Ποίηση και Θέατρο συναντιούνται στα 4 κοριτσάκια του Πάμπλο Πικάσο στο TempusVerum – Εν Αθήναις

Γράφει η Πόπη Βεζάζη
Φωτογραφίες: Ματίνα Φουντούλη

Θα είμαστε ευτυχισμένες. Κανένας πόλεμος δεν θα μας νοιάζει. Εμείς θα είμαστε προτεκτοράτο του ουρανού κι απ’ την στρατιωτική μας βάση, θα εκτοξεύουμε αστέρια και σύννεφα να πνίγουμε βηχωδώς τους παραστρατημένους δικτάτορες και να φωτίζουμε τις ειρηνοφόρες διάνοιες“.

Ο Χρήστος Καρασαββίδης πατάει από την αρχή επάνω στο έργο του Πάμπλο Πικάσο «Τα 4 κοριτσάκια» με το δικό του τρόπο και σκηνοθετεί, έχοντας ως σκηνικό έναν πέτρινο τοίχο και έναν απλό μαύρο τάπητα. Μέσα σε αυτό το λιτό σκηνικό βλέπουμε τις πρωταγωνίστριές του, να μεγαλώνουν σε ένα φανταστικό λαχανόκηπο.

4 κοριτσάκια, που διασχίζουν τη Γη ανάμεσα στα χρόνια, στο παρελθόν και το παρόν, το μέλλον και το άγνωστο, με φόντο τον β’ παγκόσμιο πόλεμο και το φρικιαστικό τοπίο που απλώνεται γύρω του. Η αρχή του έργου, άγνωστη, άγονη στα μάτια και τα αυτιά του θεατή, τα κοριτσάκια να παίζουν κάπου, σε ένα τόπο χωρίς όνομα για εμάς, με μοναδικό φως τον προβολέα που αποτελεί τον ήλιο για εκείνες. Ωριμάζουν, μεγαλώνουν, σχεδιάζουν τη ζωή τους μέσα στα αποκαΐδια από τις βόμβες που πέφτουν. Σχολιάζουν – κάπως απροσδιόριστα στην αρχή και με περισσότερη στιβαρότητα εν συνεχεία- το μαύρο προσωπείο του πολέμου, την αέναη ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και να αγαπηθεί, τον έρωτα, ως ζωτικό στοιχείο στην ανθρώπινη ύπαρξη, τη ζωή και το θάνατο και παίζοντας, γελώντας και κλαίγοντας για την συνειδητοποίηση της ασχήμιας, αποκοιμιούνται.

Η πρώτη πράξη τελειώνει. Περνάμε στη δεύτερη. Όλα μοιάζουν σκοτεινά, βουβά. Ο Χρήστος Καρασαββίδης δίνει στο έργο του μία πειραματική προσέγγιση, ακουμπά πτυχές δύσκολες, ενός ποιήματος με αρκετά δυσπρόσιτα δοσμένα στο κοινό μηνύματα και παίζει με τα φώτα και με τις εξαιρετικά επιλεγμένες μουσικές, για να μονιμοποιήσει στο μυαλό του θεατή τον άλλως δομημένο λαχανόκηπο. Άλλοι μπορούν να τον δουν ως πεδίο μάχης, άλλοι ως ένα τόπο μακρινό, ως το φεγγάρι ή οτιδήποτε άλλο φαντάζει στο νου τους. Μέσα στο σκηνικό που φτιάχνεται στη φαντασία καθενός, ξεχωρίζουν ερμηνευτικά η Κριστέλ Καπερώνη και η Χριστίνα Χριστοδούλου, παρουσίες έντονες, δίνουν στίγμα στο έργο, αλληλοσυμπληρώνονται παρά ταύτα με την χαρισματική Τζωρτζίνα Λιώση και τη Δώρα Παρδάλη. Οι πρωταγωνίστριες εμπνέουν μια παιδική εικόνα, η οποία χτίζεται αριστοτεχνικά και σταδιακά, φτάνει στις εφηβικές φαντασιώσεις και την σεξουαλικότητα της ενηλικίωσης, μέσω σκληρών καιρών και άγριας, βαθιάς συνειδητοποίησης για θέματα πανανθρώπινα, όπως ο πόνος του χαμού, η μοναξιά, ο θάνατος και η πείνα.

Τα 4 κοριτσάκια κραυγάζουν για τον έρωτα και τον πόλεμο, πονούν και ουρλιάζουν με πάθος απέναντι στο σκοτάδι, μάχονται μέσα από την απότομη ενηλικίωσή τους από τη μία και την αγνή, τρυφερή σεξουαλικότητά τους από την άλλη για τη ζωή και την ελπίδα, σκιαγραφώντας ένα μανιφέστο για την δύναμη και την αλληλεγγύη ανάμεσα στους διαφορετικούς ανθρώπους που συνθέτουν αυτόν τον κόσμο, καθώς και την αδυναμία του πολέμου απέναντι στο Φως.

Σκηνοθέτης και ηθοποιοί χτίζουν ένα κόσμο που χάνει ξαφνικά το γέλιο, το παιχνίδι και την ξεγνοιασιά, αντικαθίσταται από εικόνες φρίκης και ερέβους από τα δεινά του πολέμου, αποκαλύπτοντας την βαθιά ευαισθητοποίηση του Πικάσο, ο οποίος αγρυπνά, χρησιμοποιεί τον πεζό, καθημερινό λόγο, σε αυτό το ιδιαίτερο έργο του 1948, φιλτραρισμένο μέσα από την ποίησή του, για να εξυπηρετήσει σκοπούς αφύπνισης του κόσμου που βουλιάζει στον παραλογισμό της μάχης, τη συμβατικότητα και την κονσερβοποίηση, δίχως αγνότητα και καθαρότητα πια.

Οι πράξεις του έργου διαδέχονται η μία την άλλη πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη ένταση και τα 4 κοριτσάκια μεγαλώνουν μέσα στο βούρκο, τονίζοντας την σημαντικότητα του έρωτα και τη δύναμη του απέναντι στο μίσος και συμβουλεύοντας μας αθώα πάντα να σταθούμε μακριά από το σκούρο μοτίβο που ακολουθεί πιστά η φασιστική και ναζιστική πολιτική. Με ιδιόμορφο λόγο, το έργο διαγράφει ολοκληρωμένα τους χαρακτήρες, αν και σε ορισμένα σημεία δυσκολονόητο για το κοινό, περνάει όμως κοφτά τα μηνύματα του Πικάσο μέσα από τα μάτια του σκηνοθέτη, με νεωτεριστικό ύφος, προκαλεί και ορισμένες στιγμές σοκάρει.

Μια άλλη μορφή θεάτρου, ένας εναλλακτικός τρόπος σκηνοθεσίας και ερμηνείας. Τα πάντα αλλάζουν από πράξη σε πράξη, ο θεατής αναρωτιέται τι έπεται, τα φώτα σβήνουν, τα 4 κοριτσάκια στέκονται πίσω από τα μικρόφωνά τους στο σκοτάδι και φωνάζουν, απαγγέλουν, ουρλιάζουν για τους κατακτητές του κόσμου και τα δεινά μας μέσα στο χρόνο. Στήνουν το κάδρο τους μέσα και γύρω από το λαχανόκηπο, ο οποίος μετατρέπεται σε πεδίο μάχης, με άψυχα σώματα και βόμβες που πέφτουν. Τα φώτα τρεμοπαίζουν κάπου κάπου για να παρατηρούμε τις φλεγόμενες με κόκκινο φως σιλουέτες τους και εκείνες δεν σταματούν, κραυγάζουν για τον πόλεμο, κραυγάζουν για τον έρωτα, μεγαλώνουν μαζί μας και μαζί με τον ποιητή και πεθαίνουν για ανώτερους σκοπούς. Υποφέρουν μαζί με τον δημιουργό τους, αναρωτιούνται τι φταίει και χάνουμε την ανθρωπιά μας, τις υψηλές αξίες και πέφτουμε μέσα στην εσωτερική μας κόλαση, ενώ ο πόλεμος μας καταστρέφει, ψυχή και σώμα.

Η δημιουργική γραφή του Χρήστου Καρασαββίδη πάνω στο ποίημα του Πικάσο, οι αθώα έντονες ερμηνείες, η απλή σκηνογραφία που όμως είναι έτσι τοποθετημένη χωρικά, ώστε να μην αναζητείται τίποτα παραπάνω, συνθέτουν ένα έργο με βάθος, φρέσκια ματιά, δημιουργικές εικόνες και πρωτοποριακό ρυθμό, εισάγει κάτι ρηξικέλευθο για τα θεατρικά πράγματα και βάφει το μυαλό μας με κάθε λογής χρώματα που ξεστομίζουν τα 4 κοριτσάκια, συνδεδεμένα με πρόσωπα και καταστάσεις. Εντυπωσιάζουν ακόμα οι υπέροχες μουσικές, τοποθετημένες σωστά ανάμεσα στα μέρη του έργου και η ιδιαίτερη, πρωτοποριακή διάδραση με το κοινό. Ίσως δυσκολονόητη για ορισμένους και με ακραία παρουσίαση ορισμένων σκηνών, σίγουρα όμως μία από τις πιο πολυσυζητημένες παραστάσεις της φετινής χρονιάς.

————-

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here