Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην Κωνσταντίνα Mακρογιάννη
Φωτογραφίες: Αφροδίτη Ζαγγανά

Ο Γιώργος Ανδρέου είναι από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες με επιρροές από τον Μάνο Χατζιδάκι και άλλους σημαντικούς δημιουργούς.  Ένας άνθρωπος της τέχνης και της μουσικής που δημιουργεί διαρκώς συμβάλλοντας θετικά σε αυτό που λέμε Ελληνικό Πολιτισμό. Εξάλλου η ακμή του ελληνικού πολιτισμού συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη  της πνευματικής συνείδησης της ελληνικής κοινωνίας.

Η Κορίνα Λεγάκη είναι μια νέα, πολλά υποσχόμενη ερμηνεύτρια στο χώρο του τραγουδιού, που αποδέχεται να ερμηνεύσει μόνο τραγούδια που την αφορούν. Αφορμή της συνάντησή της με τον Γιώργο Ανδρέου είναι ο δίσκος MOSAIC με τραγούδια παλιά που θέλησαν να φέρουν ξανά στο προσκήνιο.

Τους δύο καλλιτέχνες τους συναντήσαμε ένα μεσημέρι σε έναν καταπληκτικό χώρο, στον κήπο του Νομισματικού Μουσείου και μιλήσαμε μαζί τους στο πολύ όμορφο cafe που υπάρχει στον χώρο…

andreou_legaki_interview_2016_03_001

Ο τελευταίος σας δίσκος  έχει στο εξώφυλλο του ένα μωσαϊκό που συμβολίζει και το περιεχόμενό του. Πείτε μου γι’ αυτό το συμβολισμό.
Κ.Λ.: Καταρχήν ο δίσκος είναι ένα μωσαϊκό δημιουργών. Πρόκειται για έναν δίσκο που κάναμε κάποιες επανεκτελέσεις. Τραγούδια που δεν έγιναν μεγάλες επιτυχίες, που είναι μισοκρυμμένα διαμάντια τα οποία θέλαμε με τον Γιώργο Ανδρέου που είναι ο ενορχηστρωτής και ο παραγωγός του MOSAIC να τα επαναφωτίσουμε. Άρα ουσιαστικά το MOSAIC είναι ένα ψηφιδωτό διαφόρων δημιουργών από τον Μανώλη Χιώτη και τον Γιώργο Οικονομίδη μέχρι τον Μανώλη Ρασούλη και τον Χρήστο Νικολόπουλο. Από τον Γιώργο Ανδρέου και τον Οδυσσέα Ιωάννου μέχρι τον Νίκο Ξυδάκη και τον Θοδωρή Γκόνη και άλλους. Το εξώφυλλο, σε συνδυασμό με τον τίτλο, αλλά και το βιβλιαράκι του cd, φιλοξενούν έργα της εικαστικού Δάφνης Αγγελίδου.

Παρατηρώντας τα τραγούδια στο δίσκο “Mosaic” βλέπω πως υπάρχει ένα συγκεκριμένο ήρεμο ύφος. Είναι κάτι που το προτιμήσατε; Δεν θέλατε να παρεκκλίνει από αυτό;
Γ.Α.: Έχουν ένα κοινό ύφος. Όχι ακριβώς ίδια τραγούδια όπως ορισμένα που είναι λαϊκής καταγωγής όπως “Το γκαρσόνι”, “Με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά”. Αυτό όμως που έχει για μένα κεντρική σημασία στον ήχο είναι αυτό το cd να το ακούσει κάποιος είτε είναι Έλληνας είτε είναι ξένος.

Εσείς έχετε κάποιες συγκεκριμένες προτιμήσεις όσον αφορά τα όργανα που χρησιμοποιήσατε και τους ήχους;
Γ.Α.: Όχι, είμαι ένας ενορχηστρωτής και μουσικός ο οποίος ανά περίσταση έχει χρησιμοποιήσει τα πάντα. Από συμφωνικές ορχήστρες μέχρι παραδοσιακά όργανα. Αυτό που είπα πριν είναι το πιο σημαντικό. Θεωρώ ότι το MOSAIC είναι το άλμπουμ που μπορεί να το ακούσει ένας Πορτογάλος, ένας Γάλλος, ένας Σουηδός και να μην παραξενευτεί. Και αυτό ήταν το ζητούμενο για μένα. Δηλαδή γιατί η Ελληνική μουσική -όχι η Αγγλόφωνη μουσική που μιμείται την ποπ ή ξένα ιδιώματα- να μην είναι αγαπητή στο εξωτερικό όπως για παράδειγμα είναι οι μουσικές των Ισπανών και των Πορτογάλων; Νομίζω πως σε αυτό υπάρχει μια δική μας ευθύνη γιατί για κάποια χρόνια κλειστήκαμε για λίγο στο καβούκι μας και θεωρώ ότι το MOSAIC, εκτός όλων των άλλων, είναι ένα άλμπουμ που συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση.
Κ.Λ.: Αυτό που θαυμάζω και αγαπώ στον Γιώργο Ανδρέου και ως ενορχηστρωτή, πέρα από δημιουργό, είναι ότι πάντα πατάει με το ένα πόδι στην Ελλάδα, σ’ αυτό που λέμε Ελληνικό τραγούδι και στην Ελληνική Παράδοση, χρησιμοποιώντας Ελληνικά όργανα αλλά και δυτικά όργανα. Οπότε αυτό κάνει ουσιαστικά ένα μείγμα, ένα συνδυασμό μοναδικό για την Ελλάδα. Δηλαδή κοιτάει στα μάτια την πατρίδα του χωρίς να γυρνάει τη πλάτη στον υπόλοιπο κόσμο.

Έχετε διπλή καταγωγή. Ποιες είναι οι μουσικές σας προτιμήσεις και πόσο τις επηρεάζει;
Κ.Λ.: Ακούω τα πάντα με ένα ειλικρινές αίσθημα. Το όμορφα που συμβαίνει με τα δίγλωσσα παιδιά, είναι ότι κατευθείαν μαθαίνουν να λειτουργούν παράλληλα σε δύο κόσμους. Άρα μαθαίνεις από πολύ μικρός και δύο πολιτισμούς και αυτό νομίζω πως είναι πολύ μεγάλη ευκαιρία για ένα παιδί που μεγαλώνει έτσι.

Πριν λίγες μέρες στην παρουσίαση των δύο δισκογραφικών δουλειών στον Ιανό θέλατε να δώσετε έμφαση στην προσπάθεια των συντελεστών να φέρουν στο προσκήνιο αυτές τις εξαιρετικές συνθέσεις. Μπορείτε να μου το αναλύσετε;
Γ.Α.: Ένα αρνητικό στοιχείο της εποχής της οποίας ζούμε είναι η δυσκολία των νέων ανθρώπων παντού. Όχι μόνο στην τέχνη. Υπάρχουν δυσκολίες στην ανάδειξη της δουλειάς τους, της επαγγελματικής τους αποκατάστασης. Οι νέοι άνθρωποι δυσκολεύονται πάρα πολύ και δεν έχουν και συμμάχους. Γιατί στο τομέα της μουσικής έχει διαλυθεί αυτή η αλυσίδα παραγωγής, επικοινωνίας και διάθεσης προϊόντος. Οι δισκογραφικές εταιρείες τα περιοδικά (όχι τα ηλεκτρονικά) που ασχολούνται με το τραγούδι έχουν συρρικνωθεί και υπάρχει μία εφιαλτική κουβέντα που λέγεται η χαμένη γενιά. Εμένα η έκφραση αυτή με ενοχλεί πάρα πολύ. Και αυτό που είπα στον Ιανό και το λέω όπου μπορώ, είναι ότι η κοινωνία και εμείς οι μεγαλύτεροι, με μεγαλύτερη διαδρομή και ενδεχομένως με μεγαλύτερες απολαβές σε αυτή τη διαδρομή, έχουμε την υποχρέωση να βοηθήσουμε τους νέους τώρα. Να μη τους κλειδώσουμε για δέκα χρόνια σε ένα υπόγειο και τους πούμε εντάξει, τώρα είστε κατεστραμμένοι, είστε χαμένη γενιά. Πληρώστε εσείς την κρίση και διαλυθήκατε. Αυτό το νόημα είχε αυτή η παρέμβαση στον Ιανό.


Τα τραγούδια αυτά βρίσκονταν ως τώρα σε κρυμμένο συρτάρι. Δεν ήταν στην πρώτη γραμμή αποδοχής. Πώς μπορεί αυτό να γίνει τώρα; Γιατί τότε όχι και τώρα ναι;

Γ.Α.: Κοίταξε. Θα σου απαντήσω λίγο διαφορετικά. Θα σου πω ότι το ελληνικό τραγούδι γενικά, είναι το έργο, η προσπάθεια και η διαρκής ανησυχία σημαντικών δημιουργών. Εμείς ξέρουμε από τη δουλειά τους κάποια πράγματα. Γιατί έτυχε ή δεν έτυχε να αγαπηθεί ένα τραγούδι. Αλλά αν θέλει να κατανοήσει κανείς καλύτερα την διαδρομή ενός τραγουδιού του ελληνικού πολιτισμού, δεν πρέπει να μένει στην επιφάνεια, στα πενήντα, εξήντα, ογδόντα τραγούδια που ακούμε παντού στα ραδιόφωνα και οπουδήποτε αλλού. Πρέπει να έρθει και να “σκάψει”. Θα σου πω ένα απλό παράδειγμα. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι στην Ελλάδα που είναι μύθοι. Όπως είναι ο Μάνος Χατζιδάκις. Αν ανοίξω εγώ σήμερα το ραδιόφωνο από το πρωί ως το βράδυ, πόσα τραγούδια του Χατζιδάκι θα ακούσω και ποια; Θα ακούσω “Χωρίον ο Πόθος”; Θα ακούσω “Σκοτεινή Μητέρα”; Τι θα ακούσω; Θα ακούσω ενδεχομένως κάποια από  τα λαϊκά αυτά που έγραψε στην κινηματογραφική περίοδο άντε και κάποια από τον “Μεγάλο Ερωτικό” σε μια συγκεκριμένη εκπομπή. Το ίδιο ισχύει και για τον Θεοδωράκη, τον Μάνο Λοΐζο, τον Λεοντή και τον Μαρκόπουλο. Ακούμε “Χρονικό”; Aκούμε τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους”; Τίποτα δεν ακούμε…

Οπότε τα  τραγούδια που βρισκόταν στο συρτάρι είναι ταυτόχρονα και διαχρονικά.
Γ.Α.: Ναι, γιατί δεν είναι κάποια τραγούδια που απλά συμπλήρωσαν έναν δίσκο. Για εμένα είναι τραγούδια υψηλών απαιτήσεων. Ο Σπανός με τον Παπαδόπουλο έγραψαν την σπουδαία “Οδό Αριστοτέλους”, αλλά σε αυτή την περίοδο έχουν γράψει και το “Σε ψάχνω στους σταθμούς” που είναι ένα εξαιρετικό τραγούδι. Ο κόσμος πιστεύω πως τα αντιμετωπίζει σαν να είναι καινούργια τραγούδια και αυτό θέλω να το υπογραμμίσω. Ότι το MOSAIC δεν είναι ένας δίσκος με επανεκτελέσεις με τη λογική των δίσκων που κάνουν δέκα σουξέ και ξανά ηχογραφούν για να έχουν τη ίδια αποδοχή. Ίσα ίσα που είναι ένας πολύ δύσκολος δίσκος και ένα πολύ μεγάλο στοίχημα για εμάς. Γιατί εμείς αυτή τη στιγμή, και η Κορίνα σαν ερμηνεύτρια και εγώ ο ίδιος σαν δημιουργός και σαν ενορχηστρωτής και σαν παραγωγός, αισθανόμαστε ότι έχουμε δυο πόδια. Όταν το ένα πόδι πάει μπροστά και κάνει καινούργιο υλικό, το άλλο πατάει πίσω γερά στην παράδοση. Και αν δείτε ένας καλός τραγουδιστής τι κάνει σε ένα live; Παίζει κομμάτια από το ρεπερτόριό του, δηλαδή από το τώρα του και ταυτόχρονα παίζει τραγούδια από το παρελθόν για να μας δείξει από που κατάγεται και πως συνδέεται με το σήμερα. Θα μας παίξουν παλιά λαϊκά τραγούδια, έντεχνα, του ’70, τότε συντελείται η δημιουργική πράξη. Όταν πατάς με το ένα πόδι στο παρελθόν και με το άλλο στο τώρα.

Εσείς πώς αισθάνεστε ως νέα στο χώρο, που ερμηνεύετε αυτά τα τραγούδια;
Κ.Λ.: Αρχικά ένιωσα μεγάλη ευθύνη να αποτυπώσουμε τραγούδια με τόσο σημαντικές υπογραφές πολύ μεγάλων δημιουργών. Παρόλα αυτά όμως δεν θα τολμούσα να πω οποιαδήποτε λέξη, οποιοδήποτε στίχο, αν ένιωθα ότι δεν με αφορούσε. Οπότε έχω την αίσθηση πως αυτά τα τραγούδια, είτε γράφτηκαν το ’60, είτε γραφόντουσαν τώρα το 2016, θα με αφορούσαν να τα τραγουδήσω.

Στην Ελληνική δισκογραφία λέγεται πως οι πρώτες εκτελέσεις των τραγουδιών είναι ανεπανάληπτες. Πιστεύετε πως ένας πολύ καλός ερμηνευτής μπορεί να δώσει ένα άλλο πρίσμα  σε μία επανεκτέλεση;
Γ.Α.: Πιστεύω ότι είναι σωστά και τα δύο. Ότι στη πρώτη εκτέλεση υπάρχει κατά τεκμήριο η πρώτη καταγεγραμμένη πρόθεση του δημιουργού ή των δημιουργών των τραγουδιών, αλλά από κει και πέρα πιστεύω πως είναι εξίσου χρήσιμο και πολύ σημαντικό να ξανακοιτάμε και να ανανεώνουμε το ρεπερτόριο, αν μη τι άλλο το φέρνουμε κοντά και στους νεότερους ακροατές. Γιατί αν ο σημερινός νέος ακροατής έχει άγνοια για την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού και απλώς βασίζεται στο τι ακούει τα τελευταία χρόνια, τότε έχουμε να κάνουμε με ένα κοινό αμόρφωτο και ένα απολίτιστο σύνολο ανθρώπων που δεν έχουν διαμορφωμένα κριτήρια και δεν φταίνε μόνο αυτοί. Γιατί κανείς δεν ξέρει πως θα αντιδράσει η ψυχούλα του οποιαδήποτε νέου ανθρώπου ή και μεγαλύτερου, όταν κάποιο σπουδαίο τραγούδι δεν έχει τύχει να το ακούσει και δεν το έχει υπόψη του. Μιλώντας και για το δικό μου ρεπερτόριο, τα δικά μου τραγούδια, έρχονται άνθρωποι μετά από συναυλίες και μου λένε πότε το έγραψα αυτό το τραγούδι. “Μα τι ωραίο τραγούδι δεν το ήξερα”…
Κ.Λ.: Το ίδιο έπαθα και εγώ με το “Ένα παιδικό φουστάνι”, τραγούδι του Γιώργου από την ταινία “Αθανασία, Καλά κρυμμένα μυστικά”. Όταν ήταν να συνεργαστούμε με τον Γιώργο και σκάλισα το έργο του, ανακάλυψα ένα τραγούδι το οποίο δεν είχε πέσει ποτέ στην αντίληψή μου. Ήταν το “Ένα παιδικό φουστάνι” το οποίο θέλησα να το πω. Για αυτό και το συμπεριλάβαμε στο Mosaic.

Πιστεύετε πως θα έχει απήχηση στους νέους; Μέσα σε όλο αυτό που προβάλλεται από τη μουσική βιομηχανία;
Γ.Α.: Κοίταξε… Η τέχνη οφείλει να δημιουργεί διαρκώς και να εκφράζει τη μουσική της από τη μία και από την άλλη οφείλει να σχολιάζει δημιουργικά το παρελθόν της. Η τέχνη δεν έχει ηλικία στη πραγματικότητα. Δεν μπορώ εγώ να πω ότι ο Θεοδωράκης είναι καλύτερος από τον Βαμβακάρη ή ότι ο Λοϊζος είναι καλύτερος από τον Χατζηδάκι. Αυτό δεν μπορεί να το πει κανείς ποτέ. Θεωρώ ότι απευθυνόμαστε στον κάθε ακροατή, αυτό είναι και ένα χαρακτηριστικό της εποχής. Παλιά υπήρχε και μια ιδεολογία γύρω από το τραγούδι. Ήταν τραγούδια του κινηματογράφου, ήταν τραγούδια μετά τη Χουντική περίοδο, τραγούδια διαμαρτυρίας ή τραγούδια με πολιτικό πρόσημο, υπήρχε λοιπόν μια κατηγοριοποίηση που σε ένα βαθμό βοήθησε το τραγούδι ή σε ένα βαθμό το έβλαψε. Σήμερα απευθυνόμαστε στην ευαισθησία του καθενός ακροατή χωριστά. Και κανείς δεν ξέρει να πει τι ακριβώς θα είναι αυτή η αντιμετώπιση. Εμείς θεωρούμε ότι αυτά τα τραγούδια έπρεπε να τα δημοσιοποιήσουμε έτσι όπως τα κάναμε, με τον ήχο αυτό. Και παίρνουμε την ευθύνη φυσικά για αυτόν τον ήχο. Θεωρώ πως δεν προσβάλλουμε τους δημιουργούς, γι’ αυτό αν κάποιος μπορεί να ακούσει από εμένα τραγούδι του Νικολόπουλου ή του Ρασούλη, θα αναζητήσει ενδεχομένως την πρωτότυπη εκτέλεση. Δηλαδή πώς ήταν το τραγούδι αυτό. Και αυτό ήδη είναι μια πολιτιστική συμπεριφορά…
Κ.Λ.: Και αυτό ήδη συμβαίνει. Μιλώντας με δεκαεξάχρονους νέους τις προάλλες, μου μίλησαν για το πόσο τους έκανε εντύπωση το “Με τα φώτα νυσταγμένα”. Ήταν ένα τραγούδι που δεν το είχαν ακούσει.


Σε τέτοια περίπτωση το διαδίκτυο μπορεί να βοηθήσει στη προβολή ή θα είναι καταστροφικό για μια τέτοια προσπάθεια;

Γ.Α.: Το διαδίκτυο έχει πολλές αρετές και ένα πολύ μεγάλο ελάττωμα. Οι αρετές του είναι πως είναι πολύ δημοκρατικό μέσο και μπορεί ο καθένας να έρθει σε άμεση πρόσβαση με πληροφορίες, με πολιτισμό, με οτιδήποτε. Το κακό είναι ότι στο διαδίκτυο δεν υπάρχει κανένα είδος φίλτρου. Δεν έχεις κανενός είδους ποιοτική καθοδήγηση για το που να κατευθυνθείς μέσα στο χάος των πληροφοριών που υπάρχουν. Οπότε δεν θα παίξει ρόλο μόνο το διαδίκτυο, πιστεύω πως θα παίξει ρόλο εξίσου η πληροφόρηση. Εμείς αυτή τη στιγμή βάζουμε ένα ποιοτικό φίλτρο. Δηλαδή σε αυτούς που διαβάζουν αυτή τη συνέντευξή μας που εσείς παρουσιάζετε στις σελίδες σας, θα γεννηθεί η ανάγκη στους αναγνώστες σας να δουν για ποιο λόγο επιλέξατε να ασχοληθείτε μαζί μας. Οπότε θα ψάξουν να βρουν το τραγούδι μας μετά στο διαδίκτυο. Πάντως όταν παίζουμε ζωντανά και παρουσιάζουμε τη δουλειά μας μπροστά στο ακροατήριο, εκεί έχουμε να κάνουμε με ένα αντανακλαστικό που δεν θα αλλάξει ποτέ. Οπότε ότι και να γίνει στη μουσική βιομηχανία, αν πεθάνει το cd, αν ακούμε τραγούδια από κινητά τηλέφωνα ή από δίσκους ή οτιδήποτε άλλο, η ζωντανή μουσική δεν θα σταματήσει ποτέ, γιατί είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο της ανθρώπινης ιστορίας. Μαζευόμαστε για να μας πουν κάποιοι τις ιστορίες τους, τα παραμύθια τους. Αν ακούσει κάποιος το τραγούδι ζωντανά, πιθανό να το αναζητήσει στο διαδίκτυο ή σε cd ή όπου αλλού πιστεύει πως θα ικανοποιήσει την ανάγκη του.

Δεν θα παίξει αρνητικό ρόλο; Φέρνω ως παράδειγμα την προβολή τραγουδιών μέσω youtube.
Γ.Α.: Εννοείς στην εμπορική διαδρομή του cd. Κοιτάξτε το cd είναι ένα μέσο σε παρακμή. Αυτό πρέπει να το παραδεχτούμε. Έχει παλιώσει πια. Οι νεότεροι ούτε καν ασχολούνται με το cd. Όλοι ακούν μέσα από το κινητό τους τηλέφωνο, από το κομπιούτερ τους. Το cd είναι ένα μέσο με το οποίο θέλουμε εμείς οι καλλιτέχνες να καταθέσουμε τη δουλειά μας και ενδεχομένως για κάποιους ένα μέσο που θα ακούσουν ξανά μια συναυλία στην οποία είχαν βρεθεί και τους άρεσε. Δεν μπορώ να πω πως ένας καλλιτέχνης σήμερα στοχεύει οπωσδήποτε στην έκδοση ενός cd. Απλώς παραμένει ένα μέσο που προσφέρει άμεση επικοινωνία και κατάθεση της δουλειάς μας.

Πάμε στα πιο άμεσα καλλιτεχνικά σχέδια. Διάβασα πως στις 28 Μαρτίου θα βρεθείτε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Πείτε μου δυο λόγια γι αυτό.
Κ.Λ.: Καταρχήν να πω πως είχαμε μια σειρά εμφανίσεων εδώ στην Αθήνα και εγώ προσωπικά νιώθω πολύ μεγάλη χαρά και μεγάλη τιμή να είμαι η γυναικεία παρουσία στα τραγούδια δύο δημιουργών που θαυμάζω και αγαπώ από πολύ μικρή, του Νίκου Ξυδάκη και του Γιώργου Ανδρέου. Τώρα συνεχίζουμε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Παρατήρησα πως και εκεί θα έχετε κάποια συγκεκριμένα μουσικά όργανα και συγκεκριμένο ύφος.
Γ.Α.: Πλέον έτσι όπως έχει εξελιχθεί το ζήτημα της ζωντανής μουσικής -και εγώ αυτό το θεωρώ κέρδος και όχι ελάττωμα- απομακρυνόμαστε από αυτό που λέμε συναυλιακή λογική ή λογική πίστας. Δηλαδή μια μεγάλη απρόσωπη πίστα πίσω και ένας ερμηνευτής μπροστά. Θες λόγω οικονομικής δυσκολίας που κάποιος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει μεγάλες ορχήστρες, θέλεις ακόμα και λόγω επιλογής… Για εμένα αυτό ήταν μια επιλογή. Έχω δώσει πολλές συναυλίες μόνο με πιάνο και φωνή. Θεωρώ ότι και αυτό έχει την αξία του, ότι ο ακροατής ακούει το τραγούδι “γυμνό”, χωρίς ας πούμε “σαντιγί” από πάνω και διάφορα αστεράκια και φωτάκια.
Κ.Λ.: Και σ’ αυτή τη περίπτωση θα πρέπει να είναι σημαντικές και οι δημιουργίες. Με γυμνά τα τραγούδια καταλαβαίνεις πολλά.

Φαίνεται πως έχετε μια μουσική παιδεία και θέλετε να τη μεταδώσετε.
Γ.Α.: Ισχύει αυτό. Και ισχύει με την ανάγκη επανακαθορισμού και όλων των ρόλων. Να πω ένα παράδειγμα. Υπάρχει ένας συντελεστής της διαδικασίας της μουσικής του τραγουδιού και της ηχητικής του που λέγεται στιχουργός. Ο στιχουργός ο καημένος, ουδέποτε μπορεί να ανεβεί σε ένα πατάρι, είναι πάρα πολύ σπάνιο. Εκτός αν είναι τραγουδοποιός και έχει γράψει ο ίδιος τα λόγια και τη μουσική. Όταν όμως είναι ένας καθαρόαιμος ποιητής ή στιχουργός, δεν έχει τη δυνατότητα αυτή. Εμείς λοιπόν αισθανόμαστε την ευθύνη ότι εκπροσωπούμε και αυτόν. Όταν προτείνουμε ένα τραγούδι με αυτή τη γύμνια που λέμε, “εκπαιδεύουμε”και το ακροατήριο στο να σταθεί απέναντι και στα λόγια. Να τα προσέξει να τους δώσει τη βαρύτητα που χρειάζεται. Εξίσου επισημαίνουμε πως τραγούδι χωρίς μουσικό δεν υπάρχει. Να είναι ένας καλός μουσικός και να μπορεί και να παίξει. Αλλά δεν υπάρχει τραγούδι ούτε χωρίς ερμηνευτή. Και ο ερμηνευτής μπορεί να σταθεί μπροστά στο κοινό του και να δείξει ότι είναι στα αλήθεια ταλέντο και όχι απλά μια “μιντιακή” κατασκευή. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι ανίκανοι να ονομαστούν κατ’ ουσία καλλιτέχνες.


Υπάρχει και ένα  νέο βιβλίο- cd που απευθύνεται σε παιδιά

Κ.Λ.: Τα παιδιά που είναι οι πιο σκληροί κριτές.

Αυτό ήθελα να ρωτήσω. Πώς το εισπράττουν τα παιδιά;
Κ.Λ.: Καταρχήν για εμένα ήταν η πρώτη επαγγελματικά στημένη παράσταση με τραγούδια για παιδιά. Το χάρηκα, το διασκέδασα πάρα πολύ. Αυτό που είναι δύσκολο είναι ότι τα τραγούδια τώρα δισκογραφήθηκαν. Είναι πολύ καινούργιο. Πολύ φρέσκο το υλικό. Ουσιαστικά ήταν μία παιδική συναυλία που όμως είχε και θεατρικά στοιχεία μέσα. Οπότε το να κάνεις και μία παιδική συναυλία για παιδιά από τριών ετών και πολύ μεγαλύτερα, ήταν ένα πολύ μεγάλο στοίχημα το οποίο νομίζω ότι κερδήθηκε και περάσαμε και εμείς πολύ καλά και τα πιτσιρίκια.
Γ.Α.: Αναφέρεται στις παραστάσεις στον Ιανό. Τώρα το βιβλίο cd αναφέρεται στην έκδοση της Μικρής Άρκτου με λόγια του Παρασκευά Καρασούλου και ενός  νέου και πολύ ταλαντούχου  στιχουργού, του Γιάννη Βασιλόπουλου και μουσικές δικές μου. Και εκτός από την Κορίνα τραγουδούν και δυο παιδιά, ο Δημήτρης Βουτσάς και η Δήμητρα Σελεμίδου, τα οποία είναι πολύ καλά. Και ξέρεις λέμε παιδικό τραγούδι, αλλά το παιδικό τραγούδι δεν είναι κάτι απλοϊκό, γιατί τα παιδιά έχουν πολύ υψηλό κριτήριο. Τα παιδιά δεν έχουν πνιγεί μέσα στις συμβάσεις του ενήλικου ανθρώπου και αν αυτό που τους προσφέρεις δεν τους ενδιαφέρει, σου γυρνούν την πλάτη κατευθείαν. Με συνοπτικές διαδικασίες.
Κ.Λ.: Να πούμε ότι στο cd συμμετέχουν και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Δήμητρα Γαλάνη, η οποία έχει γράψει και τη μουσική σε ένα τραγούδι.

Στον Ιανό περιγράψατε επίσης ότι ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι σας ενέπνευσε και χρησιμοποιήσατε κάποιες μουσικές φράσεις για το τραγούδι “Το πρόβλημά μου είσαι εσύ” που ερμηνεύει η Ελένη Τσαλιγοπούλου. Θυμίστε μας ποιο είναι και την ιστορία αυτής της σύνθεσης.
Γ.Α.: Ναι είχα κάνει λάθος εκείνη την στιγμή δεν ήταν του Μάνου Χατζιδάκι αλλά του Μαρκέα. Είναι αυτό που λέει “Μένω σε κάποια γειτονιά”. Εμένα μου αρέσει γενικά να κάνω τέτοια παιχνίδια. Φυσικά όταν το παιχνίδι είναι σοβαρό, αναφέρω πάντα και δημοσίως τη πηγή, γιατί όπως είπε ο Μάνος Χατζιδάκις “ο Ταλαντούχος άνθρωπος κλέβει, ενώ ο ατάλαντος μιμείται”. Εννοώντας επειδή αγαπάς κάτι πάρα πολύ που είναι πριν από εσένα, παίρνεις ένα στοιχείο του αλλά το επιστρέφεις με ένα δικό σου σε μεγάλο ποσοστό τρόπο. Το έχει κάνει και ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις άλλωστε, με μουσικές που υπεραγαπούσε. Το τραγούδι “Χασάπικο ’40” βασίζεται σε μια μελωδία από την Συμφωνία Νο40 του Mozart. Πήρε λοιπόν τη μελωδία και την προσάρμοσε στα λόγια του Νίκου Γκάτσου. Θέλω να πω πως στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση και ότι όλοι είμαστε παιδιά των προηγούμενων από εμάς. Και πολλές φορές αυτή η συνομιλία η οποία γίνεται μέσα από τη μουσική ή μέσα από κείμενο είναι μια εκπαίδευση για εσένα τον ίδιο, ότι κοίταξε να δεις, εγώ δεν έπεσα από τον ουρανό, αλλά κάποιοι άλλοι  άνθρωποι πριν από εμένα χτύπησαν το κεφάλι τους στον τοίχο και σε πόρτες, για να μπορέσουν να δημιουργήσουν κάτι αξιόλογο.
Κ.Λ.: Και νομίζω το ίδιο συμβαίνει και με τους ερμηνευτές. Εγώ είμαι παιδί που μεγάλωσα με Ελληνικά τραγούδια, με τις φωνές της Δήμητρας Γαλάνη, της Χαρούλας Αλεξίου, της Τάνιας Τσανακλίδου…

Πιστεύετε πως ο Μάνος Χατζιδάκις διαμόρφωσε την καλλιτεχνική σας πορεία ως συνθέτη;
Γ. Λ.: Εγώ τον Μάνο Χατζιδάκι τον συνάντησα στο Σείριο το χειμώνα ’87-’88, όπου ήμουν μουσικός στο σχήμα του εκλιπόντος Νίκου Παπάζογλου και ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση που συμμετείχαν οι πάντες! Ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος, ήταν οι Φατμέ του Νίκου  Πορτοκάλογλου, ήταν οι Δυνάμεις του Αιγαίου ένα πολύ ωραίο γκρουπ, ήταν ο Νίκος Ξυδάκης και ο Νίκος Παπάζογλου. Εκεί λοιπόν ήταν ένα τεράστιο χωνευτήρι γιατί ήταν και η ορχήστρα του Μάνου Χατζιδάκι, ήταν και η Έλλη Πασπαλά, ήταν ο Λιούγκος και φυσικά ο Χατζιδάκις ήταν πάντα παρών και τα πάντα πληρών! Υπάρχουν πολλές νόστιμες ιστορίες με τον Χατζιδάκι. Εγώ θα πω μια ιστορία όταν είχα κυκλοφορήσει τον πρώτο μου δίσκο “Το κορίτσι και γυναίκα” που ερμηνεύτηκε από την Ελένη Τσαλιγοπούλου. Τηλεφώνησε λοιπόν ο Μάνος Χατζιδάκις και μου είπε σε συγχαίρω για τον εξαίρετο σου δίσκο πολλαπλών μουσικών επιρροών που δεν αποκαλύπτονται. Και του απάντησα ευχαριστώ πολύ γιατί είστε μία από τις κεντρικές επιρροές. Πάλι είπε αυτό που ανέφερα και πιο πριν. Δηλαδή βλέπεις τις επιρροές αλλά έχεις καταλάβει ότι έχουν περάσει μέσα από το χωνευτήρι των δημιουργών. Επίσης πρέπει να αναφέρω ότι εδώ και δεκαεπτά χρόνια είμαι άμισθος καλλιτεχνικός διευθυντής στο Φεστιβάλ Αστυπάλαιας. Ένα φεστιβάλ που κάνουμε κάθε καλοκαίρι σε ένα πανέμορφο νησί στο νότιο Αιγαίο όπου παίζουμε και τιμούμε την καλή Ελληνική μουσική. Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε πρωτοπόρος σε αυτό. Είχε κάνει τους “Μουσικούς Αύγουστους”, είχε κάνει Πολιτισμό στα Ανώγεια, είχε κάνει τη συνάντηση τραγουδιού στη Κέρκυρα, στη Καλαμάτα, δίνοντας βήμα σε νέους ανθρώπους και βοηθώντας τον πολιτισμό στην περιφέρεια. Επειδή λοιπόν εγώ είμαι ένα παιδί της περιφέρειας, επειδή έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στις Σέρρες, αυτό το πράγμα το έβλεπα πάντα με μεγάλη συγκίνηση και η δική του ευαισθησία απέναντι στον Ελληνικό πολιτισμό ήταν για μένα σχολείο.
Κ.Λ.: Όπως εγώ στην Κρήτη όταν ήμουν μικρή παρακολουθούσα τα “Υακίνθεια”. Πραγματικά το παρακολουθούσα με έκσταση. Περιμέναμε πως και πως για να γίνει.
Γ.Α.: Ούτε και αυτό είναι τυχαίο για τον Χατζιδάκι ο οποίος είχε ξεκινήσει στα Ανώγεια και έδωσε εκεί ένα δικό του μουσικό φεστιβάλ.

Ένα εξαιρετικό τραγούδι σας “Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει” περιγράφει τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα. Βλέπετε oι Έλληνες πολίτες να έχουν πάντα τον ίδιο θυμό, την ίδια ένταση που “βγάζουν” οι στίχοι;
Γ.Α.: Ναι. Μας λένε και μας ρωτούν γιατί εμείς οι πνευματικοί άνθρωποι ή διανοούμενοι, δεν παίρνουμε θέση.  Ο διανοούμενος και πνευματικός άνθρωπος στην πραγματικότητα έχει μια πνευματική νοημοσύνη. Νωρίτερα από την έκρηξη κάποιων γεγονότων είναι σαν τα αισθάνεται και σαν να τα προβλέπει. Κι αυτό είναι μια κατεξοχήν θέση που παίρνει στο τραγούδι. Ο στίχος αυτός είναι από ένα ποίημα του Γ. Σεφέρη. Είναι τραγούδι το οποίο εγώ το έγραψα στο στρατό. Γιατί μέχρι να πάω ήμουν και λίγο προστατευμένος. Ένα παιδί με τα Ωδεία, τα Πανεπιστήμια, το εξωτερικό κλπ. Τότε κατάλαβα πως υπήρχαν πολλές Ελλάδες με πολλά διαφορετικά επίπεδα και έγραψα αυτό το τραγούδι αυθόρμητα και με την ένταση που έχει ένας νέος άνθρωπος βλέποντας ένα σωρό αρνητικά πράγματα στον τόπο του, τα οποία επιθυμεί να λυθούν. Αυτό που με στενοχωρεί όταν μου ζητούν να παίξω το τραγούδι ξανά είναι ότι μετά από εικοσιπέντε χρόνια αυτά που λέει το τραγούδι δυστυχώς παραμένουν αμετάβλητα. Και αυτό είναι τραγικό…

andreou_legaki_interview_2016_03_004

Μπορεί ένα τραγούδι σαν και αυτό σήμερα να δώσει ελπίδες;
Κ.Λ.: Φυσικά. Η τέχνη υπάρχει για να συγκινεί, για να δίνει ελπίδα και να μας εμπνέει και ίσως να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Και πόσο μάλλον η τέχνη της μουσικής και του τραγουδιού που είναι η πιο άμεση μορφή τέχνης.
Γ. Α.: Εγώ πιστεύω πως στον ακροατή συμβαίνουν δύο διαφορετικά πράγματα συγχρόνως. Το ένα είναι όταν συμβαίνει κάτι δυσάρεστο, στην αρχή αντιδρά αρνητικά γιατί μια πλευρά του ακροατή έχει συνδέσει τη μουσική με τη διασκέδαση, με το να περάσει καλά. Αυτό είναι σωστό και θεμιτό ως ένα βαθμό αφού στοχεύει στο να τον ανακουφίσει σε αυτά που περνάει. Αν αντιθέτως με τη μουσική σου του βάζεις το μαχαίρι στην πληγή ξανά, δεν θα του αρέσει. Όμως έχω παρατηρήσει πως σε δεύτερη ταχύτητα, αν είσαι ειλικρινής και δεν δικάζεις τον άλλον, γιατί η τέχνη δεν είναι δικαστήριο, εντέλει κάποια σκληρά λόγια λειτουργούν ανακουφιστικά.
Κ.Λ.: Γι αυτό και το ελληνικό τραγούδι είναι τόσο πολιτικοποιημένο…
Γ. Α.: Θα έλεγα ότι είναι και ένα είδος προσέγγισης που έχουμε στη γλώσσα μας που είναι ενδιαφέρουσα, πολύπλοκη, πολύ παλιά, και είναι η μάνα μας που μας υπαγορεύει το τρόπο που συμπεριφερόμαστε. Το ελληνικό τραγούδι από άποψη λόγου είναι το πιο ενδιαφέρον στο κόσμο. Γιατί εκτός από τραγούδια που έχουν γίνει πάνω σε στίχους, υπάρχουν και τραγούδια που έχουν γίνει πάνω σε ποιήματα. Του Σεφέρη, του Ελύτη, του Σικελιανού… Αυτό είναι σπάνιο να το συναντήσει κανείς μέσα σε ένα πολιτισμό, μέσα στη λαϊκή κουλτούρα ενός πολιτισμού. Ποίηση μέσα από μουσική…

Πώς αντιμετωπίζει τώρα ο λαός τα τεκταινόμενα που συμβαίνουν στη “Μικρή Πατρίδα” ;
Γ.Α.: Υπάρχει συγχρόνως μια διπλή αντιμετώπιση. Αντιμετώπιση που πηγάζει από το θυμό. Το αίσθημα της αδικίας, της φτώχειας, που συναισθηματικά τα φορτώνουμε στη μοίρα μας που μας έφερε να ζούμε σε αυτό τον τόπο. Από την άλλη μεριά είμαστε και παιδιά αυτού του πολιτισμού και νιώθουμε ευγνωμοσύνη αλλά και τσαντίλα, γιατί ενώ έχουμε τόσες αρετές και τόσα θετικά φορτία, δεν καταφέρνουμε να πάμε μπροστά. Εγώ θα έλεγα αυτό που συμβαίνει τώρα έχει την εξής ξεχωριστή ιδιότητα. Είναι μία καταστροφή για την οποία δεν υπάρχει ένας εμφανής λόγος. Τόσο όσο ήταν η Μικρασιατική καταστροφή ή ο εμφύλιος πόλεμος ή η Χούντα των Συνταγματαρχών. Είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής υστέρησης και μιας αδυναμίας μας να προβλέψουμε εγκαίρως μεταβολές και αρνητισμούς που θα μπορούσαν στην κρίσιμη στιγμή να μας κάνουν ζημιά. Φυσικά και υπάρχει παγκόσμια οικονομική κρίση, αλλά εμείς τη πληρώνουμε χειρότερα από τους άλλους, γιατί έχουμε φτιάξει το χειρότερο κράτος, οπότε στη δύσκολη στιγμή είμαστε στη χειρότερη κατάσταση. Εύχομαι αυτή η κρίση και η σταδιακή της εκτόνωση να μας βοηθήσει σε ένα τομέα που εμείς είμαστε πάρα πολύ κακοί. Στον δημόσιο θεσμικό διάλογο. Δεν έχουμε καταφέρει να συνεννοούμαστε στον δημόσιο βίο με μια προοπτική τριάντα, σαράντα και εκατό χρόνων. Αυτό πρέπει να σταματήσει και να σκεφτούμε που θέλουμε να πάμε αυτή τη χώρα και η προοπτική να είναι μακρά.

Οπότε πρέπει να ακμάσουν τα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού για να βελτιωθεί η ελληνική κοινωνία.
Γ.Α.: Μα ο ελληνικός πολιτισμός στη χώρα αυτή βρίσκεται υπό διωγμόν. Και τι εννοώ. Είναι δυνατόν να μην έχεις ακαδημία θεάτρου όταν υπάρχει το αρχαίο δράμα; Ή ακαδημία χορού ή έντεχνης και παραδοσιακής μουσικής; Άρα υπάρχει ένας διωγμός στον τομέα πολιτισμού. Εδώ είναι που χρειάζεται να γίνει ένα σοβαρό βήμα και φυσικά να συνειδητοποιήσουμε κάτι το οποίο είναι πολύ θεμιτό. Ότι ο Πολιτισμός είναι και πηγή εσόδων. Ας δούμε τι κάνουν οι άλλοι λαοί με τις πνευματικές τάσεις. Έχουν οργανωμένες παιδείες και εκδηλώσεις πολιτισμού σε ανώτατες και κατώτατες κλίμακες, διαθέτουν ένα δίκτυο με μεγάλο πνευματικό όφελος.

—————–

*** Ευχαριστούμε το Cafe του Νομισματικού Μουσείου για τη φιλοξενία!
*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here