“Πάμε τσάρκα” με το Γιάννη Πάριο!

14/11/2013
Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης
www.musiccorner.gr

Στα επτά και πλέον χρόνια της συνεργασίας μου με το MusicCorner, έχω γράψει αφιερώματα επί αφιερωμάτων στον Γιάννη Πάριο, έναν ερμηνευτή που δεν έκρυψα ποτέ ότι λατρεύω και θεωρώ ως κορυφαίο σε χροιά και «χρώμα» φωνής των τελευταίων 50 ετών. Γι’ αυτό και πολλές φορές μέσα από τα κείμενά μου δεν δίστασα να κρίνω αυστηρά κάποιες από τις -αρκετές άστοχες- δισκογραφικές και «εμφανισιακές» επιλογές του τα τελευταία χρόνια, καθώς και για την κακή -κατά την προσωπική μου γνώμη πάντα- διαχείριση της φωνής του…

Ομολογώ ότι η απόφασή του να παρουσιάσει με το δικό του τρόπο ορισμένα από τα αμέτρητα μαγικά τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη με ξένισε και με προβλημάτισε. Όχι φυσικά γιατί δεν τον είχα ικανό να τα ερμηνεύσει, αλλά επειδή πίστεψα ότι η φωνητική του κατάσταση δεν ήταν πια εκείνη που θα έπρεπε ώστε να «υπηρετήσει» τις δημιουργίες του μέγιστου των λαϊκών συνθετών όπως τους άξιζε…

parios_2013_11_02

Ακριβώς έτσι σκεπτόμουνα κατά τη διάρκεια της διαδρομής ως το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης το βράδυ της 7ης Νοεμβρίου, όπου επρόκειτο να δοθεί η πρώτη από τις τέσσερις παραστάσεις του Πάριου στη συμπρωτεύουσα με τίτλο «Ο δικός μου Βασίλης Τσιτσάνης». Ήμουν αρκετά επιφυλακτικός έως «σφιγμένος» αναφορικά με το τι θ’ άκουγα…

Η αίθουσα ήταν σχεδόν κατάμεστη από κόσμο που είμαι βέβαιος ότι δεν βρέθηκε εκεί μόνο για ν’ ακούσει τον Πάριο, αλλά και να τιμήσει τον Βασίλη Τσιτσάνη που τόσο πολύ αγαπούσε τη Θεσσαλονίκη και κατά τη διάρκεια της παραμονής του σ’ αυτήν έγραψε ορισμένα από τα ωραιότερα τραγούδια του…

Και εγένετο…φως

Το τρίτο κουδούνι χτύπησε. Τα φώτα χαμήλωσαν, τα μέλη της ορχήστρας πήραν σιγά-σιγά τις θέσεις τους κι άρχισαν να κουρδίζουν τα μουσικά όργανά τους, ενώ έκανε την εμφάνισή της και μια δεκαμελής μικτή χορωδία. Στην οθόνη πίσω τους, η εναλλαγή φωτογραφιών του μεγάλου δημιουργού μας έβαζε λίγο-λίγο στο κλίμα και η «προθέρμανση» για ότι θ’ ακολουθούσε, άρχισε μ’ ένα medley από πασίγνωστα τραγούδια του που έπαιζαν οι μουσικοί.

Δευτερόλεπτα αργότερα, ο Γιάννης Πάριος μέσα σε θύελλα χειροκροτημάτων, χαμογελαστός κι ευδιάθετος ανέβηκε στη σκηνή. «Καλησπέρα πατρίδα» ήταν η πρώτη κουβέντα του, καθώς είναι γνωστή η μεγάλη αγάπη που τρέφει για τη Θεσσαλονίκη -κι όχι μόνο γιατί η πρώτη σύζυγός του καταγόταν από εκεί.

Από εκεί και πέρα, ξεκίνησε μια βραδιά που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ. Τον έχω δει πολλές φορές live, αλλά τούτη είμαι βέβαιος ότι ήταν η καλύτερη απ’ όλες. Γεμάτος κέφι, ζωντάνια και αεικίνητος πάνω στη σκηνή, άρχισε να ξεδιπλώνει τον πλούτο των δημιουργιών του Βασίλη Τσιτσάνη, αλλά και της δικής του μοναδικής ερμηνευτικής ικανότητας.

parios_2013_11_01

«Μπαξέ τσιφλίκι», «Δώδεκα η ώρα θα ‘ρθω βρε Μαριώ», «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα», «Για τα μάτια π’ αγαπώ» ήταν ένα καλό «ορντέβρ». Ευθύς εξαρχής μου έκανε εντύπωση το γεγονός των εξαιρετικών διασκευών για βιολιά και τσέλο, δίνοντας στα τραγούδια ένα «συμφωνικό» χαρακτήρα. Μα μήπως ο Τσιτσάνης δεν είναι ο Έλληνας Μότσαρτ, όπως τον χαρακτήρισε δικαίως ο ίδιος ο Πάριος;

Ο ερμηνευτής δεν παρέλειπε να κάνει και κάποια σχόλια αναφορικά με τα κομμάτια. Το «Σερσέ λα φαμ» το αφιέρωσε «σε όλους εμάς» (τους άντρες εννοούσε), ενώ όταν ετοιμαζόταν να πει «Το σκαλοπάτι σου» θυμήθηκε τους γονείς του: «Αυτό το τραγούδι έλεγε ο καπετάν-Χαραλάμπης στην κυρα-Μαρουσώ όταν τσακώνονταν»…

Από τη χαρά, στη συγκίνηση…

Τα συναισθήματα άλλαζαν από τραγούδι σε τραγούδι. Από το κέφι και τα παλαμάκια («Αθηναίισα», «Αραπίνες», «Πέφτεις σε λάθη», «Κάθε βράδυ λυπημένη»), στη συγκίνηση («Αχάριστη», «Κάνε λιγάκι υπομονή» και «Μες την πολλή σκοτούρα μου», σε τρεις καταπληκτικές acapella ερμηνείες στο ξεκίνημα) και τανάπαλιν.

Είχα την τύχη να είμαι στη δεύτερη σειρά μπροστά στη σκηνή και να βλέπω πεντακάθαρα αυτή την εναλλαγή στο πρόσωπό του. Από το κέφι και τη χαρά, στα βουρκωμένα μάτια του. Γιατί ουδείς μπορεί να με πείσει ότι οι σταγόνες που έτρεχαν στα μάτια και στα μάγουλά του ήταν μόνο από τον ιδρώτα…

parios

Ομολογώ ότι έμεινα κατάπληκτος. Η φωνή του μου θύμιζε τον παλιό καλό Πάριο που αγάπησα και αγαπώ. Οι ερμηνείες του καταπληκτικές και ο ίδιος απολύτως δοσμένος σ’ αυτές. Ήταν φανερό ότι ζούσε κάθε στιγμή του πάνω στη σκηνή και δεν διεκπεραίωνε απλώς ένα «επαγγελματικό καθήκον». Χωρίς πολλές αχρείαστες φωνητικές υπερβολές -που συνηθίζει κατά κόρον τα τελευταία χρόνια- ήταν ο μεγάλος ερμηνευτής που όλη η Ελλάδα θαυμάζει.

Παράλληλα, ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρος με τους εξαίρετους μουσικούς και την έξοχη χορωδία καθώς συχνά-πυκνά τους έδειχνε στο κοινό και ζητούσε το χειροκρότημά του. Η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν ήταν και τόσο «ζεστό» στην αρχή, καθώς όταν ο Πάριος ζητούσε «ησυχία» για ν’ ακούσει τον κόσμο να τραγουδά, η ανταπόκριση ήταν μάλλον υποτονική. Τούτο όμως άλλαξε άρδην στο δεύτερο μέρος…

Στο ρεπερτόριο είχε συμπεριλάβει και κάποια τραγούδια που εξεπλάγην όταν τα άκουσα, όπως λ.χ. το υπέροχο «Αργοσβήνεις μόνη» που το λατρεύω από τα παιδικά μου χρόνια για πολλούς λόγους, ή το «Θα κάνω ντου βρε πονηρή»…

Ίσως η πιο συγκλονιστική στιγμή της βραδιάς να ήταν το φινάλε του πρώτου μέρους, όταν ο Πάριος ερμήνευσε «Τα ξένα χέρια» με τη συνοδεία στο πρώτο κουπλέ μόνο μιας κιθάρας και του ηλεκτρικού μπάσου που κρατούσε το «ίσο»…

Δεύτερο μέρος γεμάτο κέφι

Στο διάλειμμα, έβλεπες γύρω σου χαμογελαστά πρόσωπα να εξαίρουν όλα όσα είχανε δει κι ακούσει ως τότε. Άπαντες μιλούσαν για τις εξαιρετικές ερμηνείες του Πάριου, αλλά εξέφραζαν και το θαυμασμό τους για το σπουδαίο έργο του Βασίλη Τσιτσάνη που κάποιοι φάνηκε ότι δε γνώριζαν και τόσο καλά…

Το δεύτερο μέρος ξεκίνησε με την αγαπημένη καντάδα «Ότι κι αν πω δεν σε ξεχνώ» και συνεχίστηκε εν μέσω αποθέωσης με το «Όμορφη Θεσσαλονίκη», όπου πλέον το κοινό άρχισε να «ζεσταίνεται» για τα καλά και ν’ αναγκάζει τον Πάριο να πει: «Μα τι υπέροχη χορωδία είστε εσείς»…

Η εναλλαγή συναισθημάτων συνεχίστηκε κι εδώ. Από την ανάταση ψυχής με τα «Είμαστε αλάνια», «Βάρκα γιαλό», «Μείνε αγάπη μου κοντά μου» και «Καΐκι μου Αϊ-Νικόλα», σε μια συγκλονιστική και συγκινητική ερμηνεία στο «Της γερακίνας γιος», όπου ο κόσμος κυριολεκτικά τον αποθέωσε. Εν συνεχεία, «Γλυκοχαράζουν τα βουνά», «Απόψε στις ακρογιαλιές», «Στρώσε μου να κοιμηθώ» κι άλλη μια μεγάλη στιγμή με το «Γεννήθηκα για να πονώ»…

parios

Κάπου εκεί, η υπέροχη βραδιά φαινόταν ότι είχε πάρει τέλος. Ωστόσο, ο Γιάννης Πάριος φρόντισε να το κάνει με «Τα καβουράκια» και όλη η αίθουσα σείστηκε από τα ρυθμικά παλαμάκια. Για το encore, επέλεξε ξανά τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και ζήτησε από το κοινό να σηκωθεί όρθιο και να την τραγουδήσει μαζί του, όπως κι έγινε…

Η αποχώρησή του ήταν πραγματικά αποθεωτική και τα «μπράβο» έδιναν κι έπαιρναν. Ο ίδιος ήταν εμφανώς συγκινημένος κι ανταπέδιδε την αγάπη του κοινού, που ειδικά στη Θεσσαλονίκη είναι πολύ μεγάλη…

Αφήσαμε το Μέγαρο με μια γλυκιά και υπέροχη αίσθηση. Σίγουρα ο Βασίλης Τσιτσάνης που άκουγε από κάποια γωνιά, θα ένιωθε υπερήφανος τόσο για τον τρόπο με τον οποίο απέδωσε τις δημιουργίες του ο ερμηνευτής, όσο και με τις εξαιρετικές διασκευές που είχαν γίνει.

Στο δρόμο της επιστροφής, αναρωτιόμουνα ποια θα ήταν η πορεία του Πάριου αν συνεργαζόταν με τον μεγάλο δημιουργό όσο εκείνος ζούσε.

Πιστεύω ότι οι δυο τους θα μας χάριζαν μοναδικές στιγμές -θυμηθείτε τις υπέροχες ερμηνείες της Δήμητρας Γαλάνη σε παλιά και ειδικά γραμμένα για κείνη τραγούδια του Τσιτσάνη- , αλλά από τη στιγμή που υπήρχαν στη μέση οι εταιρείες με τα τότε «κολλήματά» τους, ήταν μοιραίο αμφότεροι να μη βρεθούν ποτέ…

Ήταν όλα τόσο μαγικά λοιπόν, που δεν έχω καν διάθεση να «γκρινιάξω» για το γεγονός ότι δεν υπήρχε πρόγραμμα των παραστάσεων, έτσι ώστε να πληροφορηθούμε τους συντελεστές (μουσικοί, ενορχηστρωτής, χορωδία) αλλά και να διευκολυνθούμε στο έργο μας με τον κατάλογο των τραγουδιών που περιλαμβάνονταν σ’ αυτές. Δεν πειράζει όμως. Αυτό που ζήσαμε δεν αφήνει περιθώρια για «συννεφάκια»…

——————–

 *** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here