Ο Μίλτος Πασχαλίδης στο Music Corner!

Συνέντευξη στον Γιάννη Τσούμαλη
Φωτογραφίες : Αφροδίτη Ζαγγανά

Βρεθήκαμε στη «Γωγώ»,  στην καφετερία εκεί στο «Νότο». Χαλαρός σ’ ένα τραπέζι έπινε μ’ ένα φίλο τον απογευματινό καφέ πριν ξεκινήσει η πρόβα. Συστηνόμαστε. Χαιρετώ τη Γωγώ, εκείνη τη ζωηρή φιγούρα, που όσοι θαμώνες στο «Σταυρό του Νότου» ξέρουμε, λέμε δυο–τρεις κουβέντες, την ευχαριστώ για τη θερμή φιλοξενία και γυρνώ στον Μίλτο. Νιώθει αμηχανία να φωτογραφηθεί μόνος του. «Καλύτερα όπως μιλάμε».  Είναι περίεργη η αίσθηση να τον έχεις απέναντί σου έτοιμο να κουβεντιάσει μαζί σου. Είναι από τη μία ο Πασχαλίδης, ο ερμηνευτής, ο δημιουργός. Κι από την άλλη είναι ο Μίλτος, ο άνθρωπος, ο απλός, ο διαυγής και που δεν θα χάσει την ευκαιρία να αποκαλυφθεί, να σου πει ότι του άρεσε η ερώτησή σου ή να σου αντισταθεί, γιατί «όλα δεν τα ξέρει» και μην τον αντιμετωπίζουμε σαν γέροντα σοφό. Μου βγαίνει ο ενικός. Όχι από έλλειψη θαυμασμού ή σεβασμού. Από οικειότητα. Του το λέω. «Όπως θες θα μου μιλάς» μου λέει και σκέφτομαι ότι ξεκινήσαμε καλά…


Θα σε ξεκινήσω παράδοξα. Στον «Επόπτη» ο ήρωάς σου «γουστάρει τον Μπουκόφσκι, γιατί αφήνει τους ήρωές του να πάνε τουαλέτα».
O Μπουκόφσκι έχει μια γραφή που είναι χειμαρρώδης, η οποία προφανώς επηρεάζεται από το αλκοόλ. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ότι σε πάρα πολλά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει και αγαπώ οι άνθρωποι μοιάζουν σα να είναι εξωγήινοι, δεν έχουν δηλαδή φυσικές ανάγκες και, αν έχουνε, είναι κυρίως το σεξ. Περιγράφονται, δηλαδή, κυρίως οι ερωτικές στιγμές όσον αφορά στο σώμα τους. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο Μπουκόφσκι που κατά καιρούς καταθέτοντας φιλοσοφική ερμηνεία για το πώς βλέπει τον κόσμο λέει ας πούμε «την ώρα που έριχνα ένα ξεγυρισμένο κατούρημα μου ήρθε αυτή η ιδέα». Αυτό είναι τρομακτική ανατροπή του πως στήνεις μια σκηνή, διότι βγάζει γέλιο και ταυτόχρονα λέει σοβαρά πράγματα. Σαν να υποσκάπτει μόνος του το κείμενο.

Σε ρώτησα, γιατί διαβάζοντας τα μυθιστορήματά σου μου έβγαλες ότι εν ώρα συγγραφής βάζεις τον αναγνώστη να δει από την κλειδαρότρυπα τον Μίλτο.
Όχι από τη κλειδαρότρυπα. Σου ανοίγω την πόρτα.

…η αξία είναι κάτι το οποίο φαίνεται στο πέρασμα των χρόνων και τα 25 χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά είναι λίγος χρόνος να βεβαιωθώ για την αξία αυτού που κάνω…

Μια ειλικρίνεια ακριβή. Πιστεύεις ότι είναι βασικό στοιχείο ενός καλλιτέχνη η ειλικρίνεια;
Ο εαυτός μου κατ’ αρχάς είναι ο μόνος που δε μπορώ να κοροϊδέψω. Όλους τους άλλους μπορώ να σας κοροϊδέψω, αν προσπαθήσω πολύ. Όταν γράφεις, με τον πρώτο που έρχεσαι σε διάλογο είναι ο εαυτός σου. Αν του λες ψέματα, θα βγει κάλπικο και το αποτέλεσμα. Θεωρώ ότι ο δημιουργός οφείλει να λέει στον εαυτό του την αλήθεια, όσο δυσάρεστη και να είναι.

Τι άλλο θα έβαζες ως απαραίτητο για έναν καλλιτέχνη;
Τη σκληρή εργασία.

Κι έχεις πει ότι το 93% είναι σκισμένα χαρτιά και το 7% έμπνευση.
Μπορεί να είναι και πολύ το 7%.

Τι σε έπεισε για την αξία αυτού που κάνεις;
Δεν έχω πειστεί. Η αξία είναι κάτι το οποίο φαίνεται στο πέρασμα των χρόνων και τα 25 χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά είναι λίγος χρόνος να βεβαιωθώ για την αξία του.

Σε σχετική ερώτηση ο Σεφέρης είχε απαντήσει –και μου είχε κάνει εντύπωση– ότι τον ενδιέφερε και η πλήξη των άλλων.
Δεν ξέρω πως ακριβώς το εννοούσε, αλλά εμένα με αφορά η δική μου η πλήξη. Δηλαδή πάρα πολλά πράγματα, τα οποία έχω γράψει, προέρχονται από πλήξη.

Ως πηγή έμπνευσης;
Όχι τόσο. Ως πηγή δημιουργικότητας. Όποτε έχω την πολυτέλεια να πλήξω -γιατί πια τα λεφτά μας είναι ο χρόνος μας και όχι τα ίδια τα λεφτά μας, όποιος άλλωστε έχει χρόνο είναι πλούσιος- η πλήξη αυτή πάντοτε βγάζει σε δημιουργικότητα. Η πλήξη είναι παραγνωρισμένη ως κίνητρο κατά τη γνώμη μου. Φυσικά η πλήξη του άλλου με τα τραγούδια μου είναι κάτι στενάχωρο.


Είναι, όμως, και το πώς «χρησιμοποιείς» την πλήξη. Θα μπορούσε κάλλιστα να εκτονωθείς μπροστά από μια οθόνη κάνοντας
scroll down το facebook ή χαζεύοντας στο Youtube.
Πρόσεξε. Η πλήξη έρχεται μετά από αυτό. Αφού χαζέψω στο youtube, αφού παίξω σκάκι με κανέναν Ινδό στην Αμερική online κλπ. Δε βαριέμαι σε δέκα λεπτά. Αν έχω, λοιπόν, ένα απόγευμα να πλήξω, μπορεί όλο το απόγευμα να χαζεύω και, όταν νιώσω ότι δε με καλύπτει τίποτα, να πιάσω την κιθάρα και να σκαλίσω ή να γράψω κάτι.

Ετοίμασες έναν δίσκο που βγαίνει τώρα και έχει μέσα συντελεστές, οι οποίοι έχουν φύγει. Πώς είναι αυτή η αίσθηση;
Νιώθω σα να ντύνω τα παιδιά τους και να τα πάω σχολείο. Κάπως έτσι. Τους βάζω τα καλύτερα ρούχα και τα πάω βόλτα. Θα τα περιποιηθώ, θα τα φροντίσω σαν δικά μου. Δεν θα ξεχώριζα τα δικά μου με τα παιδιά των άλλων.

Είχες σαφείς οδηγίες από τον Τόκα;
Με τον Τόκα δεν είχαμε μιλήσει ποτέ γι’ αυτό το υλικό. Το ξέρω, όμως, το υλικό, γιατί μου το είχε βάλει να το ακούσω ο Άλκης, όταν ετοιμαζόταν. Τα ήξερα, δηλαδή, τα τραγούδια, αλλά και την διαδρομή τους τα τελευταία 15 χρόνια. Το πώς παράπεσαν, το γιατί δε βγήκαν, την ακριβή τους δηλαδή περιπέτεια στη τύχη και στο χρόνο. Οι οικογένειες λοιπόν, Τόκα και Λιάρου, μου ανέθεσαν να τα εκδώσω.

…όποτε έχω την πολυτέλεια να πλήξω, η πλήξη αυτή πάντοτε βγάζει σε δημιουργικότητα. Η πλήξη είναι παραγνωρισμένη ως κίνητρο κατά τη γνώμη μου. Φυσικά η πλήξη του άλλου με τα τραγούδια μου είναι κάτι στενάχωρο…

Για το βιβλίο που έγραψες για τον Άλκη δε θα σε ρωτήσω κάτι, γιατί τα έχεις πει όλα. Θα σου εκμυστηρευτώ, όμως, τη βαθειά μου συγκίνηση για εκείνη τη συνάντηση στη Πάργα που δεν έγινε ποτέ.
Αυτή η συνάντηση που λες είναι κάτι που συγκίνησε πολλούς. Είναι ένα από τα πράγματα που μετανιώνω πολύ.

Μετανιώνεις για τίποτα άλλο;
Μόνο οι βλάκες δεν μετανιώνουν.

Πέντε χρόνια χωρίς τον Άλκη. Τι κρατάς περισσότερο από αυτόν;
Το βιβλίο που έγραψα επανεκδίδεται τώρα και έχω γράψει έναν καινούργιο επίλογο στη νέα έκδοση και λέω ότι αυτό που είναι παράξενο με εμένα και τον Άλκη είναι ότι ο αισθητικός πήχης που έχει θέσει μέσα μου μένει στο ύψος του. Εννοώ ότι, όταν έγραφα από τότε που γίναμε φίλοι και μετά, πάντα ήθελα να του αρέσουν αυτά που γράφω. Αυτό μου συμβαίνει με ελάχιστους ανθρώπους, που είναι προσωπικοί μου φίλοι ή σέβομαι πολύ το αισθητήριό τους κι είναι ταυτόχρονα φίλοι μου από τους οποίος θα δεχόμουν παρατηρήσεις. Όπως και να το κάνουμε, οτιδήποτε γράφεις, όταν το ολοκληρώνεις, το θεωρείς θέσφατο και κινδυνεύεις να καταλήξεις ότι «αυτό είναι!». Εν κατακλείδι, ήθελα την κριτική του Άλκη. Αυτό ισχύει και σήμερα. Στενοχωριέμαι, δηλαδή, που δεν άκουσε τις «Περσείδες». Ξέρω πολύ τι θα αγαπούσε από το δίσκο και τι παρατηρήσεις θα έκανε. Κι αυτό με κάνει να έχω τα τελευταία πέντε χρόνια μια διαρκή συνομιλία μαζί του.


Τι θα σου έλεγε για τις «Περσείδες»;
Θα αγαπούσε πολύ «Τα όνειρα του Μάρτη», τις «Περσείδες» και «το ξυράφι του Όκαμ». Και ξέρω και το λόγο.

Ο οποίος είναι;
Δε μπορώ να πω, γιατί είναι μεταξύ εμού και αυτού και αφορά θέματα αισθητικής που δεν τα εξωτερίκευα ούτε στον ίδιο. Είχα, όμως, καταλάβει την αισθητική και το γούστο του.

…μόνο οι βλάκες δεν μετανιώνουν…

Έχεις ένα τραγούδι («Σαν των ματιών σου τις βαφές»), όπου κάνεις μια έκκληση «να με θυμάσαι, να με θυμάσαι». Διεκδικείς να μείνεις στη μνήμη της γυναίκας που είχες σχέση, όταν φεύγεις;
Όχι… αντιθέτως. Δεν το διεκδικώ καθόλου. Ωραίο θα είναι. Δεν το συζητάω (χαμογελάμε κι οι δύο). Αλλά, το συγκεκριμένο τραγούδι αφορά μια ερωτική ιστορία που δεν ευοδώθηκε. Δεν ήταν, δηλαδή, κάτι τελειωμένο. Ήταν κάτι που καν δεν είχε ξεκινήσει. Να με θυμάσαι που δεν έκατσε δηλαδή (γέλια).

Έχουν μεγαλύτερη ισχύ τα απωθημένα γενικότερα;
Χμμ… όταν είσαι μικρός νομίζω ναι. Τώρα έχω ελάχιστα απωθημένα. Βλέπω τα απωθημένα μας, τα δικά μου και των άλλων, με μια τρυφερή συμπάθεια. Δεν με καθορίζουν όμως. Όσον αφορά τα ερωτικά απωθημένα, τέτοια δεν είχα ποτέ. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει πως ό,τι επιζητούσα το είχα. Όλοι έχουμε κάνει λάθη και έχουμε φάει χυλόπιτες, αλλά απωθημένο με την έννοια του «γαμώτο», δεν το είχα στην ερωτική μου ζωή ποτέ.

Πέρυσι σπούδαζες την απώλεια στις «Περσείδες». Εκεί, λοιπόν, μου είχε κάνει πολλή εντύπωση η συνομιλία ενός ενήλικα, που ήσουν εσύ με το «κορίτσι». Όπου το κορίτσι βλέπει αστέρια και ο ενήλικας Μίλτος ή ο καθένας μας, βλέπει παρελθόν, που είναι επιστημονικά (μαθηματικά) έγκυρο και συμβολικά ισχυρό.
Ωραία το είπες.


Γιατί αυτός ο διάλογος;
Κατ’ αρχάς ο διάλογος δεν είναι μεταξύ παιδιού και ενήλικα. Είναι αγόρι – κορίτσι.

Χμμ. Συγγνώμη τότε.
Όχι όχι. Με ενδιαφέρει πολύ ο τρόπος που το εξέλαβες. Έχει πολύ ενδιαφέρον και βάθος. Ανεξάρτητα αν το κορίτσι είναι η κόρη μου και το αγόρι είμαι εγώ, ο μπαμπάς της, η αλήθεια είναι ότι είχαμε ρόλο αρσενικό – θηλυκό. Και θεώρησα ότι, αν ένα παιδί πει τις λέξεις αυτές, τις λέει πιο ισχυρά και πιο σκληρά, γιατί τα παιδιά δεν έχουν φόρτιση όταν λένε κάτι. Λένε απλώς τις λέξεις. Η αφήγηση αυτή η αρχική, ξεκινά από τις Περσείδες, που είναι ένα σύμπαν με πεφταστέρια, οπότε υποτίθεται ότι το κορίτσι κοιτά τα αστέρια και του ζητάει ό, τι ζητάνε όλες οι γυναίκες: τον ουρανό με τ’ άστρα. (Γέλια) Και της λέει αυτός ότι «ρε παιδί μου να στα φέρω, αλλά τα αστέρια δεν είναι αυτό που βλέπεις. Είναι το παρελθόν. Εκείνο που βλέπεις εκείνη τη στιγμή ήδη δεν υπάρχει. Θέλεις το παρελθόν»; Εκείνη, όμως, επιμένει, πεισμώνει. Θέλει τα αστέρια και επαναλαμβάνει : «θα μου τα φέρεις;»

…η απώλεια είναι αυτές οι τρύπες που έχουμε μέσα μας. Κάθε απώλεια, σου κάνει μια τρύπα μέσα σου. Άρα, είμαστε στην πραγματικότητα ένα σύνολο από μικρά κενά…

Εσένα πως ακουμπά μέσα σου μια απώλεια; Είχες πει ότι για το μόνο που αξίζει να γράφουμε είναι η απώλεια.
Η απώλεια είναι αυτές οι τρύπες που έχουμε μέσα μας. Κάθε απώλεια, σου κάνει μια τρύπα μέσα σου. Άρα, είμαστε στην πραγματικότητα ένα σύνολο από μικρά κενά. Αυτά τα κενά, ο μόνος τρόπος να τα γεμίσω κάπως, είναι να γράψω. Δεν έχω άλλο τρόπο. Ο πιο ισχυρός τρόπος που με έχει γλιτώσει και από τον ψυχίατρο είναι η δημιουργία. Με καθαρίζει. Επέρχεται μέσα μου ένα είδος κάθαρσης. Δεν κάνει την απώλεια να μην υπάρχει. Απλά κάνει την τρύπα κάπως πιο μικρή.

Πώς πιστεύεις ότι θα είναι ο κόσμος της ενήλικης κόρης σου;
Πιο βρώμικος από τον δικό μας. Λιγότερο οξυγόνο, λιγότερο καθαρές θάλασσες, λιγότερα νόστιμα τρόφιμα.

Κυριολεκτική απάντηση. Μεταφορικά;
Μεταφορικά. Έλα ντε. Νομίζω πιο σκληρός, πιο άγριος. Σκληρός, όμως, με την έννοια την πραγματική. Υπάρχει παγκόσμια μια τρομερή έξαρση της βίας. Το βλέπεις και από τις ταινίες, τα videogames μέχρι και την πραγματική ζωή. Είχα πει και αλλού ότι μου έκανε τρομερή εντύπωση που μπήκαν κάποιοι αναρχοαυτόνομοι και καίνε κρεοπωλεία. Πέντε χρόνια εγώ δεν έτρωγα κρέας και καταλαβαίνω τους ανθρώπους που είναι vegetarian ή vegan και τους σέβομαι. Είναι απάνθρωπος ο τρόπος πολλές φορές που αντιμετωπίζουν τα ζώα.  Αυτό το σημείο, όμως, απέχει πολύ μέχρι το να αρχίσουμε να σκοτώνουμε κρεοπώλες για τα δικαιώματα των ζώων. Σε λίγο θα αρχίσουμε να κυνηγάμε τους μανάβηδες, γιατί τραβήξανε με βία την πατάτα από το χώμα!

Δεν ξέρω αν πληροφορήθηκες το περιστατικό στη Δάφνη, όπου πήραν τη σημαία από ένα αλλοδαπό παιδί, αφότου κληρώθηκε και του έδωσαν αντ’ αυτής την ταμπέλα του σχολείου.
Δεν ξέρω συγκεκριμένα τι ακριβώς έγινε. Γενικότερα, όμως, με ανησυχεί πολύ η άνοδος της ακροδεξιάς. Το μείζον πρόβλημα είναι το έλλειμμα παιδείας, όχι εκπαίδευσης, αλλά και το πόσο κοντή μνήμη έχει ο κόσμος. Προχτές είδα ότι Χρυασαυγίτες έβγαλαν ανακοίνωση για την ηρωική αντίσταση της 28ης Οκτωβρίου. Είναι τρομερό! Μα αυτοί πολεμούσαν με τους απέναντι! Και κανείς δε βγαίνει να το πει, να το θίξει. Αυτοί που δικαιούνται να τιμούν τη μνήμη των πεσόντων για την Ελλάδα είναι αυτοί που πάλευαν απέναντι στους Ναζί και όχι οι ίδιοι οι Ναζί. Έχουμε χάσει το αυτονόητο.


Προσωπικά με ανησυχεί η αποϊδεολογικοποίηση. Μέρος αυτού είναι και το γνωστό «κάνε τη δουλίτσα σου και όλα θα γίνουν».
Δυστυχώς δε θα γίνουν. Αν είμαστε στραμμένοι προς τα μέσα δε θα γίνουν. Θα γίνουν μόνο αυτά που φοβάσαι.

…στη ζωή μου προχωράω μόνο με ρήξεις. Μπορεί να σου φαίνομαι ήπιος άνθρωπος και γενικά δεν τσακώνομαι, ούτε καβγαδίζω, αλλά στις επιλογές της ζωής μου με ενδιαφέρουν τα «όχι» που λέω, τα οποία είναι απείρως περισσότερα από τα «ναι»…

Θα στο συνδέσω με δυο τραγούδια σου. Τον «Κύριο Αριστείδη» και τις «Ντομάτες», όπου εκεί έχουμε τον κύριο Μανώλη. (σ.σ. «Στα νιάτα του έμπλεξε ο Αντώνης με μια τσούλα […]να τη θυμάται πότε-πότε πια τ’ αρέσει ζώντας μιαν ήσυχη και άχαρη ζωούλα» […](«Οι Ντομάτες» σε στίχους Δ. Αποστολάκη), «λιγάκι πριν το ξύπνημα άλλης μιας ίδιας μέρας». […] Ένα καράβι όνειρα μια νύχτα θ’ αρματώσει και σε απόμακρο νησί θα πάει να ξεφορτώσει[…] («Ο Κ. Αριστείδης» σε στίχους και μουσική του Μίλτου Πασχαλίδη). Οι δύο αυτοί κύριοι συνομιλούν.
Αυτό που σκέφτεται μια μέρα να κάνει ο κύριος Αριστείδης δε θα γίνει ποτέ. Είναι σχεδόν φανερό και θα είναι ρομαντικό να πιστεύουμε ότι μετά από σαράντα χρόνια θα σηκωθεί από τον καναπέ του.

Φοβάσαι να γίνεις κάποιος από τους δύο;
Δεν θα γίνω κανένας από τους δύο. Δεν το φοβάμαι καθόλου. Υπάρχουν, βέβαια, πολλοί τέτοιοι και τους κοιτάω με συμπάθεια, γιατί είναι δυστυχείς άνθρωποι. Κι εγώ μπορεί να δυστυχήσω, αλλά έτσι δεν πρόκειται. Άκουσε να σου πω. Στη ζωή μου προχωράω μόνο με ρήξεις. Μπορεί να σου φαίνομαι ήπιος άνθρωπος και γενικά δεν τσακώνομαι, ούτε καβγαδίζω, αλλά στις επιλογές της ζωής μου με ενδιαφέρουν τα «όχι» που λέω, τα οποία είναι απείρως περισσότερα από τα «ναι». Άρα, ούτε κυρ-Αντώνης μπορώ να γίνω αναπολώντας τη ζωή που δεν τόλμησα να ζήσω, ούτε Αριστείδης αναπολώντας από τον καναπέ μου μια ζωή που πέρασε στο τσάμπα. Μπορεί να κάνω άλλα λάθη. Ο στόχος είναι να κάνω καινούργια.

Άρα μηδενίζεις συχνά το κοντέρ;
Πολλές φορές.

Κρατάς κάτι πριν το μηδένισμα σαν «παρακαταθήκη» (γέλια)
Όχι βρε! Αν μηδενίζεις, μηδενίζεις. Αν κρατάς κάτι, δεν μηδενίζεις. Δε ξέρω αν θέλει θάρρος ή κάτι τέτοιο, γιατί δεν αισθάνομαι ιδιαίτερα θαρραλέος. Όσες όμως φορές μηδένισα, η κατάσταση ήταν στο μη περαιτέρω. Ήταν δηλαδή σχεδόν αυτονόητο ότι πρέπει να μηδενίσω. Θέλει, βέβαια, προφανώς μια στοιχειώδη τόλμη. Στοιχειώδη όμως.

Ο κύριος Αριστείδης και ο Αντώνης έχουν κάποιο μερίδιο ευθύνης στη συλλογική ζωή;
Κατ’ αρχάς, όπως είπαμε,  έχουν ατομική ευθύνη. Στη συλλογική έχουν, αλλά έμμεσα. Στο πλαίσιο ότι είναι ενταγμένοι σε μια κοινωνία και δίνουν το παράδειγμα στους νεώτερους. Η στάση τους στη ζωή είναι η ευθύνη τους. Με την άμεση δε μπορώ να σκεφτώ. Να έχουμε υπόψη μας ότι υπάρχουν και παθητικοί άνθρωποι που αντιστέκονται με τον τρόπο που ο καθένας ξέρει. Βρίσκει ο καθένας κάποιο τρόπο. Δεν είναι απαραίτητο να κατεβαίνεις στο δρόμο και να συγκρούεσαι. Συχνά τέτοια ερωτήματα με φέρνουν σε αμηχανία. Δεν είμαι κοινωνιολόγος. Μουσικός είμαι. Όλες τις απαντήσεις δεν τις έχω.


Αν τις είχες, δεν θα ήσουν καλλιτέχνης. Αλλά ως δημιουργός, δεν πρέπει να έχεις ένα σεισμόμετρο που να πιάνει τα ρίχτερ της εποχής;
Δε μπορείς να το έχεις διαρκώς σε λειτουργία. Μπορώ ως δημιουργός να πάω σε ένα νησί να αποκλειστώ και να γράψω ένα έργο. Δε μπορώ να αφουγκράζομαι διαρκώς τι συμβαίνει γύρω μου. Αντιθέτως έχω πολλά ερωτήματα.

…ο καλλιτέχνης δεν οφείλει να ασκεί πολιτική. Αν θέλει, ας κάνει. Αλλά δεν το οφείλει. Ο καλλιτέχνης μιλάει με αυτό που φτιάχνει…

Έχεις δίκιο ότι δε μπορούμε να περιμένουμε τα πάντα από τους καλλιτέχνες. Και θα στο συνδέσω αυτό με περιστατικά που έχω γίνει μάρτυρας σε συναυλίες όπου φεύγουν νερά, μπουκάλια στη σκηνή. Πέρυσι το καλοκαίρι για παράδειγμα στο Βράχων ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είχε αναγκαστεί να διακόψει, με εκφρασθείσα ενόχληση, την ερμηνεία του «Αποσπερίτη», γιατί του πέταξαν μπουκάλια στη σκηνή. Κόσμος έτοιμος να ξεσπάσει.
Το έχω ακούσει αυτό. Στις δικές μου συναυλίες δε συμβαίνει ιδιαίτερα. Παλιά γινόταν και στου Βασίλη. Εκείνη η στιγμή είναι πολύ αμήχανη για εμάς που είμαστε στη σκηνή. Κανείς μας, νομίζω, δε θέλει να υποδαυλίσει τον κόσμο από κάτω να τα κάνει λίμπα. Προφανώς, ένα κομμάτι της μουσικής μας ξυπνάει στον κόσμο πράγματα. Κάποιες φορές τους βγάζει έναν καλό και κάποιες άλλες έναν κακό εαυτό, έναν έξαλλο εαυτό. Δε μπορείς δυστυχώς να ελέγξεις όλες τις αντιδράσεις. Αυτό για παράδειγμα που έκανε ο Θανάσης ήταν σωστό. Το έχει κάνει και ο Σωκράτης σε συναυλία που ήμουν από κάτω και ήταν πιο επιθετικός στο σχόλιό του. Δεν μπορείς,  όμως, να χαρακτηρίσεις όλο το κοινό από δυο – τρεις που ξεφύγανε με το ποτό.

Ο Νταλί στο «Ημερολόγιο μιας μεγαλοφυΐας» λέει το εξής : «Ζωγράφε δεν είσαι ρήτορας. Κλείσε το στόμα σου και ζωγράφιζε».
Δίκιο έχει. Ο καλλιτέχνης δεν οφείλει να ασκεί πολιτική. Αν θέλει, ας κάνει. Αλλά δεν το οφείλει. Ο καλλιτέχνης μιλάει με αυτό που φτιάχνει.

Σύντομα θα υπηρετήσω τη μαμά πατρίδα. Συμβουλή;
Χαλαρά. Θα περάσει. Εγώ, να φανταστείς,  ήμουν η τελευταία ανόητη σειρά που πήγαμε 20 μήνες. Γύρω στον 15ο μήνα πάτησε φρένο ο χρόνος. Το έχω γράψει και στου «Φθινοπώρου τα φιλιά». Φτάνεις να λες μετά από 15 μήνες ότι δεν θα απολυθώ ποτέ. Πιθανόν τη δεκαετία του ’50 ή του ’60 να είχε ένα νόημα αυτό. Τώρα δεν εξυπηρετείς κάτι στην άμυνα της χώρας,  ούτε εκπαιδεύεσαι για κάτι που είναι ωφέλιμο. Χαμένος χρόνος. Η άμυνα της χώρας είναι σοβαρό πράγμα. Θα έπρεπε να την αναλαμβάνουν επαγγελματίες. Όχι εμείς (γέλια).

Διαβάζεις κάτι αυτή την εποχή;
Διαβάζω πάλι το «It» του Stephen King. Το ξαναανακαλύπτω. Τον θεωρώ ίσως τον σημαντικότερο συγγραφέα της σύγχρονης Αμερικής και κυρίως των πόλεων που είναι ενδιάμεσες. Εμείς, δηλαδή,  που δεν έχουμε πάει όλοι στην Αμερική έχουμε προσλαμβάνουσες κυρίως από τις μεγαλουπόλεις, από τις ταινίες που έχουμε δει ή τα βιβλία που έχουμε διαβάσει. Ο King ξέρει πολύ καλά την ψυχολογία του μέσου Αμερικάνου της επαρχίας, που είναι πολύ διαφορετική από όσο νομίζουμε.


Εχεις πάει Αμερική;
Ναι. Ωραία, αλλά να πας να δεις πως είναι. Όχι να μείνεις.

Έχεις κάποιο προορισμό που να ονειρεύεσαι να πας;
Όχι. Όπου πάω θέλω να είμαι με ανθρώπους που αγαπώ και μ’ αγαπούν. Όλα τα μέρη αυτά είναι παραδεισένια. Αν είσαι μόνος σου ή με παρέα που δε περνάς καλά, δεν θα είσαι καλά ακόμα κι αν είναι το καλύτερο μέρος του κόσμου. Σημασία έχει η διαδρομή και η παρέα.

Σε ευχαριστώ πολύ για την κουβέντα μας!
Ευχαριστώ πολύ κι εγώ. Καλή θητεία πουλάκι μου και μην αγχώνεσαι!

————–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση