Γράφουν η Πέννυ Γέρου και η Σοφία Τσεκούρα
www.musiccorner.gr
Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Πρώτη Τρίτη και για το μήνα Απρίλιο και στη στήλη μας φιλοξενούμε τον Διονύση από το συγκρότημα I Saw 43 Sunsets. Το συγκρότημα αυτό δημιουργήθηκε το 2009 σε πρώτη φάση, κάνοντας ακουστικά covers indie συγκροτημάτων, ενώ το 2010 άρχισαν να ψάχνουν έναν νέο ήχο. Σήμερα είναι μια εξαμελής μπάντα, που εξακολουθεί να κάνει covers ξένων συγκροτημάτων αλλά και να γράφει δικά της κομμάτια. Η μπάντα αποτελείται από τους Σπύρο Δ. (φωνητικά), Διονύση Α. (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα, πλήκτρα), Γιάννη Ζ. (ακουστική κιθάρα), Ορέστη Τ. (τρομπέτα, γιουκαλίλι, πιανίκα, μαντολίνο, αρμόνικα), Μέμος Π. (μπάσο), Στράτος Π. (drums).

Το πρώτο τους EP είναι ήδη έτοιμο και πωλείται μέσω Myspace, Facebook και, φυσικά, στα live τους. Στα τέλη του 2011 ηχογράφησαν δυο ακουστικές εκτελέσεις από το soundtrack της ταινίας Drive.  Τα κομμάτια αυτά είναι το «Nightcall» και «Under your spell», των Kravinsky και Desire αντίστοιχα. Οι εκτελέσεις αυτές έλαβαν αναγνώριση και αποδοχή παγκοσμίως, ακόμα και από τους ίδιους τους ερμηνευτές.

Εκ μέρους όλης της μπάντας, ο Διονύσης γράφει σήμερα για το Space Odyssey, μια ταινία του Stanley Kubrick. Περισσότερα για αυτή, όμως, θα σας μεταφέρει ο ίδιος παρακάτω…

(Hint: Το παρακάτω κείμενο λόγω πολλών λεπτομερειών γύρω από τα δρώμενα της ταινίας, ας μην διαβαστεί αν πρώτα δεν έχετε δει την ταινία!)

—————–

2001 Η οδύσσεια του διαστήματος

Η οδύσσεια της φύσης, του ανθρώπου, της ύπαρξης.

Το χάος απλώνεται μπροστά μας, κι εμείς παραμένουμε δυστυχώς ίδιοι μετά από ό,τι συμβαίνει γύρω μας, χωρίς να μαθαίνουμε ποτέ από τα λάθη μας. Ίσως και χειρότεροι. Μόνο με περισσότερα αγαθά και λιγότερη ελευθερία.

Φοβόμαστε. Αρνούμαστε να αλλάξουμε και να δεχτούμε το ερχόμενο.

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την «αρχή».

Η Οδύσσεια του Διαστήματος προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1968. Ένα χρόνο πριν πατήσει ο άνθρωπος στο φεγγάρι. Μια ταινία επιστημονικής φαντασίας και όχι μόνο, από την ιδιοφυΐα που ακούει στο όνομα Stanley Kubrick.

Πανδαισία εικόνων, εφέ ανείπωτα για την εποχή που γυρίστηκε η ταινία (των οποίων η τελειομανία του σκηνοθέτη έμελλε να καθυστερήσουν την αρχική πρόβολή της) και νοήματα που δεν μπορούν να ξετυλιχτούν και να επεξηγηθούν μόνο σε μία προβολή.

Η ταινία αποτελείται από τέσσερα μέρη.

Στο πρώτο μέρος, βλέπουμε την Αρχή. Την μεταβολή του πίθηκου σε ζώο που σκέφτεται. Εικόνες απέραντες, ευρυγωνικές. Σιωπή.

Μόνο η φύση τριγύρω χαίρεται μόνη της την ύπαρξή της. Κάποια άγρια προϊστορικά ζώα, και.. οι πίθηκοι. Μουγκρίζουν, κρυώνουν, ζουν σε σπηλιές, κυνηγούν για το φαΐ και το νερό τους. Και έρχεται η μάχη. Δύο φυλές παλεύουν για το ποια θα έχει την εκμετάλλευσή της πηγής. Μια φυλή χάνει και φεύγει ηττημένη. Τότε, για πρώτη φορά στην ταινία, βλέπουμε τους πλανήτες να έρχονται σε αρμονία, ο ένας πίσω από τον άλλο, σε μια ευθεία, κάτι που νιώθεις ότι δε γίνεται τυχαία. Κάτι θα συμβεί.

Οι πίθηκοι ξυπνούν και βρίσκουν έξω από τη σπηλιά, ένα αντικείμενο που δεν έχουν ξανασυναντήσει, δεν ξέρουν τι είναι. Αλλά δε φοβούνται να το επεξεργαστούν, να το κοιτάξουν, να το αγγίξουν. Ουρλιάζουν και χορεύουν γύρω του εκστασιασμένοι. Αυτός είναι ο “Μονόλιθος”. Μια μορφή εξωγήινης ζωής που παράλληλα αντιπροσωπεύει την γνώση και την αλλαγή. Και τότε για πρώτη φορά, από τα κουφάρια ενός σκοτωμένου ζώου, ο πίθηκος παρατηρεί ότι μπορεί να το χρησιμοποιήσει σαν εργαλείο. Και, σκοτώνει.

Δίνει μια δεύτερη μάχη στη λίμνη και αυτή τη φορά βγαίνει νικητής.

Στα πρώτα χρόνια, οι πρώιμοι «άνθρωποι» δέχονται την γνώση, προχωρούν, δε φοβούνται να αλλάξουν, μα δεν το κάνουν απαραίτητα για καλό σκοπό αφού ταυτόχρονα σκοτώνουν, δείχνοντας τα αρχαία δολοφονικά ένστικτα τους. Μήπως όμως αυτό αφορά μόνο τους πίθηκους, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ζώα που μόνο το ένστικτο της επιβίωσης κατέχουν και τίποτα παραπάνω; Ή μήπως όχι; Ας αφήσουμε την υπόλοιπη ταινία να μιλήσει γι’ αυτό καλύτερα.

Εδώ έρχεται το ομορφότερο cut της ταινίας, που συνδέει την πρώιμη εποχή των πιθήκων, με την μελλοντική εποχή της διαστημικής επανάστασης. Το κόκαλο/εργαλείο πετιέται στον αέρα από τον πίθηκο, ανεβαίνει σε αργή κίνηση στον γαλάζιο ουρανό και καθώς πέφτει, γίνεται διαστημόπλοιο που διασχίζει το κενό του γαλαξία μας.

Με αυτό τον μεγαλειώδη τρόπο, περνάμε στο δεύτερο μέρος της ταινίας, που λαμβάνει χώρα στο διάστημα. Αμέσως παρατηρούμε ότι δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη ταινία. Όταν μεταπηδά τόσο γλυκά, μα και τόσο αινιγματικά από την αρχή της ιστορίας σε σημείο λίγο πριν το τέλος της, κάτι περίεργο συμβαίνει. Κάπου αλλού, πρέπει να εστιάσουμε. Ίσως ακόμα δεν έχουμε εντοπίσει το θέμα της ταινίας μας.

Εδώ βλέπουμε τη ζωή στο διάστημα. Αριστοτεχνικές λήψεις, στυλό που ίπταται  μέσα στο διαστημικό σκάφος λόγω έλλειψης βαρύτητας, γεύματα που προσφέρονται σε χάπια, διαπλανητικές κλήσεις τηλεφωνικές. Σαν να μην έπεσε πολύ έξω στην επιλογή της χρονολογίας 2001 στον τίτλο.

Τα πλάνα είναι σιωπηλά και γεμάτα μουσική. Κλασσική μουσική. Τι άλλο θα μπορούσε να περικλείει τον θρίαμβο και το μεγαλειώδες νόημα που αντιπροσωπεύει η ταινία και τα νοήματά της; Το πασίγνωστο Also Sprach Zarathustra του Strauss, δεσπόζει στην έναρξη της ταινίας, καθώς και άλλες κλασσικές μελωδίες όπως ο Γαλάζιος Δούναβης, στον χορό των διαστημικών σκαφών στα μονοπάτια του σύμπαντος.

Κάπου εδώ έρχεται η επιστροφή του “μονόλιθου”. Μόνο που αυτή τη φορά, οι άνθρωποι δεν αντιδρούν το ίδιο. Κρατούν μυστική την ύπαρξη του και δεν το αγγίζουν, μόνο το κοιτάνε εξερευνητικά από την ασφάλεια των διαστημικών στολών τους. Δεν θέλουν να δεχτούν τίποτα από εκείνον, τον περιφρονούν και τον φοβούνται. Γι’ αυτό δεν έχει να τους προσφέρει τίποτα πια, παρά τους κουφαίνει με ένα ωστικό κύμα που μεταδίδει ξαφνικά.

Αλλαγή πλάνου και μεταφερόμαστε στο διαστημόπλοιο που έχει σταλεί να εξερευνήσει τον Δία, το οποίο αποτελείται από πλήρωμα 5 ατόμων, 2 αστροναυτών και 3 επιστημόνων, όπου οι τελευταίοι βρίσκονται σε νάρκη μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Ή μήπως είναι 6 τα άτομα του πληρώματος; Ναι, ας μην ξεχνάμε τον HAL9000 τον αλάνθαστο υπολογιστή που φροντίζει τα πάντα στο διαστημόπλοιο, αφήνοντας τους αστροναύτες, απλά να γυμνάζονται και να ψυχαγωγούνται. Όμως, μήπως δώσαμε τυφλή εμπιστοσύνη στην τεχνολογία; Ο HAL δεν κάνει ποτέ λάθος. Το λέει εξάλλου στις προδιαγραφές του. Δεν κάνει και ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ποτέ να κάνει λάθος.

Και όμως, στη λάθος διάγνωση του για χαλασμένο εξοπλισμό σε σημείο του σκάφους, φαίνεται η στιγμιαία δυσλειτουργία του. Τότε, ο άνθρωπος αναρωτιέται για τα λάθη του, και προσπαθεί να τα διορθώσει, αλλά μάλλον είναι πολύ αργά. Έχει εναποθέσει όλη του την ύπαρξη, σε ένα κατασκεύασμα της τεχνολογίας. Το οποίο μάλιστα απ’ ό,τι φαίνεται, έχει αισθήματα. Δεν θέλει να πεθάνει. Και κάνει τα πάντα για να σωθεί. Το ένστικτό της επιβίωσης μα και της δολοφονίας, διακατέχει και τον HAL. Άλλη μία επανάληψη της μάχης στη λίμνη των πιθήκων, μόνο που τώρα γίνεται ανάμεσα στην τεχνολογία και τον άνθρωπο για λόγους που μοιάζουν τρελοί, παρανοϊκοί. Μήπως και η ζωή που έχει φτιάξει ο άνθρωπος είναι τρελή και παρανοϊκή; Είναι πολύ αργά όμως για ερωταπαντήσεις πια. Ο HAL σκοτώνει τον πρώτο αστροναύτη, σκοτώνει τους 3 επιστήμονες που βρίσκονταν σε λήθαργο, και ευτυχώς για τον πρωταγωνιστή μας, αποτυγχάνει στον φόνο του τελευταίου επιζώντα. Ο HAL σβήνει και το διαστημόπλοιο φτάνει στον προορισμό του με έναν μόνο επιζώντα. Τον Bowman. Τότε αποκαλύπτεται, ο αληθινός σκοπός του ταξιδιού μέσω ενός προηχογραφημένου μηνύματος, που είναι η εξέταση ενός δεύτερου “μονόλιθου” στον πλανήτη Δία.

Το τελευταίο και παρανοϊκότερο μέρος της ταινίας ξεκινά, ο Bowman παίρνει το όχημά του να εξερευνήσει τον μονόλιθο και εδώ για τελευταία φορά, οι πλανήτες μαζί με τον Μονόλιθο βρίσκονται ξανά σε αρμονία. Τι μπορεί να συμβεί τώρα; Ο τίτλος αυτού του μέρους, To the Jupiter and Beyond, μας προϊδεάζει, για ένα ταξίδι. Στο χρόνο, στο μυαλό, στο τέλος του κόσμου; Κανείς δεν ξέρει. Εδώ βλέπουμε πολύχρωμους πλανήτες, χαοτικά χρώματα και υπερδιαστημικούς διαδρόμους, χορωδιακές φωνές από το υπερπέραν, δεν ξέρουμε ποιο θα είναι το τέλος αυτού του ταξιδιού. Μόλις ήρθε η ώρα για το πιο αινιγματικό σημείο της ταινίας. Το σκάφος σταματά μέσα σε ένα δωμάτιο, σε στυλ Louis XVI, κάτι σαν μη-τόπος. Ο Bowman βγαίνει από το όχημα, και μόλις αλλάζει το βλέμμα του, βλέπει τον εαυτό του να γερνάει. Κάθε στιγμή, όλο και πιο πολύ. Σαν να γερνά και όλη η ανθρωπότητα μαζί του. Πριν τον θάνατο, βλέπει τον Μονόλιθο.

Ο Μονόλιθος είναι εκεί, σε κάθε καμπή της εξέλιξης της ανθρωπότητας. Και μοιάζει να τον κοιτά από ψηλά, ίσως και επικριτικά για την κατάντια του. Ο Bowman είναι πια κατάκοιτος στο κρεβάτι και του απλώνει το χέρι. Τότε επανερχόμαστε στο διάστημα και βλέπουμε το λεγόμενο StarChild, ένα έμβρυο των άστρων, να κοιτάζει από μακριά την Γη, συμβολίζοντας την νέα αρχή της ανθρωπότητας.

Ο Κιούμπρικ μόλις δημιούργησε ένα οπτικό και πνευματικό ταξίδι, και παράλληλα ένα τεράστιο αίνιγμα με τις εικόνες του. Όλη η ταινία διακατέχεται από σιωπή και λίγους αλλά ακριβείς και απαραίτητους διαλόγους. Η κάθε λέξη είναι σημαντική και διόλου περιττή. Το κλίμα είναι βαρύ, η μουσική μεγαλειώδης, τα πλάνα επικά, στοιχεία που βάζουν τον θεατή να επεξεργαστεί βαθιά νοήματα και τον προκαλεί να βρει τα κρυμμένα επίπεδα ερμηνείας της ταινίας.

Η παραπάνω κριτική απόπειρα, δεν είναι κάτι άλλο παρά μια ένδειξη του τι μου άφησε έμενα προσωπικά η ταινία.

Σίγουρα μία προβολή δεν είναι αρκετή. Σε πολλούς δεν αρέσει να «διαβάσουν», για να καταλάβουν μια ταινία, μπορεί να τους φανεί περίπλοκη, αργή ή ακόμα και ανούσια από τη μεριά των εφέ, μιας και στις μέρες μας έχουμε και ταινίες 3D. Αμέ. Πριν βιαστούμε να κρίνουμε όμως, ας αναλογιστούμε πόσο παλιά δημιουργήθηκε η ταινία.

Προσωπικά για μένα είναι η καλύτερη ταινία όλων των εποχών, άρτια σε όλα τα επιμέρους κομμάτια της αλλά και συνολικά. Βαριά κουβέντα, το ξέρω. Αλλά θεωρώ ότι περιέχει τόσο μεγαλειώδη νοήματα, η παρουσίασή τους γίνεται με ακόμα πιο μεγαλειώδη τρόπο, είναι ταξίδι όποια φορά κι αν την παρακολουθήσω και δεν μπορώ να τη συγκρίνω ακόμα και με άλλα αριστουργήματα, όπως ο “Πολίτης Κέιν” του Ουέλς, “Με Κομμένη την Ανάσα” του Γκοντάρ και πολλά άλλα έργα μεγάλων σκηνοθετών.

Για την καταγραφή των γεγονότων, η ταινία απέσπασε μόνο το Όσκαρ “Οπτικών Εφέ”, το μόνο Όσκαρ που κέρδισε ποτέ ο Στάνλευ Κιούμπρικ.

Για να κλείσω αυτή την «κριτική», θέλω να εκμυστηρευτώ ότι ζηλεύω όποιον την βλέπει για πρώτη φορά. Μακάρι να ζούσα πάλι εκείνο το πρώτο μεγαλειώδες συναίσθημα που ένιωσα την πρώτη φορά όταν την είδα, που κάθε σκηνή ήταν έκπληξη, κάθε πλάνο στα αστέρια ένα ταξίδι, κάθε εικόνα και ένα αίνιγμα.  Η οδύσσεια του διαστήματος, των μυαλών μας, της ιστορίας μας, των πράξεων μας, των λαθών μας, των κατορθωμάτων μας, μα και του αναπόφευκτου τέλους μας, που πάντα θα στιγματίζει μια καινούρια αρχή, είτε περιέχει εμάς μέσα της είτε όχι…

Ώρα για ταξίδι…!

———-

***Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή φωτογραφιών, χωρίς την άδεια του Music Corner…

 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here