Πάει ο παλιός… ποιος χρόνος;

 Γράφει ο Γιάννης Τσούμαλης

Πριν ένα χρόνο περίπου «έπεσα» πάνω σε μια μουσική. Τώρα πως πέφτει κανείς πάνω σε μια μουσική; Απλό. Περπατούσα μόνος με την αθώα ιδιότητα του ταξιδιώτη στο κέντρο του Amsterdam (η παρέα είχε σκοπό να επισκεφτεί τον ζωολογικό κήπο της πόλης), με σκοπό να βρω μια έκθεση φωτογραφίας σ’ έναν εκθεσιακό χώρο κάπου χαμένο στα στενοσόκακα της πόλης. Ακουστικά στ’ αυτιά, χάρτης στο χέρι και η πρωινή εξερεύνηση ξεκίνησε. Ο μουσικός φάκελος είχε τίτλο «Μουσικές για περπάτημα». «Όρεξη που την έχω ώρες – ώρες να ονοματίζω και τους φακέλους» σκέφτηκα. Δηλαδή «Νέος Φάκελος 1, 2, 3, 4,…» δεν αρκεί; Μάλλον δεν αρκεί. Σωστότερα δεν μου αρκεί.

a7971-dsc_0178

Μη τα πολυλογώ, βρήκα την έκθεση, την απόλαυσα όπως της έπρεπε και ύστερα έφυγα για μια βόλτα προς τον κεντρικό σταθμό που είχαμε ραντεβού. Και τότε, σα παιδί που βρίσκει ένα μεγάλο κοχύλι στην άμμο, άκουσα μια μουσική στ’ αυτιά. Εγώ την είχα βάλει εκεί; Βαλς ήταν. «And the waltz goes on» του Anthony Hopkins. Αν η ματιά μου ήταν κάμερα του Χόλιγουντ, θα έκανε ένα γενναίο γκρο-πλαν της πόλης, θα εστίαζε σε ζεστές σοκολάτες στο χέρι, σε κλάμα παιδιού, σε πεταχτά φιλιά, στη βιασύνη των ντόπιων, στον συννεφιασμένο ουρανό, που θυμίζει ότι έχουμε κι ένα ταβάνι πάνω μας, στις βόλτες με τα καραβάκια στο ποταμό, στη προσεχτική οδήγηση των ποδηλάτων, σε πράγματα μικρά, μεγάλα, ασήμαντα και σημαντικά, σε λεπτομέρειες και φωτογραφικά φαβορί στη συλλογή του καθενός. Ταξίδι κανονικό, ενός μισάωρου.

Πέρασε ο καιρός και επέστρεψα στην ελληνική μου βάση. Αθήνα. Λίγο πριν τον ύπνο, στο σκοτάδι εκείνο που επιτρέπει την ακίνδυνη σχεδόν ονειροπόληση θα άκουγα την ίδια μουσική. Θα την άκουγα σε δρόμους, σε ταξίδια, μετά από ξενύχτια και νωρίς το πρωί, που η πόλη κοιμάται, μετά από δηλώσεις πολιτικών και «αξιοματούχων» (μπας και ηρεμήσω), μετά από δηλώσεις συμπολιτών, μετά από τσακωμούς και γλέντια, μετά από βουτιές και λίγο πριν ξεκινήσει η καθημερινότητα. Μια μουσική διαρκείας 365 ημερών. Πήρε το αδράχτι της και έπλεξε με κόκκινο μαλλί έναν ολόκληρο χρόνο.

Τέτοιες μέρες η λέξη «χρόνος» περιορίζεται δραστικά σε 365 μέρες. «Πάει ο παλιός χρόνος» δηλαδή και τα τοιαύτα. Σαν μάρτυρας της καθημερινής καύσης των ξύλων στο θυσιαστήριο του τζακιού και γοητευμένος από τον ζωηρό φωτισμό από τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια στο σκοτάδι του πατρικού μου, δεν έμεινα ανέπαφος από την ευρεία έννοια του χρόνου. Τι σημαίνει αλλαγή χρόνου; Σκέψεις κανείς; «Αλλαγή ταχύτητας;» Δεκτόν. «Αλλαγή αριθμού;» Δεκτόν. «Αλλαγή ζωής;» Απορρίπτεται. «Μα γιατί κύριε;» διαμαρτύρεται ο μέσα μου μαθητής. «Γιατί η αλλαγή ζωής συμβαίνει αθόρυβα» ανταπαντά ο μέσα μου καθηγητής.

Κι ίσως να έχει δίκιο. Άλλαξα ζωή εγώ από τη 1-1-2016 ούτε κι εγώ ξέρω πόσες φορές. Με μια ταινία στο σινεμά, με μια ατάκα του Μεφιστοφελή στον «Φάουστ», μ’ ένα στίχο του Ελύτη, με την ευγένεια ενός ζητιάνου, με την αλήθεια ενός φίλου, με ένα δικό της σχόλιο, μ΄ένα παραμύθι που άκουσα, με μια  παραλία χειμώνα, με τη Πανεπιστημίου στις έξι το πρωί, μ΄ένα χειμωνιάτικο παγωτό…

Κι ίσως να προκαλέσω την εντύπωση πως είμαι κάποιος ρομαντικός, γιατί ακούγομαι τύπος που «ζει τη στιγμή» και τα ρέστα. Το να ζεις τη στιγμή είναι αλήθεια πως έχει μεγάλο κόστος. Θέλει τόσο ιδιότροπα χαλινάρια, που μπορούν να αφεθούν σε απαλό αεράκι, αλλά και να βαστάξουν τη ψυχή λίγο πριν ξεριζωθεί σαν πλάτανος εκατονταετίας. Μα προτιμώ ως ιδιότητα την ανυπαρξία ιδιότητας, για να είμαι ελεύθερος να απολαύσω υπεύθυνα. Όντως αθόρυβα έρχονται οι μεγάλες αλλαγές. Σε κάμαρες κλειστές έπεσαν τα πιο καυτά δάκρυα, στη πιο βαθειά μας μοναξιά –υπαρξιακή εννοώντας- σκίστηκε η ψυχή από ευτυχία, στις πιο απίθανες βόλτες ανακαλύψαμε μια μουσική που μας ταξίδεψε.

«Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά…» τραγουδάει το παιδί που υπήρξα. Γυρνώ, ενήλικος πια, και αλλάζω τη φράση με εκείνη του Σεφέρη : «Ό, τι πέρασε, πέρασε σωστά».

Κλείνω με μια προτροπή του Ελύτη, που με έμαθε να βουτάω στη θάλασσα χωρίς να σκέφτομαι αν θα γυρίσω βρεγμένος σπίτι : «Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο κι ύστερα σβήσου με γενναιοδωρία».

Από κάπου ακούγεται μια μουσική.

Βήμα – βήμα, νότα – νότα.

Έρχονται νέες μέρες.

Άγριες ή ήμερες;

Νέος χρόνος 2017, 2018, 2019. Δεν αρκεί; Μάλλον δεν αρκεί. Σωστότερα δεν μου αρκεί.

Ας δώσω κι εδώ ένα όνομα…: “Νέο βαλς”.

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση


*