Συνέντευξη στον Παύλο Ζέρβα

Επέλεξες να βγάλεις σέλφι μπροστά στις «Ομπρέλες» του Γιώργου Ζογγολόπουλου, στη Θεσσαλονίκη. Γιατί επέλεξες αυτόν τον χώρο; Αυτή η δημιουργία σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για σένα;
Είναι από τα πιο αγαπημένα μου μέρη. Εκεί έχω χιολιοπερπατήσει, εκεί έχω ζήσει πολλά από την εφηβεία μέχρι σήμερα και γενικά η παραλία είναι για μένα σήμα κατατεθέν της πόλης. Είναι η αδυναμία μου, οι βόλτες μου, η ψυχοθεραπεία μου, η γυμναστική μου, οι κοπάνες μου από το σχολείο, όλα…

Ζεις και εργάζεσαι στη Θεσσαλονίκη. Πολλοί καλλιτέχνες στο παρελθόν, άφησαν την πόλη για να κάνουν καριέρα στην Αθήνα. Έχεις κάνει ανάλογες σκέψεις; Και μιας και μιλάμε για Θεσσαλονίκη, τί αγαπάς περισσότερο σε αυτή την πόλη;
Πολλές φορές το σκέφτηκα, αλλά δεν βρέθηκε ποτέ μια ευκαιρία που να με δελεάσει τόσο ώστε να αποφασίσω  να αφήσω όλα αυτά που είχα στη Θεσσαλονίκη, τους φίλους, την οικογένειά μου, τη ζωή μου γενικά. Είχα και την τύχη να δουλέψω από μικρή με ανθρώπους που δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα συναντιόμασταν στην ίδια σκηνή. Από την άλλη μεριά, η Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, γεννά συνέχεια υλικό σε μουσικούς οπότε πάντα έβρισκα καλλιτεχνικό ενδιαφέρον εκεί. Αγαπάω την πόλη μου γιατί κατά μήκος βρέχεται από θάλασσα, που για μένα σημαίνει ηρεμία και ενέργεια κι επίσης γιατί μ’ έναν δικό της μαγικό, ρετρό τρόπο, παραμένει ακόμη ανθρώπινη.

Αν και δισκογραφικά δεν έχουμε δει πολλές δουλειές σου μέχρι σήμερα, έχεις αρκετά χρόνια στον χώρο και η πορεία σου είναι πλούσια. Οι συνεργασίες σου στο παρελθόν, με Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτη Κραουνάκη, Κώστα Μακεδόνα, θεωρείς ότι ήταν το καλύτερο διαβατήριο για σένα για να μπεις στον χώρο της τέχνης; Σε τρόμαξαν ως συνεργασίες ή είχες απόλυτη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου;
Με τη Βίκυ Μοσχολιού ειδικά αγχώθηκα πάρα πολύ για το αν θα τα βγάλω πέρα. Ήμουν και πολύ πιτσιρίκα τότε. Όμως όταν τη συνάντησα, το χαμόγελο και οι πρώτες της κουβέντες εξαφάνισαν και άγχος και φόβο και όλα. «Λευτερίτσα μου εδώ δε φοβόμαστε, θα περάσουμε ωραία»! Θυμάμαι σαν τώρα τα τεράστια, εκφραστικά μάτια της και τις κομψές ζακετούλες της, με τα τρία τέταρτα μανίκι. Στις επόμενες συνεργασίες ήμουν πιο χαλαρή ευτυχώς. Έτσι κι αλλιώς, με τον Σταμάτη Κραουνάκη και τον Κώστα Μακεδόνα γνωριζόμασταν ήδη προτού συνεργαστούμε.
Πιστεύω γενικά ότι οι συνεργασίες με ανθρώπους που θαυμάζω είναι πολύτιμες διδαχές για να προχωράς και να γίνεσαι καλύτερος, όμως δεν θεωρώ ότι λειτουργούν απαραίτητα σαν διαβατήριο. Είναι ένα δώρο από μόνο του.

Με τον Σταμάτη Κραουνάκη συνεργάστηκες επί σειρά ετών σε διάφορα projects, ακόμα και σε θεατρική παράσταση! Αισθάνεσαι πως υπήρξε στη καριέρα σου κάτι σαν «δάσκαλος»;
Ναι, ισχύει απολύτως. Ο Σταμάτης μου έμαθε τι σημαίνει «χτύπα ταβάνι» όπως έλεγε στις πρόβες, δηλαδή να μη φοβάμαι να ανοίξω τη φωνή μου και επίσης με δίδαξε ότι τραγούδι σημαίνει πρώτα λόγος και μετά νότες. Μπορεί να σου βγάλει πράγματα, να σου εξηγήσει τον στίχο, να σου κάνει εικόνα, να σου δείξει τεχνικά πώς θα χτυπήσεις μια νότα και να σου φτιάξει μια ιστορία στην οποία μπαίνεις, κι έτσι σκέφτεσαι με έναν τρόπο που σε άλλη περίπτωση δεν θα τον είχες. Το ίδιο έκανε και στην παιδική παράσταση που δουλέψαμε, κάτι το οποίο δε θα ξεχάσω ποτέ,  αφού ο ίδιος  πίστεψε και επέμενε να παίξω θέατρο για πρώτη φορά!

Άλλοι «δάσκαλοι» στην πορεία σου;
Επειδή είμαι και μουσικός (σπούδασα και παίζω κιθάρα), μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που δούλεψα με πολύ καλούς συναδέλφους και εξαιρετικούς μαέστρους, ένιωθα ότι εξελίσσομαι και παικτικά. Είχε μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρώ τις πρόβες των μουσικών, κρατούσα τις παρτιτούρες απ’ όλα τα προγράμματα και τα μελετούσα με την  κιθάρα στο σπίτι μου ώρες ατελείωτες. Όχι μόνο τα δικά μου κομμάτια αλλά όλων των τραγουδιστών. Από την άλλη, αν μιλήσω ως τραγουδίστρια, ένας καλός μουσικός σε παρασύρει πάντα προς το καλύτερο, όσον αφορά στον ρυθμό, την ερμηνεία, το κούρδισμα, ανεβάζει τον πήχη κι εσύ ο ίδιος μπαίνεις στην διαδικασία να ακούς περισσότερο τον διπλανό σου κι έτσι δένει η ομάδα.

Το καλοκαίρι κυκλοφόρησες ένα νέο τραγούδι, παραγωγή της Μυρτώς Κοντοβά, το «Δεν έχω λόγια». Η ίδια μάλιστα έχει γράψει τους στίχους, σε μουσική Βαγγέλη Τούντα. Πώς προέκυψε η γνωριμία σου και η συνεργασία μαζί της;
Την Μυρτώ την ήξερα μέσα από  τις δουλειές της που παρακολουθούσα, ποτέ όμως δεν είχαμε προσωπική επαφή. Κάποια στιγμή που δούλευα σ’ έναν χώρο στη Θεσσαλονίκη, με τους φίλους συνεργάτες μου συζητούσαμε να βρούμε έναν άνθρωπο να στήσει το πρόγραμμα της επόμενης σεζόν. Στο τραπέζι λοιπόν έπεσε το όνομα της Μυρτώς. Εγώ είχα αναλάβει να έρθω σε επαφή μαζί της, της έστειλα ένα μήνυμα στο facebook, απάντησε ταχύτατα και μετά άρχισαν τα τηλεφωνήματα μεταξύ μας. Το τότε πρόγραμμα για τον συγκεκριμένο χώρο δεν στήθηκε ποτέ από την Μυρτώ, όμως συνεχίσαμε την τηλεφωνική μας επικοινωνία. Μέσα από κάποιες συζητήσεις μας, η Μυρτώ, παρέα με τον  Βαγγέλη Τούντα, μου πρότειναν να δοκιμάσουμε κάποια τραγούδια που είχαν γράψει. Αρχίσαμε λοιπόν να τα δουλεύουμε, πότε τηλεφωνικά και πότε με απλές ηχογραφήσεις στο κινητό. Το πρώτο που δοκίμασα ήταν μια γλυκιά ερωτική μπαλάντα, θυμάμαι μου άρεσε από τις πρώτες κιόλας νότες. Το έπαιξα στην κιθάρα μου και μόλις το τραγούδησα ένιωσα σαν να είναι δικό μου τραγούδι! Επίσης κούμπωσε απόλυτα στην τότε διάθεση μου. Από την άλλη, όσον αφορά στη Μυρτώ και τον Βαγγέλη,  κάτι τους άρεσε, κάτι τους έκανε κλικ κι έτσι κανονίσαμε να βρεθούμε από κοντά. Ε, και κάπως έτσι, άρχισαν τα… σούρτα-φέρτα που λέει κι η Μυρτώ!

Είναι ένα τραγούδι που ερμηνεύεις με καταπληκτικό τρόπο, αλλά έχει και εξαιρετική μουσική. Πιστεύεις ότι θα σταθεί αφορμή να ανέβεις ακόμη ένα σκαλοπάτι στην καριέρα σου και να ακουστείς ακόμα περισσότερο στα ραδιόφωνα; Είσαι ικανοποιημένη από τη μέχρι τώρα πορεία του τραγουδιού;
Αυτή η εξαιρετική μουσική είναι γραμμένη από τον ταλαντούχο Βαγγέλη Τούντα, τον οποίο θαυμάζω όχι μόνο ως συνθέτη και μουσικό, αλλά και για το πώς αντιλαμβάνεται και υπηρετεί το στίχο. Το “Δεν έχω λόγια” δεν είναι ένα εύκολο τραγούδι. Είναι ένα τραγούδι με βαρύ αίσθημα χωρισμού, πόνου, απογοήτευσης και για να το κατανοήσεις πρέπει  να το ακούσεις πάνω από μία φορά, κάτι το οποίο συνέβη και σ’ εμένα. Μ’ αρέσει αυτό το χαρακτηριστικό του, να θέλει ο άλλος να το ξανακούσει για να καταλάβει πόσα και τι ακριβώς θέλει να πει, και πιστεύω ότι βοηθάει στην ανοδική πορεία που έχει κάνει και που ελπίζω να συνεχίσει να κάνει.
Μέχρι τώρα δεν είχα δικό μου υλικό και νιώθω τυχερή που ξεκινάει η δισκογραφική μου καριέρα μ’ ένα τόσο ωραίο συναισθηματικό τραγούδι.

Ετοιμάζεις video clip για το τραγούδι; Θα είναι το πρώτο σου ουσιαστικά;
Δεν έχω κάνει πότε βίντεο κλιπ και φυσικά αγχώνομαι πάλι αλλά ανυπομονώ κιόλας! Μ’ αγχώνει η διαδικασία γιατί δεν την γνωρίζω και ταυτόχρονα έχω ανυπομονησία για την εμπειρία. Από την αρχή θέλαμε να έχει μια εικόνα το τραγούδι κι αυτή τη στιγμή που μιλάμε είμαστε στη διαδικασία προετοιμασίας του. Η Μυρτώ Κοντοβά που ετοιμάζει το σενάριο, έχει αναλάβει την επιμέλεια, τη σκηνοθεσία και απ’ όσο γνωρίζω το video clip θα γίνει στο κέντρο της Αθήνας, θα έχει εξωτερικά γυρίσματα σε γνωστούς δρόμους της πόλης και κάποια  γυρίσματα σε εσωτερικούς χώρους.

Και τώρα θα περιμένουμε και ολοκληρωμένο album; Είσαι σε διαδικασίες ηχογραφήσεων; Τα υπόλοιπα τραγούδια θα είναι διαφόρων δημιουργών; Σε τι ύφος θα κινείται ο δίσκος;
Αρχικά η Μυρτώ κι ο Βαγγέλης είχαν έτοιμα γραμμένα κάποια τραγούδια τα οποία δοκιμάσαμε, προβάραμε, ξαναπροβάραμε, τα αλλάξαμε, τα αφήσαμε στην άκρη, τα ξαναπιάσαμε κι έτσι κάπως καταλήξαμε το πρώτο να είναι το “Δεν έχω λόγια”. Τώρα ξαναμπήκαμε στην ίδια διαδικασία για να αποφασίσουμε ποιο θα είναι το δεύτερο και να αρχίσουμε να το στήνουμε για να το ηχογραφήσουμε. Όλα αυτά τα τραγούδια που είναι ήδη έτοιμα σε μορφή ντέμο, είναι σε στίχους Μυρτώς Κοντοβά, μουσική Βαγγέλη Τούντα, με εξαίρεση τη διασκευή ενός υπέροχου ρεμπέτικου. Γενικά υπάρχει υλικό για ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ, αλλά πιστεύω ότι είναι πολύ νωρίς να μιλάμε γι’ αυτό . Ένα ένα σκαλοπάτι…

Τι μουσική ακούς γενικά; Πες μου ένα CD που αγόρασες τελευταία και σε ενθουσίασε…
Κυρίως ακούω ελληνική μουσική με αδυναμία στα λαϊκά του ’50 και του ’60, χωρίς να εξαιρώ το έντεχνο και το παραδοσιακό. Αγαπώ όμως και την κλασική κιθαριστική μουσική, ειδικά κομμάτια σύγχρονης εποχής, τα οποία διάλεγα να παίζω και την περίοδο των σπουδών μου. Μέσα στο καλοκαίρι, ένας φίλος με τον οποίο συζητούσαμε για την κιθάρα, μου πρότεινε επίμονα να ακούσω το “Generation Django” το οποίο τυχαίνει να είναι και το τελευταίο CD που αγόρασα. Είναι ένα ορχηστρικό album δεκαετίας ’90, με βασικό όργανο την κιθάρα, κομμάτια με ιδιαίτερους βραζιλιάνικους, τσιγγάνικους ήχους και σχεδόν όλο το καλοκαίρι έπαιζε στο αυτοκίνητό μου.

Για τον Χειμώνα ετοιμάζεις εμφανίσεις; Έχεις κλείσει ήδη κάποιες συνεργασίες; Θέλεις να μας πεις πιο συγκεκριμένα;
Είμαι ήδη σε κατάσταση πανικού, σε κατάσταση προετοιμασίας με μια κιθάρα στα χέρια. Πρώτα καθήσαμε με την Μυρτώ και τον Βαγγέλη, δοκιμάσαμε κάποιες σκέψεις της Μυρτώς -η οποία επιμελείται και σκηνοθετεί το πρόγραμμα- και αφού καταλήξαμε σε κάποια τραγούδια, ξεκινήσαμε εντατικές πρόβες για την πρώτη μας εμφάνιση, αρχές Δεκεμβρίου, στον “Σταυρό του Νότου”. Τις δύο πρώτες Κυριακές του Δεκέμβρη, 3 και 10 Δεκεμβρίου.

Ποια ήταν η πιο δυνατή στιγμή που θα θυμάσαι από το καλοκαίρι που πέρασε; Είτε σε προσωπικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο…
Αγαπώ πολύ τη θάλασσα και θυμάμαι ακόμη μια βραδινή βουτιά με αγαπημένους μου φίλους, στη Χαλκιδική. Σε μουσικό επίπεδο, η δυνατή μου στιγμή ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το «Δεν έχω λόγια» καθώς οδηγούσα! Έμεινα άλαλη!

——————-

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση