Γράφει η Πέννυ Γέρου
www.musiccorner.gr
Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ποτέ την Κυριακή

Γύρω στο 1960, μια γυναικεία παρουσία τρέχει ανάμεσα στους εργάτες, κάτω στο λιμάνι του Πειραιά, και αναστατώνει τον κόσμο. Τρέχει, γελάει, χαιρετάει, πετάει τα ρούχα της στη τσιμεντένια προβλήτα και βουτά στα νερά του λιμανιού. Οι εργάτες την κοιτούν σαστισμένοι και ένας αναστενάζει: «Άλλοι ψοφάνε, κι άλλοι κολυμπάνε…».

Η απάντηση της λουόμενης ήρθε να ταράξει ακόμα περισσότερο το λιμάνι του Πειραιά: «Αν δεν είσαι σκλάβος, κόπιασε!».

Σε ανύποπτο χρόνο, τα νερά είχαν γεμίσει από εργάτες που κάνανε τη δική τους μικρή επανάσταση για μια μεσημεριανή βουτιά. Δεκάδες εργάτες γύρω – γύρω και στη μέση εκείνη… η Ίλια!

Η Ίλια (Μελίνα Μερκούρη) είναι μεν μια από τις πόρνες του Πειραιά, δεν είναι όμως μια συνηθισμένη. Η Ίλια είναι αυτό που λέμε το κορίτσι της καρδιάς όλων των αντρών του Πειραιά. Όλοι την αγαπούν, όλοι τη χαιρετούν, όλοι της χαμογελούν στο πέρασμά της. Η ίδια είναι ένα πλάσμα πάντα χαμογελαστό, γεμάτο τσαγανό και τσαμπουκά, για όποιο «σκλαβάκι» βρεθεί μπροστά της.

Η ιδιαιτερότητά της; Δεν έχει ταρίφα… Στο κρεβάτι της πάει μόνο όποιος καταφέρει να την κερδίσει. Δε την νοιάζουν τα λεφτά. Γι’ αυτό και είναι ανεξάρτητη, γεγονός το οποίο ξενίζει τα μεγάλα κεφάλια της περιοχής, που δε βλέπουν την ώρα να την υποτάξουν στο χρήμα τους. Κάθε μέρα περιμένει το μανάβη, τον κρεοπώλη, τον ψαρά. Κάθε μέρα, αλλά… ποτέ την Κυριακή!

Στην Αθήνα παραθερίζει κι ένας Αμερικανός φιλόσοφος, ένας άνθρωπος που ήρθε στην Ελλάδα για να βρει… την αλήθεια. Ο κόσμος βρίσκεται σε μια άκρως παρακμιακή κατάσταση και η Ελλάδα είναι ο τόπος που κρύβει τη λύση για τη λύτρωσή του. Λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, ο Χόμερ, ή αλλιώς Όμηρος, (Jules Dassin – σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας) συναντά την Ίλια και γοητεύεται, προφανώς, από την ομορφιά της.

Η Ίλια είναι κάτι παραπάνω από μια όμορφη γυναίκα. Αυτόματα στα μάτια του Χόμερ γίνεται το σύμβολο της Ελλάδας, της ομορφιάς της αλλά, ταυτόχρονα, και του ξεπεσμού της. Σύμβολο, λοιπόν, μιας Ελλάδας, η οποία μετά τα ελληνιστικά χρόνια γνώρισε την παρακμή, ακριβώς γιατί παραδόθηκε στις απολαύσεις των αισθήσεων.

Μέσα από την Ίλια, ο Χόμερ θα βρει το μυστικό. Σώζοντας την Ίλια, ίσως βρει τον τρόπο να σώσει και την Ελλάδα ή οτιδήποτε άλλο έχει χάσει το δρόμο της λογικής.

Η Ίλια θα μπορούσε πράγματι να είναι το σύμβολο της Ελλάδας. Ξέρει να γλεντάει, ξέρει να αγαπάει, ξέρει να επικοινωνεί και πάνω από όλα ξέρει να κάνει ξεκάθαρους λογαριασμούς με τους φίλους της, να εξηγείται στα ίσα για κάθε παρεξήγηση. Έχει όμως, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, κι ένα μειονέκτημα.

Η Ίλια ξέρει όλες τις αρχαίες τραγωδίες απέξω… με ένα δικό της ξεχωριστό τρόπο. Κλαίει εκεί που οι άλλοι γελάνε και γελά εκεί που οι άλλοι κλαίνε. Ό,τι δεν της αρέσει, το αλλάζει, το ωραιοποιεί και το κρατά στο μυαλό της ως ευχάριστο. Το τέλος για όλες τις τραγωδίες είναι ένα, τι κι αν η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της, τι κι αν ο Οιδίποδας έβγαλε τα ίδια του τα μάτια: 

«Και όλοι μαζί πήγανε στην ακρογιαλιά!»

Μήπως και η Ελλάδα, όμως, του 1960 (ας μη μιλήσουμε για του 2012) δεν ήξερε τις δικές της τραγωδίες; Μήπως δεν ήξερε τα κακώς κείμενά της; Φυσικά και τα ήξερε, τα έβλεπε. Τα έντυνε όμως, με το πιο όμορφο περιτύλιγμα, και ήξερε πώς να τα κρατά μέσα της, χωρίς να την πληγώνουν και χωρίς να την αναστατώνουν. Έτσι, όμορφα, τα παρουσίαζε και στους γύρω της… Άλλωστε, μια τέτοια ψυχική άμυνα είναι απαραίτητη στον άνθρωπο μερικές φορές για να προχωρήσει.

Ο Χόμερ κάνει τη δική του προσπάθεια να «σώσει» την Ίλια. Της μαθαίνει ιστορία, φιλοσοφία, γεωγραφία. Βάζει το Λόγο στη ζωή της. Ακόμη, προσπαθεί να αλλάξει και κάποιους από τους φίλους της. Προσπαθεί να εξηγήσει με θεωρίες του Freud, την απλή και καθημερινή λαϊκή συμπεριφορά του Έλληνα. Μάταια!

Όση ποίηση και να διαβάσει, η Ίλια δε μπορεί να αποχωριστεί τα παλιά της συνήθεια. Βάζοντας τον αγαπημένο της δίσκο στο γραμμόφωνο και ανάβοντας ένα τσιγάρο, χορεύει και τραγουδάει τα ιστορικά πλέον «Παιδιά του Πειραιά», σε μουσική και στίχους του Μάνου Χατζιδάκι.

Στην προσπάθειά του Χόμερ να πείσει έναν οργανοπαίχτη ότι, για να είσαι μουσικός, πρέπει να ξέρεις να διαβάζεις τις νότες, η Ίλια δίνει την κατάλληλη απάντηση…

«Τα πουλιά… Τα πουλιά μπορούν να διαβάσουν μουσική;»

Δε μπορούν… Κι όμως τραγουδούν μοναδικά. Και για να παίξεις το μπουζούκι τότε στην Ελλάδα, δεν ήθελε πεντάγραμμα και νότες. Ήθελε ψυχή. Κι αυτό ήταν κάτι που ο Χόμερ άργησε πολύ να καταλάβει.

Αυτή ήταν η Ίλια. Μια πόρνη ανεξάρτητη, με καθαρή ψυχή και μια ζωή ακριβώς όπως θα την έκανε ευτυχισμένη. Αυτός ήταν κι ο Πειραιάς. Ένας τόπος ειλικρινής, με τους εργάτες, τις πόρνες, τα μπουζουξίδικα (προφανώς όχι όπως τα ξέρουμε εμείς σήμερα) και τις παρανομίες της.

Η Ίλια ήταν το κορίτσι του Πειραιά, η ζωή της την ευχαριστούσε. Αυτό όμως δε συνέβαινε για όλες τις πόρνες του Πειραιά. Εκείνες που δεν έβλεπαν την ώρα να φύγουν, να ξεκουραστούν, να βρουν ένα καλό πορτοφόλι και να παρατήσουν για πάντα τα βρώμικα κρεβάτια. Αν αυτές οι γυναίκες ήθελαν να τραγουδήσουν, δε θα μπορούσα να φανταστώ άλλο τραγούδι στα χείλη τους από τη «Τζένη των πειρατών».

Κύριοι μου καλοί, με πληρώνετε εδώ, και σας κάνω όλα τα γούστα
και μου ρίχνετε πεντάρες και σας λέω ευχαριστώ
στο φτηνό ξενοδοχείο στη φτηνή την προκυμαία

Μα δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε – μα δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε
Και ένα βράδυ βουητό στο λιμάνι
κι όλοι λεν – τι είν΄ αυτό το βουητό;
και αλλάζω τα σεντόνια και γελάω κι όλοι λεν – αυτή γιατί γελάει;
Κι ένα μαύρο καράβι με πενήντα κανόνια στο λιμάνι έχει μπει

Το μουσικό έργο «Η όπερα της πεντάρας» (1928) του Bertolt Brecht και του συνθέτη Kurt Weill μας χαρίζει το πρωτότυπο κομμάτι, το οποίο ήρθε αργότερα να μεταφράσει σε ελληνικούς στίχους ο Παύλος Μάτεσις.

Κύριοι μου καλοί τώρα πια δεν γελάτε τώρα η πόλη έχει γκρεμιστεί
κι όλα τα βρωμόσπιτά σας τα γκρέμισαν σε μια νύχτα
απομένει μονάχα το μπορντέλο τούτο δω – κι απορείτε γιατί τ΄ άφησαν αυτό
Μόνο το μπορντέλο στέκει όρθιο στη πόλη
και ρωτάτε – ποιος να έμενε εδώ;
και θα βγω στην πόρτα εγώ σαν ξημερώσει και θα πείτε – γι΄ αυτήν ήτανε λοιπόν
Και το μαύρο καράβι τη σημαία σηκώνει να με υποδεχτεί

Αν και ερμηνευμένο από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Χάρις Αλεξίου, ξεχωρίζει η ερμηνεία της Τάνιας Τσανακλίδου, πιο άμεση, πιο παθιασμένη και δραματική, την οποία μπορούμε να βρούμε στο άλμπουμ «Ανυπεράσπιστοι έρωτες» (2008). Μια ερμηνεία που καταφέρνει να ενσαρκώσει όλη τη λαχτάρα της κάθε «Τζένη», που διψά για δικαίωση και εκδίκηση από όποιον την αγόραζε με τα φτηνά λεφτά του, από όποιον την εξευτέλισε γελώντας υποτιμητικά στο πρόσωπό της. Ένα τραγούδι για κάθε «Τζένη», που περιμένει το δικό της καράβι, για να την πάρει μακριά από τα βρώμικα σεντόνια του ξενοδοχείου της…

 Και κοντά μεσημέρι, εκατό μαύροι άντρες βγαίνουν από το καράβι και σας πιάνουν,
και θα δέσουν μ’ αλυσίδες όποιον είχα πελάτη
και δεμένους μ’ αλυσίδες θα σας φέρουνε μπροστά μου
Και θα με ρωτούν ποιανού κεφάλι θέλω – και θα με ρωτούν εμένα
Κι όταν θα χτυπάει μεσημέρι στο λιμάνι θα ρωτάτε – ποιος θα κρεμαστεί;
Και θ’ ακούσετε ν’ αποφασίζω:  Όλοι!
Κι απάνω στα κεφάλια σας θα πω: Έτσι!
Και το μαύρο καράβι τα πανιά του ανοίγει και με παίρνει μακριά

——

***Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή φωτογραφιών, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here