Σ’ ένα πανηγύρι μαγικό με τον Goran Bregovic και τον Πετρολούκα Χαλκιά!

Γράφει ο Γιάννης Τσούμαλης
Φωτογραφίες: Χαρά Γερασιμοπούλου

Ο Uberto Eco σε μια από τις επιφυλλίδες του στη «Σημειολογία στην καθημερινή ζωή» (Εκδ. Μαλλιάρης) αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να παρουσιάζεις μια ιστορία σε κάποιον που δεν την έζησε. Γραμμικά, απ’ το τέλος στην αρχή, πρώτα τα πιο σημαντικά ή πρώτα τα πιο χλιαρά για να κλιμακώσεις την αγωνία του αναγνώστη ή ακροατή; Μπορείς, βέβαια, να ακολουθήσεις το συναίσθημα και να πεις τη γενική εικόνα με τις στιγμές που αξίζουν να γίνουν λέξεις προς κοινωνία. Με τον τελευταίο τρόπο, λοιπόν, θα σας περιγράψω τη βραδιά με τον Goran Bregovic, την Wedding Funeral μπάντα του και τον Πετρολούκα Χαλκιά.

goran_bregovic_live_2017_07_023

Πρώτοι στη σκηνή οι Gadjo Dilo με μια πιο κεντροευρωπαϊκή προσέγγιση της τσιγγάνικης μουσικής μας παρουσιάζουν διασκευασμένα γνωστά, παλιά άσματα («Σαν μαγεμένο το μυαλό μου», «Πόσο λίγο μ’ αγαπούσες», «Μπαξε Τσιφλίκι», «Άλλα μου λεν’ τα μάτια σου», «Αργοσβήνεις μόνη» κλπ.) προς τέρψιν της προετοιμαζόμενης ακόμα ψυχής και καταφέρνουν να εκπληρώσουν το σκοπό τους με την αέρινη παρουσία τους, τη χαλαρωτική τους διάθεση και το ταλέντο τους να φέρνουν το παλιό στην αυλή του παρόντος και να καλούν το θεατή για το υπέροχο μουσικό (τους) παιχνίδι.


Κι ύστερα δεκάλεπτο διάλειμμα.

Εν αρχή οι θεατές στις θέσεις τους. Κάτω στην αρένα του θεάτρου υπάρχουν αριθμημένες θέσεις και στο κοίλον του οι θεατές αναμένουμε. Βράδιασε. Κι από τα πλάγια ξαφνικά αρχίζουν όργανα να παίζουν πριν ανέβουν στη σκηνή. Οι θεατές σηκώνονται και χειροκροτούν και μια λαοθάλασσα κατεβαίνει απ΄τα ψηλά στα χαμηλά και πιο κοντά στη σκηνή.

Ενθουσιασμός. Οι κανόνες ταξιθεσίας καταργούνται τάχιστα σε μια περίεργη σκηνοθεσία ενθουσιασμού που δημιούργησε εξαιρετική ατμόσφαιρα και σφυγμό. Οι κοινωνικές νόρμες που θέλουν τους «μεγάλους» σοβαρούς και τους νέους σε έκσταση καταργούνται κι αυτοί. Σε «καιρό τσιγγάνων» μεταφερθήκαμε ξαφνικά.

goran_bregovic_live_2017_07_024

Η μουσική ξεκινά και αυτό που ακολουθεί είναι ένα καλοστημένο πανηγύρι –με την καλή έννοια της ταλαιπωρημένης αυτής λέξης- με βαλκανικούς ήχους γνωστούς («Βενζινάδικο», «Να ‘ταν η χαρά οικόπεδο», «Θεός αν είναι», «Κέρνα μας», «Με δυο παπούτσια πάνινα», «Quantum Utopia», «Marushka» (στα ελληνικά : «Ελπίδα» σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου) κλπ.) και άγνωστους ακόμα (νέες ηχογραφήσεις του) στο ελληνικό κοινό.


Με τον Bregovic και την μπάντα του να δίνουν περισσή ενέργεια και να μεταδίδουν όλο το κέφι, τον πολιτισμό (που, όπως είπε ο Bregovic, έχουμε λησμονήσει ως Ευρωπαίοι με αποτέλεσμα να μην θέλουμε ανάμεσά μας τους τσιγγάνους), τη δόνηση και ένα περίεργο αίσθημα ενότητας και αμεριμνησίας, η νύχτα απλώνεται απολαυστική. Τουτ’ έστιν, όπως προείπα, έβλεπα (πολύ) μεγάλους ως και (πολύ) μικρούς να ξεφαντώνουν, να τεντώνουν σώμα και ψυχή, να γελάνε, να φωνάζουν, να χορεύουν ακανόνιστα. Κι είδα και κυρίες κοκέτες να χειροκροτούν εικοσάρηδες που πίνουν και χορεύουν κι είδα κι άλλα όμορφα της ανθρώπινής μας φύσης.

Είμαστε, άλλωστε, κι εμείς σε τούτη τη sui generis γεωγραφική οντότητα με όποια διάθεση δυτικοευρωπαϊκή, αλλά με ρίζες σε αυτούς τους ήχους. Κι όταν αυτοί οι ήχοι γίνονται τέχνη με αισθητική και λεπτότητα ξαπλώνουν σαν ανάμνηση συναισθήματος σαν αέρινες νύμφες. Ποιητικότητα λόγω ανάμνησης όσων έζησα κι εγώ εκείνη τη βραδιά.

goran_bregovic_live_2017_07_032

Κορυφαίο στιγμιότυπο της βραδιάς ήταν όταν ο Πετρολούκας Χαλκιάς ανέβηκε στη σκηνή και συνδύασε τον ήχο του Bregovic και της Wedding Funeral με το ελληνικό κλαρίνο. Προσωπικά μου προξένησε συγκίνηση θαυμαστού μεγέθους ετούτη η στιγμή για δύο κυρίως λόγους : για την πλήρη εσωτερική –σχεδόν υπερβατική- ανταπόκριση με ό, τι άκουγα αλλά και για τη συνολική εικόνα που συνόδευε τη μουσική : χιλιάδες κόσμος να αφήνεται σε κάτι που μέσα του αντιστοιχεί και να το δείχνει με τον πιο αυθεντικό τρόπο, με χαμόγελα και σηκωμένα χέρια, όχι για να χτυπήσει ή για να πετάξει μπουκάλι στη σκηνή, αλλά για να ενώσει τη μέσα ένταση με το ουράνιο.

goran_bregovic_live_2017_07_036_petroloukas_chalkias

Εν ολίγοις, καλοκαίρι χωρίς τέτοιες συναυλίες δε λογίζεται. Και δε θα φοβηθώ τη γενίκευση. Ζωή χωρίς τέτοιες εμπειρίες δε λογίζεται. Ο Goran Bregovic είναι αγαπητός στην Ελλάδα, γιατί, πέραν της Λίνας Νικολακοπούλου που μας τον σύστησε, μιλά με το πάθος και τη μουσική του στη Μουσική (χρησιμοποιώ τον όρο ευρέως, με την έννοια της ευγένειας και την γαλήνης ) μας ψυχή. Είμαστε αυτός και είναι εμείς. Κι ακόμα παραπέρα : είμαστε τσιγγάνοι κι οι τσιγγάνοι λίγο Έλληνες, είμαστε κάτι κοινό και άρρητο, που επικοινωνεί ασυνείδητα στο χρόνο, για να αποδείξει πως πατρίδα η μουσική δεν έχει. Για να αποδείξει, βέβαια, και κάτι άλλο : πως από τη στιγμή που ο άνθρωπος σέβεται τον άνθρωπο, μπορεί να αφεθεί, να ξεκλειδωθεί, να ιδωθεί ως άνθρωπος του κόσμου, άχρονος και άτοπος, με μόνη ταυτότητα την ατομική και την ανθρώπινη, δίνοντας λόγο μονάχα στη μαγεία μιας βραδιάς σαν αυτή.


*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση