Στην Ιερά Οδό του Ελληνικού πενταγράμμου

Γράφει ο Γιάννης Τσούμαλης
Φωτογραφίες: Αθηνά Γκούμα

Κάποιες στιγμές δε περιγράφονται, δε φυλακίζονται στα μαύρα σχήματα των λέξεων, γιατί απλά είναι όμορφες και αυτό αρκεί, για να τις βάλεις στη θέση που τους αξίζει. Πώς να περιγράψεις τους αμανέδες της Βιτάλη, τη χροιά του Πάριου, την εκπληκτική ερμηνεία αυτών των δύο μύθων του ελληνικού πενταγράμμου; Ήδη από τη πρώτη στιγμή η ατμόσφαιρα είχε δημιουργηθεί. Χειροκρότημα δυνατό στην είσοδο της Βιτάλη, η οποία ξεκίνησε με το «Άνοιξε, άνοιξε», με το «Μακριά μου να φύγεις», με το «Ίσως φταίνε τα φεγγάρια», τη «Κιβωτό», το «Πέντε Έλληνες στον Άδη». «Σας ευχαριστούμε πολύ που ήρθατε, η Παναγιά μαζί σας! Στην υγειά μας και για μας»! Ακούει προσεχτικά τη πενιά και η φωνή της κεντάει αμανέδες σε κάθε ευκαιρία. Ο κόσμος την καταχειροκροτεί και αφήνεται. Έρχεται η «Ταχεία» κάποιο «χειμωνιάτικο πρωί», η μαγική στιγμή που ερμηνεύει Παπάζογλου, τον «Αύγουστο», ο «Μπαλαμός» κι ένα τραγούδι που «δεν την απασχολεί, όπως την απασχολούσε», το «Εγώ τραγούδαγα». Η φωνή κρύσταλλο και ένα ταξίδι από μόνη της,  η παρουσία της επιβλητική και οι ερμηνείες της μαγικές. Θέλησα να ακούσω ό, τι ελληνικό τραγούδι ξέρω από εκείνη επί τόπου. Ξέχασα πως σε λίγο θα έβγαινε ο Πάριος.


Οι ορχήστρες αλλάζουν, τα φώτα χαμηλώνουν, το intro από τραγούδια του Πάριου παίζεται και μπαίνει στη σκηνή χαμογελαστός και γεμάτος όρεξη ντυμένος λιτά μ΄ ένα μαύρο πουκάμισο κι ένα λεπτό λευκό κασκόλ. Καίτοι προκατειλημμένος όταν πρόκειται για Πάριο, καίτοι πολλοί ισχυρίζονται ότι έχει «τελειώσει» πλέον, έχω να δηλώσω με απόλυτη συναίσθηση των λεγόμενων μου, ότι στο πρώτο μέρος της εμφάνισής του, που αποτελούταν συνολικά από εικοσιπέντε κομμάτια, ο Πάριος με εντυπωσίασε. Άγγιζε τις ψηλές νότες άφοβα, με πάθος και ένταση, βίωνε (όπως πάντα) ό,τι τραγουδούσε, λες και το λέει πρώτη φορά, με συνέπεια να μεταδίδει μια εκπληκτική αύρα από τη σκηνή, που συγκινούσε και τον πιο δύσκολο ακροατή (ας μη μιλήσω για τους ευαίσθητους) . «Δώσε μου λιγάκι ουρανό», «Φταίμε κι οι δυο», «Τα δάχτυλα», «Όλη η ζωή μου», καθώς είναι καθισμένος δίπλα στην εκπληκτική του ορχήστρα, «Καλημέρα τι κάνεις», «Στο κάτω – κάτω της γραφής», «Όλα σ’ αγαπάνε» (όπου έδειξε όλη του την ερμηνευτική του τεχνική, περιουσία χρόνων, αλλά και την φωνητική του λαμπράδα), «Απορώ», το εκπληκτικά ερμηνευμένο «Θεός αν είναι» ήταν κάποια από αυτά που προτίμησε.


«Εμείς που ζούμε ακόμα είμαστε υποχρεωμένοι να μη ξεχνάμε αυτούς που έφυγαν. Κάθε χρόνο τραγουδάω και κάποιον μεγάλο. Φέτος τραγουδάω για κάποια πολύ μεγάλη. Γεια σου Βίκυ»!  Η εικόνα της Μοσχολιού από πίσω του κι αυτός να της αφιερώνει κάποια από τα πιο όμορφα τραγούδια της, όπως «Τα δειλινά» και η «Μαρκίζα». Δεν έλλειψε και ο ερωτικός Θεοδωράκης, θυμίζοντας μας την εκπληκτική βραδιά στο Λυκαβηττό πριν χρόνια. Κι ύστερα το «Αχ αγάπη». «Φωνάξτε ρε! Αχ αγάπη! Πείτε το! Αγάπη!»

parios_vitali_premiera_2016_11_19_017

Και κάπου εκεί μπήκε και το έτερον ήμισυ του για φέτος και καθισμένοι αντικριστά μας τραγούδησαν. Δεν έχει σημασία τόσο τι μας είπαν, αλλά το γεγονός ότι εκείνη τη στιγμή κατάφεραν να εισχωρήσουν βαθειά στη ψυχή και να παίξουν με τις πιο ευαίσθητες χορδές της. Κι αν νομίζετε ότι είμαι υπερβολικός προσπαθήστε –έστω και νοητά- να συνδυάσετε φωνητικά τη βαρύτητα της φωνής του Πάριου με το μέταλλο της Βιτάλη, ντύστε το με το ρούχο της πιο αισθαντικής ερμηνείας και της αυθεντικότητας και έτοιμο το μεταξένιο ένδυμα εκείνης της στιγμής.


Θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή η βραδιά να τελειώσει, αλλά καθότι πρέπει να ικανοποιηθεί και το κορμί από κίνηση ανέλαβε η Βιτάλη ύστερα ένα χορευτικό πρόγραμμα, με δικά της τραγούδια και άλλων, ξεσηκώνοντας το κοινό από κάτω. Μας αποχαιρέτησε με δύο εξαιρετικά τραγούδια, το ένα παραδοσιακό, το «Με γέλασαν μια χαραυγή», που όπως είπε τη συγκινεί βαθειά, γιατί «είναι όλο το παράλογο της λογικής», και με το «περιφερειακό τραγούδι» του Κώστα Σούκα, το «Άλλον έχεις τώρα αγκαλιά».

parios_vitali_premiera_2016_11_19_011

Η ώρα είχε πάει τέσσερις κι ο Πάριος ξαναβγήκε στη σκηνή εμφανώς λίγο κουρασμένος, αλλά με κέφι να πει τα πάντα. «Σήμερα θα φύγουμε από εδώ απόγευμα» είπε και ξεκίνησε το δεύτερο μέρος του με το «Μου ‘χεις κάνει τη ζωή μου κόλαση», «Τι θέλεις να κάνω», «Δραπετσώνα», «Τα βάσανά μου ένα φορτίο» . «Τώρα ορχήστρα θα λέω ό, τι γουστάρω εγώ και οι αγάπες μου» και η εκπληκτική του ορχήστρα ικανοποίησε τόσο την επιθυμία του, όσο και του κόσμου, που παρήγγειλε ό, τι τραγούδι ήθελε να ακούσει από τον μεγάλο αυτόν ερμηνευτή.

Φύγαμε κατά τις πέντε και κάτι και το πρόγραμμα συνέχιζε. Η εντύπωση που μπορώ να καταγράψω ασφαλώς είναι ότι πρόκειται για ένα πρόγραμμα που καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στα πλούσια ρεπερτόρια των δύο καλλιτεχνών, με συνέπεια να τους απολαμβάνεις και να τους χορταίνεις. Η μόνη μου παρατήρηση που αγγίζει τα όρια του ψόγου είναι ότι είναι πολύ καλύτερο πλέον για τον κύριο Πάριο να περιορίζεται σε όσο αντέχει και ο ίδιος. Στο δεύτερο μέρος δεν ήταν όπως στο πρώτο κι αυτό λογικό, γιατί υπάρχει η φυσική κούραση, που είναι πιο συχνή στην ηλικία του. Έτσι θα μπορέσει να κρατήσει το υψηλό επίπεδο που μας έδειξε από το πρώτο μέρος.

Κατά τα άλλα, τα αισθήματα που μας έκαναν να νιώσουμε αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι πολλά! Δεν τραγουδούν απλώς, αλλά ερμηνεύουν, δεν μεταδίδουν κλίμα, αλλά σε ταξιδεύουν με μια κίνηση, μ’ ένα φωνήεν, δεν σε πάνε απλώς στα καυτά σου συναισθήματα, σε έρωτες, αγάπες, πόνους, χαρές και στο πυρήνα της ψυχής, αλλά περπατούν μαζί σου στην πιο δική σου ιερά οδό!


*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση