να γράφει διαφορετικά είδη μελωδιών, καθώς σ’ αυτό το δίσκο υπάρχουν από ζεϊμπέκικα και μπαλάντες, μέχρι …τσάμικα («Μια πίκρα»). Ήχοι που σε ταξιδεύουν, αλλά την επόμενη στιγμή σου προκαλούν συγκίνηση ή σε μελαγχολούν…

Οι τίτλοι των τραγουδιών μιλούν από μόνοι τους: «Το Χριστινάκι», «Ήρθες εψές», «Τρεις νέοι, τρεις φίλοι, τρία παιδιά», «Παιδί μου ώρα σου καλή» και «Άσπρα καράβια» είναι όλα πασίγνωστα, αγαπημένα, χιλιοτραγουδισμένα και βεβαίως διαχρονικά…

«Άφκιαστο κι αστόλιστο» το δεύτερο ταξίδι…

Η μεγάλη επιτυχία και αποδοχή της πρώτης «Ανθολογίας» από το κοινό, «ανάγκασε» το Σπανό ένα χρόνο αργότερα (1968) να μελοποιήσει άλλα δώδεκα ποιήματα σύγχρονων Ελλήνων ποιητών και να φτιάξει την «Ανθολογία Β’».

Μουσικά δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την πρώτη, αφού κι εδώ συναντάμε πολλά είδη μελωδιών αλλά σε λιγότερο λαϊκό ύφος από την προηγούμενη προσπάθεια.

Ίδιοι πάνω-κάτω είναι και οι ερμηνευτές, με τη διαφορά ότι λείπει ο Γιώργος Ζωγράφος και προστίθενται δύο νέες και υπέροχες γυναικείες φωνές: Αλέκα Μαβίλη και Αρλέτα, η οποία θα πάρει μέρος και στην «Τρίτη Ανθολογία», που θα κυκλοφορήσει μετά τη μεταπολίτευση, το 1975.

Ως προς τους ποιητές, ο συνθέτης κάνει «άνοιγμα» και σε άλλους εκπροσώπους της ποιητικής γενιάς του ’20. σε σχέση μ’ εκείνα που επέλεξε ένα χρόνο νωρίτερα. Έτσι, εδώ συναντάμε μεταξύ άλλων τους Ρώτα, Άγρα, Πολυδούρη, Εφταλιώτη, Παλαμά κ.α.).

Έτσι, έχουμε από τη μια τη σατιρική γραφή του Βασίλη Ρώτα («Ο Γιάννης κι η Μαριώ») κι από την άλλη το θρήνο του Κωστή Παλαμά για το θάνατο του παιδιού του («Άφκιαστο κι αστόλιστο») και τη μελαγχολία του Κώστα Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη, ένα ζευγάρι που πέρασε στο χώρο του θρύλου και είχε τραγική κατάληξη με την αυτοκτονία του πρώτου…

Πάντως, η επιτυχία δεν ήταν ίδια με την αντίστοιχη της πρώτης απόπειρας. Σχεδόν κανένα από τα τραγούδια δεν έγινε αρκετά γνωστό, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι το ίδιο όμορφα.

Απλώς, η «Ανθολογία Β’» δεν εξαιρέθηκε από τον κανόνα που λέει ότι όταν ένα εγχείρημα επαναλαμβάνεται και μάλιστα σε μικρό χρονικό διάστημα, σπανίως έχει ανάλογη επιτυχία με το πρώτο…

Πάντως, ξεχωρίζουν τα «Ο παλιός μας έρωτας» με την Αλέκα Μαβίλη και «Το τραγούδι της ταβέρνας» με το Γιάννη Πουλόπουλο.

Με «σπασμένο» καράβι» το τελευταίο ταξίδι…

Η τρίτη και τελευταία απόπειρα του Γιάννη Σπανού να μελοποιήσει Έλληνες ποιητές, λαμβάνει χώρα το Δεκέμβριο του 1975, με την «Τρίτη Ανθολογία», επτά χρόνια μετά την προηγούμενη. Έχει μεσολαβήσει η εντατική ενασχόλησή του με το λαϊκό τραγούδι, γράφοντας αριστουργήματα και σ’ αυτό το είδος («Ο μπαγλαμάς», «Μια Κυριακή», «Πες πως μ’ αντάμωσες» κ.α.).

Ωστόσο, το μουσικό ύφος αυτής της τρίτης συνθετικής δουλειάς του πάνω σε έργα Ελλήνων ποιητών, είναι εντελώς διαφορετικό σε σχέση με τις προηγούμενες. Ενώ στις δύο πρώτες κυριαρχεί έντονα το λαϊκό στοιχείο -χωρίς βεβαίως να λείπουν και οι πιο «εσωτερικές» στιγμές-, εδώ οι μελωδίες είναι απλές, λιτές και «χαμηλόφωνες», απόρροια ίσως του μουσικού κλίματος της εποχής λίγο μετά τη μεταπολίτευση, που βασιζόταν σε «έντεχνα» στοιχεία. Άλλωστε, ο «θόρυβος» που προκαλούσαν τα «πολιτικά-εμβατηριακά» τραγούδια είχε αρχίσει πλέον να κουράζει το κοινό…

Άλλωστε, δεν είναι τυχαία και η επιλογή των ερμηνευτών: Η Αρλέτα που είχε συμμετάσχει και στην «Ανθολογία Β’», είναι η κατεξοχήν «χαμηλόφωνη» εκπρόσωπος του «Νέου κύματος», ενώ στο ίδιο επίπεδο κινείται και ο Κώστας Καράλης (Καραγιαννόπουλος, αδελφός της Ελπίδας) που εδώ κάνει το δισκογραφικό του ντεμπούτο, όντας μουσικός για πολλά χρόνια (κιθάρα), αλλά και διευθυντής ορχήστρας σε δίσκους και νυχτερινά κέντρα.

Ο Σπανός είναι ο πρώτος συνθέτης που μελοποιεί ποίημα του Νίκου Καββαδία (το πασίγνωστο «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής»), ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την πλατιά αναγνώριση του ποιητή στα κατοπινά χρόνια τόσο μέσα από τις μουσικές της Μαρίζας Κωχ (1977), όσο και από τα «κλασικά» πια έργα του Θάνου Μικρούτσικου «Ο Σταυρός του Νότου» (1979) και «Γραμμές των οριζόντων» (1991).

Εκτός από αυτό, σίγουρα όλοι γνωρίζετε το «Σπασμένο καράβι» (από τα πιο «κλασικά» ελληνικά τραγούδια), το «Πώς θες να το ξέρω» και το «Είναι ν’ απορείς», όλα ερμηνευμένα από τον Καράλη.

Ωστόσο, εξαιρετικές στιγμές του δίσκου είναι και οι μοναδικές ερμηνείες της αξέχαστης Αρλέτας στα «Το λέει και το τραγούδι», «Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι» και «Ο θρήνος της μάνας», χωρίς να υστερούν τα υπόλοιπα…

————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση