“Θα πεθάνω, αν πεθάνεις”…μια κουβέντα πάνω σε μια ξεχωριστή παράσταση!

Κείμενο / Συνεντεύξεις: Γιάννης Τσούμαλης
Φωτογραφίες: Αθηνά Γκούμα

Είμαι ήδη στο φουαγιέ του θεάτρου και περιμένω τους ηθοποιούς που πρωταγωνιστούν. Περί πολλών τυρβάζω, μα κυρίως για το θέμα που ήρθα να δω και να συζητήσω. Το ροκ του παρελθόντος μας, την εφηβεία. Είναι, άραγε, μια παρτιτούρα που κάψαμε και σαν φοίνικας γεννήθηκε η νεότητα ή άραγε μια μελωδία που τρεμοπαίζει σα φλόγα αδιάφορη πια στα πιο προσωπικά μας δωμάτια; Μήπως όχι και  τόσο αδιάφορη;

Μ΄αυτά καταπιάνεται, μεταξύ άλλων, η Anna Maria Nygren, η Ελένη Πέγκα, ως σκηνοθέτης της παράστασης και οι τέσσερις πρωταγωνιστές της : η Αλεξάνδρα Ταβουλάρη, ο Ορέστης Καρύδας, ο Γιώργος Βουβάκης και η Κατερίνα Μισιχρόνη.  Για να λύσω τον -μακάβριο για πολλούς- γρίφο του τίτλου, θα θέσω, υπό τη μορφή ρητορικού ερωτήματος, τη καταληκτική μου ως προς το έργο θέση : Άραγε πόσο ανυπεράσπιστος νιώθει ένας άνθρωπος, που αποβάλλει το καβούκι του παιδιού και βρίσκεται ψάχνοντας στο κόσμο της ενήλικης ταχύτητας; Μήπως τη παρηγοριά θα βρει σε άλλον αντίστοιχο, που ίσως του δώσει για λίγο μεγαλύτερες διαστάσεις, γιατί έχει ανάγκη να αφεθεί κάπου; Χωρίς αυτό να είναι οι “μεγάλοι γονείς”, όυτε ο υποσχετικός -ίσως και ανύπαρκτος;- θεός, αλλά κάποιος στο ίδιο παραμύθι μπλεγμένος; Κι αν τον βρει, ίσως του πει τότε “θα πεθάνω,αν πεθάνεις”.

Καθήσαμε στο κέντρο της σκηνής, με την Αλεξάνδρα, τον Ορέστη και τον Γιώργο και πριν τη παράσταση ξεκινήσαμε τη κουβέντα, για την οποία τους ευχαριστώ θερμά: 

-Κατ ‘ αρχάς δυο λόγια για τον κόσμο του έργου. Πού εκτυλίσσεται;
Ορέστης : Εκτυλίσσεται σε μια παραβατική πραγματικότητα, η οποία δεν έχει χώρα ή τόπο. Είναι ένα εγκαταλελειμμένο περιβάλλον, ο πίσω χώρος ενός δημοσίου κτηρίου στο οποίο συμβαίνουν συγκεντρώσεις, party.

-Το έργο φωτογραφίζει ή παραμορφώνει τον δικό μας κόσμο;
Γιώργος : Δεν μπορείς να πεις ότι είναι ρεαλιστικός ο κόσμος του έργου. Είναι σα να τραβάει ένα στιγμιότυπο. Δείχνει κάποιες από τις ακραίες στιγμές που μπορούν να συμβούν σε μια σημερινή κοινωνία παιδιών – εφήβων. Δε μπορείς να πεις ότι είναι η καθημερινότητά τους. Παρόλο, όμως, που είναι ακραίες στιγμές, είναι πολύ πιθανό να συμβούν. Υπάρχουν στιγμές μέσα στο έργο που έχουν συμβεί σε έφηβους.
Ορέστης : Είναι ρεαλιστικό, αλλά έχει και μια μυθοπλασία μέσα. Έχει ένα κατασκεύασμα. Το κάνει φαντασιακό, αλλά είναι ρεαλιστικό.
Αλεξάνδρα : Είναι γραμμένο ρεαλιστικά. Εμείς δεν το έχουμε αποδώσει με πολύ ρεαλισμό. Έχουμε κάποια στοιχεία που αλλοιώσαμε. Επίσης, σαν σκηνοθεσία, ο χώρος και ο χρόνος έχουν αφαιρεθεί, γιατί μπορούν να συμβούν παντού και πάντα. Πάντως ο σκηνικός χώρος είναι κάτι σαν πρώην πολιτιστικό κέντρο.

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_007
-Λίγο ειρωνικό μου ακούγεται. Παραβατικότητα, βία, σεξουαλικότητα. Είναι πολιτισμός το να δοκιμάζεις τα όρια σου;
Αλεξάνδρα: Κοίτα. Είναι έφηβοι, που είναι από τα βασικά στοιχεία του έργου, γιατί οι έφηβοι έχουν οριακοί συμπεριφορά. Τους αρέσουν τα όρια και δεν έχουν μέτρο. Δεν είναι «σ’ αγαπάω», αλλά «Σ’ ΑΓΑΠΑΩ», δεν είναι «σε μισώ», αλλά «ΣΕ ΜΙΣΩ», δηλαδή «θέλω να πεθάνεις». Οπότε αυτομάτως είναι και λίγο υποκειμενικό του πως βλέπει κανείς τον πολιτισμό. Εγώ, π.χ., έχω μια φυσική τάση άρνησης προς τη κοινωνία και τους κοινωνικούς θεσμούς, οπότε θα δω με συμπάθεια τον έφηβο, που επαναστατεί, με σκοπό να δει τι υπάρχει έξω από το κοινωνικό πλαίσιο που του ορίζουν.
Ορέστης: Το πολιτισμικό πλαίσιο, νομίζω, ότι εδώ με κάποιον τρόπο ακυρώνεται, γιατί αυτά τα παιδιά δεν έχουν σταθερές, δεν έχουν ένα φυσιολογικό υπόβαθρο, ώστε να τους δοθεί μια βάση για το τι είναι ακριβώς πολιτισμός και έτσι από μόνοι τους φτάνουν στη παραβατικότητα. Είναι ελεύθερα πολύ να δοκιμάσουν όσα κάνουν, τα οποία μάλιστα δεν ξέρουν ακριβώς και τι είναι . Ίσως εγώ και η Αλεξάνδρα (Χάνες και Μούα) να είμαστε πιο «πολιτισμένα» παιδιά από τους άλλους που είναι πιο «εγκληματίες» με έναν τρόπο. Αλλά τα όρια είναι πολύ συγκεχυμένα.

“Δεν προλαβαίνουν να συνειδητοποιήσουν το τι κάνουν και για ποιο λόγο. Τα πράγματα λειτουργούν σ’ αυτούς ενστικτωδώς”. 

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_009

-Υπήρχε μια αντίληψη γύρω στο 1970 του να ζεις τη ζωή σου στο έπακρο και ας είναι να πεθάνεις νέος. «Χίπιδες», δηλαδή. «Sex, drugs and rock ‘n roll» μέχρι τα 25 και μετά «ας πεθάνουμε, γιατί θα τα έχουμε ζήσει όλα». Πώς απαντάει στο έργο αυτή η αντίληψη; Τι σκέφτονται αυτά τα παιδιά;
Ορέστης : Προσωπικά σαν ήρωας είμαι πιο εγκρατής, έχω σταθερές και με ενδιαφέρει να ζω με πολιτισμένο τρόπο. Βρίσκομαι σε ένα πιο υγιές πλαίσιο από τους υπολοίπους. Νομίζω ότι ο δικός μου χαρακτήρας θέλει να βαδίσει σωστά.

-Με την έννοια του μέτρου;
Ορέστης : Ακριβώς.
Αλεξάνδρα : Για τους υπολοίπους, εκτός από τον Χάνες, που όντως είναι ένας πιο σταθερός χαρακτήρας, νομίζω ότι δεν υπάρχει συνειδητότητα . Δεν προλαβαίνουν να συνειδητοποιήσουν το τι κάνουν και για ποιο λόγο. Τα πράγματα λειτουργούν σ’ αυτούς ενστικτωδώς. Οπότε θα δοκιμάσουν sex, drugs, αλλά χωρίς να αντιλαμβάνονται πλήρως την όλη σημασία των πράξεών τους. Δε το σκέφτονται τόσο σφαιρικά.
Ορέστης : Όλο αυτό ξεκινά, άλλωστε, από ένα παιχνίδι.
Αλεξάνδρα : Η ηλικία τους, βέβαια, στο έργο -αν και όχι καθαρά προσδιορισμένη- είναι αυτή της προεφηβείας. Εμείς τους είδαμε ως έφηβους.

“Νομίζω ότι αυτά τα παιδιά βρίσκονται εδώ (σ’ αυτό το κτήριο) για να κατασκευάσουν μια ενήλικη διάσταση αντίστοιχη με αυτά που συμβαίνουν, τόσο στον εξωτερικό, όσο και στον εσωτερικό κόσμο των γονιών τους και εν γένει των ενηλίκων”.

-Είναι αθώα αυτά τα παιδιά;
Αλεξάνδρα : Πολύ νομίζω. Βαθειά αθώα. Δεν κάνουν τίποτα επί τούτου. Είναι καθαρά θέμα περιέργειας και παιχνιδιού. Συναντιούνται και παίζουν.

-Το δικαιολογείτε αυτό; Τόσο δραματουργικά, όσο και μέσα σας;
Ορέστης : Νομίζω ότι αυτά τα παιδιά βρίσκονται εδώ (σ’ αυτό το κτήριο) για να κατασκευάσουν μια ενήλικη διάσταση αντίστοιχη με αυτά που συμβαίνουν, τόσο στον εξωτερικό, όσο και στον εσωτερικό κόσμο των γονιών τους και εν γένει των ενηλίκων. Δηλαδή, κάνουν σα να παίζουν ένα παιχνίδι τύπου «τώρα είμαστε μεγάλοι» και κάνουμε πάρτι και παρεκτρεπόμαστε, όπως οι μεγάλοι. Ο ήρωάς μου, ωστόσο, νιώθω και πιστεύω ότι είναι σε μια απόλυτη ακόμα παιδικότητα. Κι η Μούα κατ’ εξοχήν είναι αθώα. Κι αν προβαίνει στο μεγαλύτερο έγκλημα στο έργο, το κάνει επειδή ακριβώς δεν έχει συνείδηση γι’ αυτό. Θέλει να ικανοποιήσει απλώς μια επιθυμία της, να κρατήσει τη κολλητή της φίλη κοντά της.

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_005

-Ο χαρακτήρας σου Γιώργο, ο Άντυ;
Γιώργος : Ο χαρακτήρας μου είναι ένα παιδί που έχει πολύ θυμό μέσα του. Είναι ένα παιδί το οποίο, -όπως έχω σκεφτεί, ώστε να το ερμηνεύσω- έχει αρκετά προβλήματα στο σπίτι και εκτονώνει την οργή του στους έξω, γιατί στο σπίτι δε μπορεί . Την εκτονώνει στους φίλους του, σε όσους γνωρίζει. Είναι πολύ χειριστικός απέναντι στον καλό του φίλο, τον Χάνες, γιατί ο Χάνες είναι αδύναμος και ο Άντυ εκείνος που έχει και θέλει να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του και, όταν δε μπορεί να το κάνει, ξεσπάει. Έχει μια αγάπη για τα όπλα και όνειρο να πάει στην Αμερική. Θέλει να φύγει. Αυτό, βέβαια, συμβολίζει και την αγάπη των Σουηδών για την Αμερική. Ερωτεύεται την Αυρήλια, η οποία έρχεται ξαφνικά σε αυτό το χώρο σαν το εξωτικό φρούτο. Γι’ αυτόν η Αυρήλια είναι κάτι πολύ σημαντικό κι εκεί βλέπουμε πως συναντιέται πρώτη φορά ένας έφηβος με τον έρωτα. Η συνάντηση είναι άγρια.

-Δηλαδή από ό, τι καταλαβαίνω οι ήρωες σας, ως έφηβοι ψάχνουν συναισθηματικές στέγες, είτε στον έρωτα, είτε στη δοκιμασία πίσω από ένα παλιό κτήριο σε πράγματα που δεν ξαναέκαναν.
Γιώργος : Ακριβώς. Έχουν, όμως, και την ανάγκη να ανήκουν κάπου.

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_004
-Οι χαρακτήρες των υπολοίπων έχουν κι αυτοί θυμό μέσα τους;
Αλεξάνδρα : Εγώ με τον Χάνες είμαστε αδέρφια. Στην ουσία λαμβάνουμε ως βάση ότι πρόκειται για δύο παιδιά που είναι μαθημένα από το σπίτι τους να είναι πιο σωστά. Φαινομενικά όμως. Έχουν μέσα τους αισθήματα που βράζουν. Η Αυρήλια και ο Άντυ δεν έχουν κάποια καθοδήγηση και είναι πιο εύκολο να μετατρέψουν όλα τους τα συναισθήματα σε θυμό και να θέλουν να αντιδράσουν. Εμείς είμαστε πιο συγκρατημένοι. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι δεν έχουμε θυμό. Εγώ ως Μούα θυμώνω αρκετές φορές στο έργο με τη φίλη μου, που με αρνείται, δεν με αποδέχεται, που δε μπορώ αλλού να ξεσπάσω και έτσι τα ρίχνω όλα στον αδερφό μου, ο οποίος πάλι, όπως όλοι, δε με καταλαβαίνει.

“Πρέπει να υπάρχουν φραγμοί, που έχουν να κάνουν με το σεβασμό στον εαυτό σου σε συνάρτηση με τον άλλον και τίποτα περισσότερο”.

Πώς, άραγε, σκέφτεστε τους ήρωές σας στο μέλλον; Εδώ θέλω τη φαντασία σας.
Γιώργος : Ο Άντυ γύρω στα 30 νιώθω ότι θα είναι κάποιος τύπος, που θα δουλεύει σε μια υπηρεσία, σε μια επιχείρηση και θα είναι μικροαπατεώνας. Θα έχει πολύ θυμό μέσα του… και θα τον έχει πάντα. Μία γιατί δεν πήγε στην Αμερική, μία για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Θα του φταίνε οι άλλοι. Θα είναι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, αλλά θα έχει από άποψη κατώτερων ορέξεων, ηρεμήσει, γιατί θα έχει ζήσει έντονη εφηβεία. Βασικά θα είναι θυμωμένος για όσα δε κατάφερε.
Ορέστης : Νομίζω ότι ο Χάνες θα συνεχίσει να διατηρείται πάνω σε ένα ευαίσθητο και εύθραυστο πλαίσιο. Ίσως γίνει καλλιτέχνης, συγγραφέας… με ιδιαίτερη, όμως, ευαισθησία.
Αλεξάνδρα : Νομίζω ότι στη Μούα θα συμβούν τα πάντα. Είναι μια ηρωίδα που μέσα στο έργο αλλάζει πάρα πολύ. Αλλιώς είναι στην αρχή κι αλλιώς στο τέλος. Έχει μεγάλη συναισθηματική μετατόπιση.
Ορέστης : Η Μούα θα γίνει αεροσυνοδός (γέλια)!
Αλεξάνδρα : Αποκλείεται (γέλια) ! Έχω την αίσθηση ότι θα ακολουθήσει έναν πολύ μοναχικό δρόμο. Παρ’ όλα αυτά θα βρει τον εαυτό της, γιατί ψάχνει να βρει τι είναι, όπως, βέβαια, την είδαμε εμείς. Δε θα μπορεί, ωστόσο, να διαχειρίζεται τα συναισθήματά της τόσο εύκολα όσο ο μέσος, φυσιολογικός άνθρωπος. Ίσως θα της δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα στην έκφραση τους ή θα εκδηλώνεται τόσο έντονα που θα δημιουργεί προβλήματα σε άλλους. Αυτό που συμβαίνει στη Μούα στο έργο την ταρακουνάει, αλλά είναι και για καλό και για κακό.

“Είναι μια ηλικία που το αίμα βράζει και νομίζω ότι πρέπει να κρατάμε τον επαναστάτη της εφηβείας προσθέτοντας, όμως, τις αιτίες της ενηλικίωσης”.

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_008
Πρέπει να υπάρχουν φραγμοί στη τάση προς τα όρια; Κι αν ναι, το στοιχείο της άρνησης του εφήβου σε τι έλεγχο πρέπει να μπει από την ενηλικίωση;
Ορέστης : Πρέπει να υπάρχουν φραγμοί, που έχουν να κάνουν με το σεβασμό στον εαυτό σου σε συνάρτηση με τον άλλον και τίποτα περισσότερο. Σεβασμός, δηλαδή, στην ιδιοσυστασία σου και το πώς επενεργεί αυτή στην ιδιοσυστασία κάποιου άλλου.
Γιώργος : Κάποια όρια πρέπει να υπάρχουν. Και στον 35άρη μπορεί να υπάρχει άρνηση, αρκεί να μην είναι άρνηση για την άρνηση. Μπορούμε να κάνουμε την επανάσταση μας, αλλά όχι χωρίς αιτία. Νομίζω κάποια στοιχεία είναι κρίμα που τ’ αφήσαμε στην εφηβεία και δεν τα κρατήσαμε. Δεν είναι μια άχρηστη ηλικία. Είναι μια ηλικία που το αίμα βράζει και νομίζω ότι πρέπει να κρατάμε τον επαναστάτη της εφηβείας προσθέτοντας, όμως, τις αιτίες της ενηλικίωσης.

“Έκαστος στο είδος του. Ας υπάρχουν κάποιοι που πετάνε κι άλλοι που πατάνε”.

-Δηλαδή, πιο συνειδητοποιημένα συναισθήματα από έναν ενήλικο, γιατί ο έφηβος, όπως είπε και η Αλεξάνδρα πάει να δοκιμάσει, «γιατί έτσι».
Αλεξάνδρα : Εγώ πιστεύω και ενθαρρύνω πολύ τη διαφορετικότητα . Θεωρώ ότι είναι εντελώς διαφορετικό πως κάθε άνθρωπος θα ωριμάσει. Το αντίστοιχο που είπαμε στη πρόβα είναι πότε χάσαμε σαν ηθοποιοί την αθωότητά μας. Ο καθένας απάντησε άλλο. Εγώ σκεφτόμενη εκείνη τη στιγμή για πρώτη φορά πότε έχασα την αθωότητά μου, συνειδητοποίησα ότι δεν την έχω χάσει, ότι είμαι παιδί ακόμα, και ότι παρόλο που σε κάποιες περιστάσεις στη ζωή μου με ανάγκασαν βίαια και άλλες φόρες ομαλά να φερθώ σαν ενήλικας, στην ουσία κρατάω την αθωότητά του παιδιού, του παιχνιδιού και αυτό είναι κάτι που μ’ αρέσει να το συναντάω. Μ’ αρέσει, βέβαια, να υπάρχουν και οι «λογιστές», να σε γειώνουν και κάπως. Αλλά δεν θα ήθελα όλοι οι άνθρωποι να είναι και λίγο γνώση και λίγο πέταγμα. Έκαστος στο είδος του. Ας υπάρχουν κάποιοι που πετάνε κι άλλοι που πατάνε.

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_006
-Ωραίο αυτό! Αρά τι είναι αθωότητα;
Ορέστης : Η μη γνώση της καταστροφής.

-Ναι, αν όμως είναι έτσι, ένας ενήλικας που έχει την αρετή της αθωότητας –γιατί περί αρετής νομίζω πρόκειται- είναι αφελής. Μήπως είναι περισσότερο η περιέργεια, ο ενθουσιασμός;
Αλεξάνδρα: Εμείς μεταφράσαμε την αθωότητα σε αφέλεια. Εγώ εννοούσα ακριβώς αυτό που είπες. Περισσότερο ότι η σκέψη έρχεται δεύτερη, χωρίς προκατάληψη, πιο παρορμητικά. Πρώτα η κίνηση και μετά η σκέψη.
Γιώργος : Την αθωότητα δε μπορώ ακριβώς να την ορίσω, αλλά μπορώ να πω ότι η μαγεία αυτών των ρόλων είναι ότι προσπάθησα να ανακαλέσω πράγματα, για να θυμηθώ πως ήμουνα κι εγώ. Κι έτσι θυμήθηκα ότι το μαγικό είναι ότι γίνονται πράγματα για πρώτη φορά. Όταν έκανες για πρώτη φορά έρωτα ήταν κάτι συγκλονιστικό. Ότι ανακαλύπτεις κάτι για πρώτη φορά, αυτό είναι το υπέροχο στοιχείο της αθωότητας. Και πια ως ενήλικες χάσαμε το κίνητρο μας, γιατί τα πράγματα τα έχουμε κάνει και ξανακάνει και λειτουργούν μηχανικά, ενώ στην εφηβεία τα πράγματα δε λειτουργούν έτσι.

Ο Χόμπς έλεγε ότι «πρωταρχικές αιτίες διαμάχης των ανθρώπων είναι ο ανταγωνισμός, η δυσπιστία και η δόξα». Είναι αυτά στοιχεία της ανθρώπινης ουσίας μας;
Ορέστης : Ας πούμε στον κύριο Χομπς ότι είναι η προσωπική του θέση (γέλια).
Αλεξάνδρα : Είναι λίγο πεσιμιστικό.

“Και πια ως ενήλικες χάσαμε το κίνητρο μας, γιατί τα πράγματα τα έχουμε κάνει και ξανακάνει και λειτουργούν μηχανικά, ενώ στην εφηβεία τα πράγματα δε λειτουργούν έτσι”.

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_012
-Οι ήρωες σας, όμως, μπαίνουν στο κόσμο των ενηλίκων, όπου θα συναντήσουν τον ανταγωνισμό, μπορεί να ακούσουν τη σειρήνα της δόξας και ίσως να είναι δύσπιστοι ως προς τους ανθρώπους.
Γιώργος : Οι ήρωές μας τα έχουν αυτά τα στοιχεία και ως έφηβοι. Αυτό σημαίνει, βέβαια, όπως είπα και πριν, ότι διαχειρίζονται πρώτη φορά τέτοιου είδους συναισθήματα κι είναι κωμικό σε μερικές στιγμές. Δεν είναι πονηρή η διαχείριση αυτών των συναισθημάτων. Κι αυτό είναι το σημείο κλειδί. Αυτή είναι η μαγεία τους. Ζηλεύουν και συγκρίνονται με τρόπο που και οι ίδιοι ανακαλύπτουν μέσα στο έργο και όλο αυτό έχει μια κωμική διάσταση.
Ορέστης : Ο Χάνες, όμως, είναι πιο προσγειωμένος ως έφηβος.

-Μη του βγουν, όμως, μετά τα κουσούρια…
Ορέστης : Τώρα που το σκέφτομαι μπορεί και να αυτοκτονήσει στο μέλλον.
Αλεξάνδρα : Ο Χάνες, αν και πιο ήρεμος και πιο ισορροπημένος, λειτουργεί απορροφώντας τις γύρω του συγκρούσεις. Τις εσωτερικεύει.

“Σήμερα, δηλαδή, είμαι ο Δον Κιχώτης κι εσύ ο Σάντσο Πάντσα, και αύριο θα είμαι εγώ ο Σάντσο Πάντσα κι εσύ ο Δον Κιχώτης, γιατί οι ρόλοι αλλάζουν, η ζωή αλλάζει, γιατί κι εγώ αλλάζω μαζί σου”.

Κάτι για το τέλος που θέλετε να πείτε;
Αλεξάνδρα: Αγαπώ τη Μούα (γέλια) ! Τη καταλαβαίνω και πολλά στοιχεία της τα βρίσκω σε μένα. Κι είναι πολύ γοητευτικό να βρίσκεις ομοιότητες σε χαρακτήρα που ερμηνεύεις.
Ορέστης : Εγώ ξεχωρίζω τη διαδικασία της ανάκλησης της δικής μου εφηβείας. Ήταν μια διαδικασία ευχάριστη, αλλά και δυσάρεστη και αυτό το τελευταίο ήταν και το πιο χρήσιμο.
Γιώργος : Εμένα οι τέσσερις αυτοί χαρακτήρες με συγκινούν βαθειά, αν τους απομονώσω, γιατί μου θυμίζουν τα καλοκαίρια της δικής μου εφηβείας. Κάποια στιγμή υπήρξα και τα τέσσερα παιδιά, που, όμως, είναι κάτι διαφορετικό. Κάποιο καλοκαίρι ήμουν λίγο Χάνες, λίγο Άντυ κι ένα άλλο λίγο Αυρήλια και λίγο Μούα. Ομοίως τα έχω συναντήσει σε φίλους μου, που μεγαλώσαμε μαζί. Σήμερα, δηλαδή, είμαι ο Δον Κιχώτης κι εσύ ο Σάντσο Πάντσα, και αύριο θα είμαι εγώ ο Σάντσο Πάντσα κι εσύ ο Δον Κιχώτης, γιατί οι ρόλοι αλλάζουν, η ζωή αλλάζει, γιατί κι εγώ αλλάζω μαζί σου. Και σ΄αυτό το έργο βλέπουμε τη φωτογραφία μιας καθοριστικής περιόδου τεσσάρων ανθρώπων!

Τα φώτα σβήνουν και η παράσταση ξεκινά…

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_013

Τέσσερις έφηβοι. Τέσσερις άστεγες ψυχές. Έχουν αποτινάξει τον μανδύα της παιδικότητας και τριγυρνούν γυμνοί στο κόσμο αναζητώντας το κατάλληλο ρούχο της ενηλικίωσης. Τι θα απογίνουν τώρα που μεγαλώνουν; Ακροβάτες ανάμεσα, σε όλα τα «ανάμεσα» και τα «μεταξύ», όπου το τεντωμένο σκοινί μπορεί να τους προδώσει. Ο κόσμος, όπως λέει και ο Αλκαίος, είναι γι΄ αυτούς «μια σούπα κι ο νους τους τρύπιο κουτάλι». Τρώνε – ή τουλάχιστον έτσι θέλουν – μανιωδώς κάθε όριο, χορταίνουν, πεινούν και ξαναρχίζουν κι η ψυχή ανήμπορη να προσλάβει το μεγαλειώδες μάταιο της ύπαρξης τρελαίνεται μπροστά στις ανθρώπινες δυνατότητες. Μπορούν να κάνουν έρωτα με όποιον ή όποια θέλουν, μπορούν να σκοτώσουν, να παραβιάσουν, να διαλύσουν, να αγαπήσουν και να μισηθούν. Μπορούν πίσω από ένα κτήριο να γίνουν εκείνοι που η κοινωνία τους θέτει έξω από τα όρια του «πρέπει» προς χάριν ειρηνικής συμβίωσης.


Μούα, Χάνες, Άντυ, Αύρα. Συναντιούνται πίσω από ένα δημόσιο κτήριο και θάβουν σιγά – σιγά τη παιδικότητά τους. Αυτό σε πρώτη ανάγνωση. Μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει τη τραγική προσπάθεια που κάνουν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε αυτό που πάνε να γίνουν και σε αυτό που είναι. Παιδιά ή ενήλικες; Μήπως αθώοι ενήλικες; Και τι πάει να πει αθώος; Το σκηνικό της παράστασης δεν είναι τυχαίο. Αποτελείται από ένα μεγάλο, πλαστικό λουλούδι, από ένα τραμπολίνο, από ένα σπιτάκι – μανιτάρι, που παραπέμπει σε εκείνα των αγαπημένων μας Στρουμφ, και κούκλες τρολ με πολύχρωμα μαλλιά. Κάπου εκεί υπάρχει και μια μικρή μπάλα, με την οποία κάποιες στιγμές παίζουν. Κι αυτό απ΄έξω. Μέσα τους υπάρχει αυτή η απορία : τι τα κάνουμε πλέον αυτά;

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_014

Σε κάποια στιγμή ο Άντυ φέρνει μαζί του μια καραμπίνα του πατέρα του. «Είναι ωραίο να σκοτώνεις. Είναι και πολύ «γαμώ» θα παραδεχτεί με φανερό δείγμα ευχαρίστησης η Αύρα. Κι έτσι ο Άντυ θα σκοτώσει ένα πουλί, που ματωμένο θα πέσει στο έδαφος. Η Μούα με τον Χάνες θα το θάψουν μέσα στο σπίτι – μανιτάρι. Ένα πουλί θάβεται σε ένα παιδικό σπιτάκι. Μια ολόκληρη παιδικότητα, της οποίας το τέλος σηματοδοτεί ο πυροβολισμός, θάβεται στην αθωότητα που μένει ως κατάλοιπό της. Και γύρω εκεί ξεσπάει η σάρκα, δοκιμάζονται οι ψυχικές χορδές, έρχονται αντιμέτωποι με βίαια συναισθήματα, ζητούν να λάβουν, μα λαμβάνουν συχνά περισσότερα από όσα ζητούν. Θέλουν αγάπη, μα πρέπει κι η ζήλια να έρθει μαζί; Θέλουν προστασία, μα πρέπει κι ο περιορισμός να τη συνοδεύσει;

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_016

Η σκηνοθεσία είναι εφευρετικότατη και φλύαρη με τη καλώς εννοούμενη έννοια του επιθέτου. Οι κινήσεις είναι αριστοτεχνικά προσεγμένες, οι σιωπές και οι εκρήξεις των ηρώων σωστά τοποθετημένες και τη συναισθηματική κλίμακα οι ηθοποιοί την ανεβαίνουν σταθερά. Η Ελένη Πέγκα συλλαμβάνοντας την ουσία του έργου κάνει τον θεατή να την κοινωνήσει “διά ελέου και φόβου” και τεταμένου ενδιαφέροντος, πράγμα δύσκολο, όταν πρόκειται για έργο χωρίς τοπικές εναλλαγές και με συγκεχυμένα χρονικά όρια.

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_019

Η Αλεξάνδρα Ταβουλάρη είναι η εύθραυστη παρουσία, η εξόφθαλμα αποπροσανατολισμένη, η εσωτερικά απροστάτευτη και η ανασφαλής. Ζητά μιαν αγάπη, σχεδόν καταστροφική, μα ούτε που το σκέφτεται, γιατί ως έφηβη καταχράται το δικαίωμα στην υπερβολή. Κι όλα αυτά ο θεατής τα αντιλαμβάνεται, γιατί η Αλεξάνδρα καταφέρνει να ερμηνεύσει με τον πιο βαθύ και ουσιώδη τρόπο την ηρωίδα που της ανατέθηκε, χωρίς περιττά στολίδια και βερμπαλισμούς. Ο Ορέστης Καρύδας, ως πιο «λογικός» ήρωας σε σχέση με τους άλλους, παρουσιάζει εξαιρετικά έναν ρόλο που επιμένει στο πιο ομαλό πέρασμα στην ενηλικίωση χωρίς πολλές «δοκιμές». Εκείνο που με εντυπωσίασε στην ερμηνεία του είναι η ευκολία με την οποία δίνεται και αυτοσυγκρατείται, αφήνεται και μαζεύεται, φοβάται και ορμάει.

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_020

Ο Γιώργος Βουβάκης πετυχαίνει να μας δώσει έναν ήρωα άγριο, που δεν υπολογίζει ζητούμενα και δεδομένα, που ορμάει, γιατί η ορμή, αυτή καθεαυτή έχει αξία. Εξαιρετικός στο ρόλο του ως έφηβος – ηγέτης της τρέλας τους. Μα μία τέτοια είναι και η Κατερίνα Μισιχρόνη, που παρουσιάζει μπροστά στα μάτια μας μια βαθειά απροστάτευτη ηρωίδα με επικάλυμμα επιθετικότητας και σεξουαλικής απελευθέρωσης. Με μια αλλαγή της φωνής και της έκφρασής της γίνεται από αγριόγατα το πιο φοβισμένο ποντίκι, μα η επιθυμία παραμένει σταθερή : «Χωρίς όρια».

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_021

Ο φωτισμός είναι ο πέμπτος πρωταγωνιστής και σε αυτό ευθύνεται η Κατερίνα Μαραγκουδάκη. Καταφέρνει να αποδώσει τον εσώτατο ψυχισμό των ηρώων με έναν κίτρινο προβολέα στο πάτωμα, το ροκ ξεπέρασμα των ορίων με σκληρό, λευκό φως και να δέσει σε μια συναισθηματική σύμπνοια σκηνοθεσία, ερμηνείες και σκηνογραφία.

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_022

Χωρίς όρια πραγματικά θέλουν να παίξουν. Σε μερικούς τους βγαίνει η παρτίδα, μα σε άλλους όχι. Το τραμπολίνο γίνεται κλουβί σεξουαλικού θηρίου, γίνεται η άκρη ενός γκρεμού, όπου ένα νεογέννητο πουλί θα πέσει και στη πτώση του επάνω θα συνειδητοποιήσει τα φτερά του…

Θα φυσήξει άραγε ούριος ο άνεμος να κάνει “τις κάμπιες να γίνουν πεταλούδες”;

Στο τέλος (το οποίο φυσικά δεν αποκαλύπτω) οι Μούα και Αύρα χτυπούν τη πόρτα να ξεφύγουν. Χτυπούν να ξεφύγουν από όσα έκαναν; Από όσα είναι ικανές να κάνουν; Ίσως από ένα φόβο ότι το ρούχο της ενηλικίωσης δε θα βρεθεί εύκολα. Και δεν είναι εκείνοι που θέλουν να το αγοράσουν στα καταστήματα της κοινωνίας που αρνούνται, αλλά θέλουν ένα δικό τους. Και οι τέσσερις.

Μα ποιά αγάπη σώζει, ποιές επιλογές δικαιώνουν, ποια ξεπερασμένα όρια βγάζουν σε ακτές που αντιστοιχούν μέσα τους, ποια ζωή θα τους μάθει να «προφέρουν σωστά τη πραγματικότητα» (Οδ. Ελύτης), ποιά κλωστή θα υφάνει τη χρυσή πορεία προς το θάνατο;

Η πόρτα ανοίγει.

Κοιτιούνται.

Θα βγουν;

Θα βγουν στο κόσμο;

tha_pethanw_an_pethaneis_2017_01_15_024

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση


*