stou_xronou_ton_kathrefti_logo_500

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης
 http://vinylmaniac.madblog.gr
Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Η δεκαετία του ’60 θεωρείται από πολλούς ως εκείνη που άλλαξε τα πάντα στη μουσική της πατρίδας μας. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις κι εν συνεχεία ο Σταύρος Ξαρχάκος και οι «επίγονοί» τους, άνοιξαν νέους δρόμους στο τραγούδι με τις δημιουργίες τους. Παράλληλα όμως, αυτές ευτύχησαν να ερμηνευθούν από μια γενιά σπουδαίων τραγουδιστών που είτε ξεκίνησε τότε, είτε προϋπήρχε αλλά άκμασε στη συγκεκριμένη περίοδο.

Με αφετηρία λοιπόν το 1960, θα σταθούμε «στου χρόνου τον καθρέφτη» και θα γυρίσουμε το ρολόι στο «τότε». Ανά 15 ημέρες, η στήλη θα παρουσιάζει τα σημαντικότερα μουσικά γεγονότα στην Ελλάδα χρόνο με το χρόνο και παράλληλα, συχνά θα κάνει μια «βόλτα» στα νυχτερινά κέντρα της εποχής, παρουσιάζοντας τα «σχήματα» που έγραψαν ιστορία…

———————————————————–

stou_xronou_ton_kathrefti_1965

Μοσχολιού, “Τζοκόντα” και Σαββόπουλος

H αντίστροφη μέτρηση για την τοποθέτηση της Ελλάδας «στο γύψο» των συνταγματαρχών, ξεκινά το 1965. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ουσιαστικά εξαναγκάζει σε παραίτηση τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος μόλις την προηγούμενη χρονιά είχε κερδίσει τις εκλογές με σχεδόν 53%.

Η Ελλάδα μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες θα γνωρίσει τρεις κυβερνήσεις, με στελέχη που προέρχονται από την Ένωση Κέντρου, αλλά μόνο η τελευταία με πρωθυπουργό τον Στέφανο Στεφανόπουλο θα καταφέρει ν’ αποσπάσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Αυτή η περίοδος θα μείνει στην ιστορία της χώρας ως «Τα Ιουλιανά» ή πιο απλά «Αποστασία», ενώ η αντίδραση του λαού σε όλα αυτά, με καθημερινές μαζικές συγκεντρώσεις, θα βαφτεί με το αίμα του Σωτήρη Πέτρουλα.

Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον προκαλεί και η δίκη για την υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ», αρχηγός κι εμπνευστής της οποίας φέρεται να είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου -γιος του παραιτηθέντος πρωθυπουργού- που έχει μπει πλέον στο δρόμο της «αναρρίχησης» στα κορυφαία σκαλοπάτια της πολιτικής, στην κορυφή των οποίων θα φτάσει 16 χρόνια αργότερα…

Στο εξωτερικό, το φυλετικό πρόβλημα στις ΗΠΑ οξύνεται σ’ επικίνδυνο βαθμό μετά τη δολοφονία του ηγέτη των μαύρων Μάλκολμ Χ από ρατσιστές, ενώ σε «αντίποινα» οι νέγροι πυρπολούν επί τρεις ημέρες κεντρικά σημεία του Λος Άντζελες. Επιπλέον, ο πόλεμος στο Βιετνάμ είναι πια προ των πυλών μετά την όλο και μεγαλύτερη μετακίνηση Αμερικανών στρατιωτών προς τα κει, ο αριθμός των οποίων στο τέλος του χρόνου πλησιάζει τις 200.000…

Η χρονιά «σημαδεύεται» από το θάνατο του Ουίνστον Τσόρτσιλ σε προχωρημένη ηλικία και στον καλλιτεχνικό χώρο σβήνει για πάντα το χαμόγελο του Σταν Λόρελ, του θρυλικού «Λιγνού» του σινεμά που μαζί με τον «Χοντρό» (Όλιβερ Χάρντι, ο οποίος είχε «φύγει» το 1957), συνέθεσαν το σπουδαιότερο κωμικό «δίδυμο» στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου…

Στα εγχώρια πολιτιστικά πράγματα, η Ελλάδα αισθάνεται υπερήφανη για τα τρία βραβεία Όσκαρ που κερδίζει ο «Ζορμπάς» του Μιχάλη Κακογιάννη και ζει την παραμυθένια ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο γάμος δύο αγαπημένων ηθοποιών: της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ στους Δελφούς…

stou_xronou_ton_kathrefti_1965_papamixail_vougiouklaki

Παράλληλα, το 1965 γυρίζεται το μυθικό φιλμ «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» σε σενάριο Νίκου Φώσκολου και σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη, το οποίο την επόμενη χρονιά θα είναι υποψήφιο για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

stou_xronou_ton_kathrefti_1965_georgiadis

Στο χώρο της μουσικής, το «Νέο Κύμα» κερδίζει όλο και περισσότερο κοινό, οι Olympians εκτινάσσονται στα ύψη της δημοτικότητας με τα πρώτα τραγούδια τους κιόλας («Ο τρόπος», «Συγνώμη», «Το σχολείο») και φέρνουν στο προσκήνιο την ποπ μουσική, ενώ στο λαϊκό τραγούδι, η Βίκυ Μοσχολιού κυριαρχεί με μοναδικές δημιουργίες κυρίως του Γιώργου Ζαμπέτα και του Απόστολου Καλδάρα.

Μεγάλες λαϊκές επιτυχίες ηχογραφούν και το 1965 οι Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Πάνος Γαβαλάς, Μανώλης Αγγελόπουλος κ.α., ενώ στο «έντεχνο» ο Σταύρος Ξαρχάκος συνεχίζει την επιτυχημένη πορεία του, τη στιγμή που φεύγει από τη ζωή ο μεγάλος ερμηνευτής του «ελαφρού» τραγουδιού Νίκος Γούναρης, σε ηλικία μόλις 49 ετών…

Μίκης Θεοδωράκης και Μάνος Χατζιδάκις δεν δραστηριοποιούνται αυτή τη χρονιά ως προς τη δημιουργία τραγουδιών όπως τα προηγούμενα έτη, ωστόσο ο δεύτερος μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ ηχογραφεί τον ορχηστρικό δίσκο «Το χαμόγελο της Τζοκόντας», ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας…

Ώρα όμως ν’ αρχίσει το μουσικό «ταξίδι» μας στο χρόνο. Προσδεθείτε και φύγαμε!

Ο Ξαρχάκος στην κορυφή

Το 1965, ο Σταύρος Ξαρχάκος καθιερώνεται πλέον οριστικά κι αμετάκλητα ως ο «τρίτος πόλος» μετά τους Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Δεδομένου ότι οι δύο μέγιστοι της μουσικής μας κάνουν μια παύση μετά την «καταιγίδα» των προηγούμενων ετών, ο νεαρός συνθέτης κρατά ουσιαστικά μόνος του στην κορυφή της δημοτικότητας το λεγόμενο «έντεχνο» τραγούδι…

Στις 11 Ιανουαρίου, δίνει την πρώτη μεγάλη συναυλία του στο θέατρο «Κεντρικόν» με πολύ μεγάλη επιτυχία, παρουσιάζοντας σχεδόν ολόκληρη τη δουλειά του από το 1962 ως τότε. Ερμηνευτές είναι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Βίκυ Μοσχολιού και η Αλέκα Μαβίλη, με σολίστ στα μπουζούκια τους Γιώργο Ζαμπέτα και Στέλιο Ζαφειρίου. Εκτός από τα δικά του τραγούδια, στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται και δημιουργίες των Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Βασίλη Τσιτσάνη, με τη μουσική επιμέλεια του ίδιου του Ξαρχάκου…

Ανάλογη επιτυχία έχουν όμως και τα τραγούδια που γράφει ο συνθέτης μέσα στη χρονιά είτε μεμονωμένα, είτε για θεατρικά και κινηματογραφικά έργα. Ξεκινάμε από το πασίγνωστο κι αγαπημένο «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με την υποβλητική κι επιβλητική ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Τη σκυτάλη παίρνει η Βίκυ Μοσχολιού, η οποία ουσιαστικά είναι το μουσικό «παιδί» του Ξαρχάκου. Με αφορμή το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης «Μη πατάτε τη χλόη» των Βαγγέλη Γκούφα και Βασίλη Ανδρεόπουλου που ανεβαίνει στο θέατρο Μετροπόλιταν σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη, ο συνθέτης γράφει για τη φωνή της το υπέροχο «Τα τρένα που φύγαν», πάνω σε στίχους των συγγραφέων του έργου. Το μουσικό θέμα του τραγουδιού ακουγότανε στην παράσταση και τα «λόγια» γράφτηκαν με βάση την υπόθεσή του…

Παράλληλα, ο Ξαρχάκος γράφει μουσική και για το σινεμά και συγκεκριμένα για την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Μοντέρνα Σταχτοπούτα», με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Η «εθνική σταρ» τραγουδά μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση την πασίγνωστη «Υπομονή» και μόνη της το «Γύρνα με στα περασμένα», ένα κομμάτι που μπορεί να εκληφθεί ως η «συνέχεια» του «Αμαξά» του Μάνου Χατζιδάκι από τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» δυο χρόνια νωρίτερα…

Η χρονιά της Μοσχολιού

Στο πρόσωπο της Βίκυς Μοσχολιού, ο «ισχυρός άνδρας» της τότε πανίσχυρης Columbia Τάκης Β. Λαμπρόπουλος είχε βρει τη βασική γυναικεία φωνή, πάνω στην οποία θα στήριζε εν πολλοίς το «οικοδόμημα» του έντεχνου τραγουδιού, όπως ο ίδιος το είχε οραματιστεί. Δεν έπεσε έξω, αφού με το «Χάθηκε το φεγγάρι» η αξέχαστη ερμηνεύτρια έγινε γνωστή από τη μια μέρα στην άλλη και φυσικά, ο διευθυντής της εταιρείας φρόντισε να το εκμεταλλευθεί δεόντως -με την καλή έννοια.

Ωστόσο, η νεαρή τραγουδίστρια το 1965 έκανε πολύ μεγάλες και διαχρονικές λαϊκές επιτυχίες κυρίως με την υπογραφή του Γιώργου Ζαμπέτα. Οι τίτλοι μιλούν από μόνοι τους: «Τα δειλινά», «Ξημερώματα», «Πάει-πάει». Οι δυο τους θα συνεργαστούν και στο πάλκο και συγκεκριμένα στα «Ξημερώματα», κέντρο που πήρε το όνομά του από την ομότιτλη μεγάλη επιτυχία της ερμηνεύτριας και του δημιουργού της.

Η …άτυχη της υπόθεσης ήταν η Πόλυ Πάνου, για την οποία προορίζονταν αυτά τα τραγούδια. Σύμφωνα με τον αξέχαστο συνθέτη, πήγε στο σπίτι της για να κάνουν πρόβα αλλά εκείνη προτίμησε το …θαλάσσιο μπάνιο κι έτσι εκείνος μετά από συνεννόηση με τον Λαμπρόπουλο τα έδωσε στη Μοσχολιού! 

Εκτός του Ζαμπέτα όμως, η Βίκυ το 1965 είχε μια άκρως αποδοτική δισκογραφική συνεργασία και με τον Απόστολο Καλδάρα, τραγουδώντας τα «Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ» και σε δεύτερη εκτέλεση το «Συ μου χάραξες πορεία» που είχε πρωτοπεί η Γιώτα Λύδια το 1958.

Όλες αυτές οι μεγάλες επιτυχίες, καθιέρωσαν τη Μοσχολιού στη συνείδηση του κοινού και ο δρόμος για την κορυφή είχε ανοίξει διάπλατα πλέον για κείνη…

«Το χαμόγελο της Τζοκόντας»

Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε αποκτήσει παγκόσμια φήμη μετά τη βράβευσή του το 1961 για «Τα παιδιά του Πειραιά» και οι προοπτικές μιας καριέρας στο εξωτερικό ήταν κάτι παραπάνω από ιδανικές. Έτσι, για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη (χωρίς βεβαίως να παραλείπει να επιστρέφει για λίγο στα πάτρια εδάφη).

Εκεί λοιπόν, με την ευφυΐα και τη μοναδική δημιουργικότητα που τον διέκριναν σε ολόκληρη τη ζωή του, γράφει μια σειρά από υπέροχες μελωδίες το 1964 και τις ηχογραφεί τον Απρίλιο του 1965, μόνο με ορχήστρα. Τους δίνει δε τον γενικό τίτλο «Το χαμόγελο της Τζοκόντας»

Το αποτέλεσμα είναι ένα πραγματικό αριστούργημα, καθώς ακούγοντας το δίσκο αισθάνεσαι ότι ταξιδεύεις σε διάφορα μέρη του κόσμου. Μαντολίνο, κιθάρα και βιολί είναι τα τρία βασικά όργανα, τα οποία σε συνδυασμό με άλλα έγχορδα που κάθε φορά είναι και διαφορετικά, φτιάχνουν ένα αριστουργηματικό σύνολο.

Κάθε μελωδία, συνοδεύεται κι από μια ιστορία γραμμένη από τον ίδιο τον Χατζιδάκι. Ιστορίες οι οποίες φαίνονται αλληλένδετες μεταξύ τους αλλά στην ουσία δεν είναι. Έτσι κι αλλιώς, ο λόγος και η πεζή γραφή του αξέχαστου δημιουργού, δεν ήταν ποτέ από τα πιο κατανοητά πράγματα του κόσμου…

Ποιος Έλληνας άραγε έχει ακούσει και δε μαγεύτηκε από τα «Όταν έρχονται τα σύννεφα», «Η κοντέσα Εστερχάζι», «Η παρθένα της γειτονιάς μου» και τα υπόλοιπα αριστουργήματα του Χατζιδάκι; Άλλωστε, τα κομμάτια που περιλαμβάνει η «Τζοκόντα» ακούγονται παντού ακόμη και σήμερα και στους πιο απίθανους χώρους: Στο μετρό, στα μουσεία, σε εμπορικά καταστήματα και γενικότερα όπου μπορεί ν’ ακουστεί μουσική. Όλα λίγο-πολύ είναι γνωστά και στο άκουσμά τους τα αναγνωρίζουμε άπαντες!

Σινεμά και τραγούδι

Και το 1965 οι περισσότερες ελληνικές ταινίες περιλαμβάνουν αρκετά γνωστά τραγούδια, κάποια από τα οποία γράφτηκαν ειδικά γι’ αυτές, ή απλώς προϋπήρχαν κι απλώς διαφημίστηκαν διαμέσου των.

Αναφέραμε παραπάνω τις επιτυχίες της Βουγιουκλάκη από τη «Μοντέρνα Σταχτοπούτα» και περνάμε στον Γιάννη Δαλιανίδη, ο οποίος τούτη τη χρονιά γράφει και σκηνοθετεί άλλο ένα μιούζικαλ με τίτλο «Ραντεβού στον αέρα», σε μουσική βεβαίως του Μίμη Πλέσσα. Πρωταγωνιστούν οι «συνήθεις ύποπτοι» Ρένα Βλαχοπούλου, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη και τα συνονόματα ξαδέλφια Γιάννης Βογιατζής.

Ο τραγουδιστής εξ αυτών ερμηνεύει δύο πασίγνωστα κι αγαπημένα τραγούδια, τα «Ένας ουρανός μ’ αστέρια» και «Νύχτα καλοκαιριού» που ακούγονται -ειδικά το πρώτο- μέχρι και σήμερα, όπως και τα «Μένουμε πάντα παιδιά» με σχεδόν όλους τους πρωταγωνιστές και «Φεύγουν τα χρόνια» με την αξέχαστη Βλαχοπούλου…

Την ίδια χρονιά, ο Ντίνος Κατσουρίδης σε σενάριο του Νίκου Φώσκολου γυρίζει το φιλμ «Οι αδίστακτοι», με το Νίκο Κούρκουλο και τη Μαίρη Χρονοπούλου. Τη μουσική υπογράφει ο Γιάννης Μαρκόπουλος και προς το τέλος της ταινίας, εμφανίζεται το «χρυσό δίδυμο» Στέλιος Καζαντζίδης-Μαρινέλλα να τραγουδούν το «Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός», με τον πρωταγωνιστή να συμμετέχει ερμηνευτικά στο δεύτερο μέρος του κομματιού.

Ο Μαρκόπουλος θα «ντύσει» μουσικά και την ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου “No mister Johnson”, με πρωταγωνίστρια τη Βούλα Ζουμπουλάκη. Επιπλέον, θα γράψει τρία τραγούδια σε στίχους του Άκου Δασκαλόπουλου που θα ερμηνεύσει η Δούκισσα, με πιο γνωστό «Τα παλικάρια». Τα άλλα δύο είναι τα «Στα μάτια σου γεννήθηκαν» και «Τι να πω και τι να κάνω».

Σαββόπουλος και “Olympians”

Οι συνθέτες και οι ερμηνευτές του λεγόμενου «Νέου Κύματος», εξακολουθούν και το 1965 να πρωταγωνιστούν στις προτιμήσεις του κοινού. Μάλιστα, το εν λόγω «ρεύμα» όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο δημοφιλές κι εντάσσονται σ’ αυτό διαρκώς νέοι δημιουργοί και τραγουδιστές.

Το πιο «δυνατό» όνομα του συγκεκριμένου είδους -αν κι επισήμως ουδέποτε εντάχθηκε εκεί- που κάνει το δισκογραφικό ντεμπούτο του το 1965, είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ήδη έχει γράψει τα πρώτα τραγούδια του, αλλά εκείνη τη χρονιά θα τα ηχογραφήσει και με το «καλημέρα» θα προξενήσει πολύ μεγάλη εντύπωση: «Συννεφούλα», «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη», «Τα πουλιά της δυστυχίας» και «Μια θάλασσα μικρή» ανοίγουν ένα νέο δρόμο στο ελληνικό τραγούδι, στον οποίο ο τραγουδοποιός κι ερμηνευτής θα βαδίσει σταθερά μέχρι και σήμερα…

Από εκεί και πέρα, η Καίτη Χωματά προσθέτει άλλη μια μεγάλη επιτυχία στο ενεργητικό της συνεργαζόμενη με το «δίδυμο» Γιάννης Σπανός-Γιώργος Παπαστεφάνου, το υπέροχο «Κι αν σ’ αγαπώ δεν σ’ ορίζω», ενώ πολύ γνωστά γίνονται και τα «Πάει κι αυτή η Κυριακή» με το Λάκη Παππά και «Κάποιος γιορτάζει» με τη Μαρία Φαραντούρη στην πρώτη ηχογράφησή της. Το τραγούδι πρωτοακούστηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την Κλειώ Δενάρδου και το Λάκη Παππά. 

Παράλληλα με το «Νέο Κύμα» που κερδίζει όλο και περισσότερους φίλους, η ποπ μουσική μπαίνει δυναμικά στις προτιμήσεις του ελληνικού κοινού και δη της νεολαίας αυτού. Κύριος «μοχλός» για την ανάπτυξή της, είναι το συγκρότημα των “Olympians”, που ήταν ήδη γνωστό στη Θεσσαλονίκη όπου και δημιουργήθηκε αλλά εκτός της συμπρωτεύουσας δεν το ήξερε κανένας, αφού ακόμα δεν είχε δισκογραφία.

Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 1965 τα μέλη του κατεβαίνουνε στην Αθήνα με χίλια δυο εμπόδια και καταφέρνουν να ηχογραφήσουν τα πρώτα τραγούδια που είχαν γράψει και τα οποία τους είχαν κάνει πασίγνωστους στη «νύφη του Θερμαϊκού». Ο λόγος για τα διαχρονικά κι αγαπημένα «Ο τρόπος», «Συγνώμη» και «Το σχολείο», που από τη μια μέρα στην άλλη γίνονται τεράστιες επιτυχίες και καθιερώνουν το γκρουπ πανελλαδικά. Ειδικά δε ο Πασχάλης -ο τραγουδιστής των Olympians- γίνεται το είδωλο των νεαρών κοριτσιών και ξεκινά μια πολύ σημαντική καριέρα, που διαρκεί ως σήμερα…

Το λαϊκό τραγούδι

Η αλήθεια είναι ότι το 1965 διαπιστώθηκε μια μικρή «υποχώρηση» του λαϊκού τραγουδιού σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Δεδομένου ότι ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος της πανίσχυρης Columbia είχε ρίξει σχεδόν όλο το βάρος της παραγωγής στο «έντεχνο», τα λαϊκά άρχισε σιγά-σιγά να τα θεωρεί υποδεέστερα και να μην ασχολείται ιδιαίτερα μ’ αυτά.

Η εν λόγω στάση του, θα οδηγήσει σταδιακά στην αποχώρηση σχεδόν όλων των μεγάλων δημιουργών κι ερμηνευτών που ανήκαν στις τάξεις της εταιρείας κι αρχίσανε να νιώθουν παραγκωνισμένοι με τη «νέα κατάσταση».

Ωστόσο, τούτο δε σημαίνει ότι και το 1965 δε γράφτηκαν και δεν ακούστηκαν πολλά και διαχρονικά λαϊκά κομμάτια. Ο «βασιλιάς» του είδους Στέλιος Καζαντζίδης ηχογραφεί τα «Παράπονα και κλάματα» και «Ένα πιάτο άδειο στο τραπέζι» των Δερβενιώτη-Βίρβου και προσθέτει άλλες δύο μεγάλες επιτυχίες στο ενεργητικό του, ενώ συνεργάζεται και με το Γιώργο Μητσάκη, τραγουδώντας το πασίγνωστο «Στην καλύβα τη δική μου».

Όσον αφορά τις «ζωντανές» εμφανίσεις του, αυτή η χρονιά είναι σημαδιακή, καθώς στις 31 Δεκεμβρίου ξεκινά εμφανίσεις στο «Φαληρικόν» της οδού Ηπείρου με τη Μαρινέλλα, τη Γιώτα Λύδια και τον γνωστό διεθνή ποδοσφαιριστή Μίμη Παπαϊωάννου, ο οποίος έκανε ένα «πέρασμα» από το τραγούδι! Θα είναι οι τελευταίες του επί σκηνής, καθώς λίγους μήνες μετά θ’ αποχωρήσει οριστικά από τη νυχτερινή διασκέδαση και θα κρατήσει αυτή τη στάση του ως το τέλος της ζωής του…

Καζαντζίδης και Μαρινέλλα το χειμώνα του ’65 τραγουδούν στην «Τριάνα του Χειλά», ενώ τον Απρίλιο ταξιδεύουν για εμφανίσεις στην Αμερική, μαζί με το θίασο του Κώστα Χατζηχρήστου…

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, παράλληλα με την «έντεχνη» διαδρομή του, εξακολουθεί να κάνει μεγάλες λαϊκές επιτυχίες. Τραγουδά «Στ’ Αποστόλη το κουτούκι» των Καλδάρα-Παπαγιαννοπούλου και «Καρδιά μου μη παραπονιέσαι» του Άκη Πάνου, ο οποίος αρχίζει σιγά-σιγά να μπαίνει δυναμικά στο χώρο και στα επόμενα χρόνια θα δημιουργήσει σπουδαία κι αξέχαστα τραγούδια.

Ο «Σερ» το χειμώνα εμφανίζεται στο «Πλακιώτικο σαλόνι» της οδού Δαιδάλου, έχοντας μαζί του τη λαϊκή ορχήστρα του Μίκη Θεοδωράκη, με τους σολίστες του μπουζουκιού Κώστα Παπαδόπουλο και Λάκη Καρνέζη. Το καλοκαίρι τραγουδά στη «Σπηλιά του Παρασκευά» στην Καστέλα -όπως σχεδόν κάθε χρόνο τη συγκεκριμένη εποχή- μαζί με τη Μάριον Σίβα.

Επιτυχίες και για τον Πάνο Γαβαλά μέσα στο 1965, με κυριότερες τις «Μ’ έκανε η αγάπη σου ξενύχτη», «Πού να γυρνάς», «Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά», «Όσο κι αν πίνω κι αν μεθώ» και μεγαλύτερη την «Δεν πουλάω την καρδιά μου». Είναι η τελευταία του χρονιά στην Columbia, καθώς την επομένη θα ιδρύσει αρχικά με την Πόλυ Πάνου την εταιρεία «Βεντέτα» κι εν συνεχεία μόνος του τη «Σονάτα»…

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος συνεχίζει την επιτυχημένη πορεία του στο λαϊκό τραγούδι με τα πασίγνωστα «Ρίξτε στο γυαλί φαρμάκι», «Δεν υπάρχει για μας χωρισμός», «Κίνδυνος-θάνατος», «Γράμματα μου στέλνεις» και «Η γκρινιάρα»…

Πάντως, η εντυπωσιακότερη “είσοδος” του 1965 πιστώνεται στην 16χρονη Ευαγγελία Κοσμίδου, ή επί το πιο…καλλιτεχνικό, Λίτσα Διαμάντη. Ο Γιώργος Μητσάκης της δίνει τις πασίγνωστες “Συννεφιές” κι έτσι η νεαρή τραγουδίστρια κάνει την πρώτη μεγάλη επιτυχία της μακρόχρονης καριέρας της…

Άλλες λαϊκές επιτυχίες της χρονιάς είναι τα «Στη χειμωνιάτικη βροχή» με τη Γιώτα Λύδια και «Σάπιο σανίδι πάτησα» με τον Σπύρο Ζαγοραίο (δεύτερη εκτέλεση), ενώ αναφέραμε σε άλλο κεφάλαιο τα σπουδαία τραγούδια του είδους που ηχογράφησε το 1965 η Βίκυ Μοσχολιού.

Τα Φεστιβάλ τραγουδιού

Το ελληνικό τραγούδι εξακολουθεί και το 1965 να διακρίνεται στο εξωτερικό. Στις 21 Αυγούστου, η Νίκη Καμπά κερδίζει το δεύτερο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ στο Σοπότ της Πολωνίας με το «Κάθε λιμάνι και καημός» των Κατσαρού-Πυθαγόρα, το οποίο πάντως ήταν ήδη πολύ μεγάλη επιτυχία με τον Πάνο Γαβαλά και τη Ρία Κούρτη.

Την πρώτη ημέρα του Οκτωβρίου, η χώρα μας κατακτά την πρώτη θέση στο έβδομο Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού που γίνεται στη Βαρκελώνη, με το «Μη λες τίποτα» των Ανδρέα Οικονόμου-Φραντζέσκας Ιακωβίδου, που ερμηνεύει η Ζωή Κουρούκλη.

Όσο για το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το «Νέο Κύμα» κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του και μάλιστα ένα τέτοιου ύφους τραγούδι κερδίζει το πρώτο βραβείο. Πρόκειται για το «Ήταν μεγάλη η νύχτα» των Νότη Μαυρουδή-Γιάννη Κακουλίδη, με ερμηνεύτρια τη Σούλα Μπιρμπίλη…

————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here