Την άνοιξη έφερε ο Χαρούλης με την πρεμιέρα του στην Ακτή Πειραιώς…

Γράφει η Ειρήνη Ζαβιτσάνου
Φωτογραφίες: Στάθης Κατάρας

Η ανακοίνωση ότι ο Χαρούλης θα πραγματοποιήσει έξι εμφανίσεις στην Ακτή Πειραιώς μόνο έξαψη, πανικό και ανυπομονησία θα μπορούσε να προκαλέσει. Και χαρά. Και προσμονή και λίγο άγχος για να τρέξουμε να προμηθευτούμε εισιτήριο γιατί ως γνωστόν τα sold out παραμονεύουν σε κάθε εμφάνισή του. Πέρασαν μήνες από το τελευταίο μας αντάμωμα, τον Σεπτέμβρη στο Κατράκειο και εκείνος δεν ξέχασε την υπόσχεση που είχε δώσει τότε: «με το καλό να ξανανταμώσουμε»…

Ήρθε λοιπόν αυτή η ώρα και έτσι βρεθήκαμε στην πρεμιέρα του Γιάννη Χαρούλη. Παρότι φτάσαμε αρκετά νωρίς στην Ακτή Πειραιώς, το κοινό του είχε αρχίσει ήδη να συγκεντρώνεται, να αδημονεί  και να μετρά αντίστροφα τα λεπτά ώσπου να μπορεί να  θωρεί μπροστά του, τον αγαπημένο του ερμηνευτή,  το δικό του κοπέλι.

xaroulis_live_2018_03_001

Η ανάγκη για επικοινωνία και γι αυτό το γλυκό αντάμωμα δεν άφησαν περιθώρια στο νεαρό καλλιτέχνη  να το σκεφτεί παραπάνω, όπως είπε, και έτσι αποφάσισε να πραγματοποιήσει αυτές τις έξι εμφανίσεις. Με ένα εγκάρδιο και ζεστό «καλώς τους», συνοδευόμενο από το χαρακτηριστικό γλυκό χαμόγελό του, άνοιξε την βραδιά  της πρεμιέρας . «Αυτό που μένει είναι να βρισκόμαστε και να προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε» δήλωσε.  Έτσι απλά. Απλά, όμορφα και λιτά όπως ακριβώς και o ίδιος.

Η έναρξη του προγράμματος έγινε με ένα μελωδικό  τραγούδι που λέγεται «Ρυάκια» και έχει γράψει  ο ίδιος. Όπως μας είπε, προλογίζοντάς το, «παρότι φεύγει η ζωή, το μόνο που μένει να κάνουμε είναι να κινούμαστε . Η ζωή είναι ένα τρένο που κινείται και εμείς πρέπει να κάνουμε το ίδιο». «Ρυάκια» από μουσική και στίχους, από αγάπη και μέθη,  που άρχισαν να πλημμυρίζουν τις αισθήσεις μας και να μας προϊδεάζουν για την όμορφη βραδιά που θα ακολουθήσει.

Ο κρητικός ερμηνευτής δεν χρειάστηκε να καταβάλλει απολύτως καμία προσπάθεια να ζεστάνει το κοινό. Ένα κοινό που ήρθε ήδη έτοιμο και ένθερμο, περιμένοντας να αρχίσει η τελετουργία που οδηγεί αποδεδειγμένα -χρόνια τώρα- σε διονυσιακή μέθεξη.


Αφού βυθιστήκαμε στης «λήθης το πηγάδι», απολαμβάνοντας τις «Μαγγανείες», τότε  μας οδήγησε όπως μόνο εκείνος ξέρει, σε ένα γνώριμο δρόμο τα τελευταία χρόνια, που δεν άλλος από του «Λασιθιού τη στράτα», όπου το βάδισμα έγινε γρήγορα χορός και ο Γιάννης σε ένα ιδιαίτερο τέμπο μας ξεσήκωνε με το λαούτο του και την σκηνική του παρουσία. Ιδιαίτερα συγκινητική και συναισθηματικά φορτισμένη η ατμόσφαιρα όταν τραγούδησε το «Έλα πάρε με», αφιερώνοντάς το σε όλους εκείνους που τον ακολουθούν και τον στηρίζουν τα τελευταία 16 χρόνια. Και εκείνος βλέπει ότι ποτέ δεν σταματούν να πληθαίνουν εκείνοι που τον ακολουθούν. Δεν τον ακολουθούν απλώς, τον αγαπάνε γιατί είναι αληθινός, είναι ο δικός τους Γιάννης  που αγγίζει  τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής τους και τις κάνει να χορεύουν πεντοζάλη.

Ακολουθούν στιγμές που αναμένεις, που επιθυμείς να ζήσεις με όλο σου το είναι: Εκεί που το κοπέλι με το καθάριο βλέμμα και το ελαφρώς γερμένο κεφάλι πάνω στο λαούτο του, σε κάνει να χάνεις την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, στιγμές που αρχίζεις να τραμπαλίζεσαι σαν «ακροβάτης» πάνω σε  μουσικές θαρρείς από αλλού φερμένες και πάνω στους «ποιητικούς» στίχους του Δημήτρη Αποστολάκη.

Η αλήθεια είναι, ότι επειδή τον ακολουθώ χρόνια στα live του, μου έδωσε την εντύπωση ότι αυτή τη φορά έχει διαφοροποιήσει κατά κάποιο τρόπο το πρόγραμμά του. Έβαλε δηλαδή μέσα ρεμπέτικο και παραπάνω δόσεις σε παραδοσιακό τραγούδι. Όπως ομολόγησε και ο ίδιος, έχει αρχίσει τον τελευταίο καιρό να ξυπνά το ρεμπέτικο μέσα του και να ασχολείται λίγο παραπάνω με αυτό. Ακούσαμε τη «Γυφτοπούλα», σε μια ιδιαίτερη ενορχήστρωση καθώς και το «έγειραν τα κλωνάρια μου».

Η «ουρά του αλόγου» έκανε την αρχή και τα «συναυλιακά» τραγούδια που μας συντροφεύουν χρόνια στις εμφανίσεις του Γιάννη άρχισαν να διαδέχονται το ένα μετά το άλλο. Εκεί πλέον δεν τραγουδούσαμε αλλά μαθημένοι από τις συναυλίες του, γίναμε όλοι μια μεγάλη παρέα και αγκαλιασμένοι χοροπηδούσαμε και χορεύαμε το «Σου μιλώ και κοκκινίζεις» ,την «Βασιλική» και φυσικά το «Σκουλαρίκι».


Ο Ολλανδός Mark Nieuwenhuis, έπαιζε την τρομπέτα του σε μια μοναδική εισαγωγή στις «Χαραυγιές ξεχνιέμαι» και καθώς τον απολαμβάναμε, παίρναμε και  τις απαραίτητες ανάσες για να συνεχίσουμε στους ίδιους ανεβασμένους ρυθμούς με πριν. Δεν μπορείς να καθίσεις σε live εμφάνιση του Χαρούλη. Είναι αδύνατον, σχεδόν αφύσικο. Θες να σηκωθείς να χορέψεις και να νιώσεις τον παλμό και την ένταση που δημιουργεί αυτό το κοπέλι και έπειτα είναι και το άλλο: δύσκολο να χορτάσεις να τον ακούς ακόμη κι αν τραγουδάει για τέσσερις ώρες σερί χωρίς διάλειμμα. Ποιος άλλος το κάνει; Δεν ξέρω πολλούς…


Το «βοσκαρουδάκι» μας ξεσήκωσε και τα πόδια μας ακολουθούσαν τα κρητικά βήματα, τα οποία αν και δεν έχουμε την τύχη να τα γνωρίζουμε όλοι, έρχονταν από μόνα τους, κατευθύνοντας μας θαρρείς σε κρητικά λημέρια… εκεί μακριά, όπου το αγαπημένο μας «τριανταφυλλάκι» άνθισε ξανά στα χείλη του κρητικού τροβαδούρου, φέρνοντας την άνοιξη  στις καρδιές μας και σκορπώντας ευωδιές από νότες και στίχους.

Ο Χαρούλης φώναξε στην σκηνή τον Αλέκο, που δεν ήταν άλλος από τον Αλέξανδρο Εμμανουηλίδη, με τον οποίο τραγούδησε μαζί το «πρώτος τον λίθον», ένα τραγούδι σε στίχους και μουσική του δεύτερου, ενώ ακολούθησε  «ένα γύρο το φεγγάρι» σε μια πολύ πιο ροκ εκδοχή από ότι ακούγεται συνήθως.


Μετά τον Αλέκο, σειρά είχε ο Κωσταντής. Ο Γιάννης, καθισμένος οκλαδόν στη μέση της σκηνής, έδωσε την σκυτάλη στον Κωσταντή Πιστιόλη ο οποίος με το κλαρίνο του μας μετέφερε στην Ήπειρο και τραγούδησε τα κλασσικά πλέον «για πες μας χάρε» και «Ζαλίζομαι», μετατρέποντας την ατμόσφαιρα σε κάτι παραπάνω από πανηγυρική.

xaroulis_live_2018_03_014

Τα «αγρίμια και αγριμάκια μου», τα αφιέρωσε στους μοναχικούς ανθρώπους για τους οποίους έκανε ιδιαίτερη μνεία, ενώ καθισμένος πάνω σε «αργυρό σκαμνί» δεν δίστασε να γίνει «διάφανος», «τρελός», να μας παρασύρει μαζί του και να παραδοθούμε αμαχητί στα μουσικά του προστάγματα…

Καθώς η νύχτα προχωρούσε, ήρθε η ώρα να  τρυπώσουμε αντάμα στο ερειπωμένο «καπηλειό», το οποίο τραγούδησε a capella και όλοι εμείς, απόλυτα συντονισμένοι, να το τραγουδάμε μαζί του, κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε για μια ακόμη φορά «τι λάθος κάνουμε» και αφήνοντάς μας να απολαύσουμε τον μοναδικό «χειμωνανθό», νιώθοντας ευλογημένοι που μπορούμε να τον γευόμαστε.

Μας μίλησε για το πρόσφατο ταξίδι του στην Αυστραλία και την μοναδική εμπειρία που είχε εκεί, συναντώντας έλληνες μετανάστες και αφιέρωσε στους ξενιτεμένους «το πλοίο θα σαλπάρει». Ενώ δεν παρέλειψε να μας πει ότι στο χωριό του εκείνος έμαθε πώς «τον ξένο άνθρωπο τον φροντίζεις πιότερο από τον δικό σου», στέλνοντας έτσι το δικό του κοινωνικό μήνυμα για τον ρατσισμό.


Πάντα μου άρεσαν τα λόγια που «πέταγε» ο Χαρούλης ανάμεσα στα τραγούδια του και έχω «κρατήσει» πολλά από αυτά. Είναι ο τρόπος που τα εκφράζει και τα μεταδίδει: σαν να συνομιλεί μαζί σου αλλά και σαν να μονολογεί ταυτόχρονα, λέγοντας δυνατά αυτά που απλά σκέφτεται… Σε μια από αυτές τις στιγμές μας συμβούλεψε: «αν έχεις ανθρώπους και φίλους μερακλήδες στη ζωή σου να τους κρατάς». Πόσο δίκιο είχε…

Αναμφισβήτητα από τις πιο ξεχωριστές στιγμές της πρεμιέρας: «…έπαιρνε το λαούτο του και σιγανά επορπάτει…». Η μυσταγωγία έχει ήδη φτάσει στο αποκορύφωμά της.  Εκεί αφήνεσαι να σε παρασύρει με την μοναδική του ερμηνεία. Θες να κλείσεις τα μάτια και να ταξιδέψεις, από την άλλη όμως δεν θες να χάσεις τον Χαρούλη από το οπτικό σου πεδίο όταν τραγουδά τον «ερωτόκριτο», γιατί κάθε φορά που το κάνει είναι μια μοναδική εμπειρία, είναι ένα προνόμιο που δεν θες να χάσεις.

Η όμορφη εκείνη βραδιά έφτασε στο τέλος της με τον Γιάννη να μας αποχαιρετά και να μας εύχεται καλή άνοιξη. Κανείς δεν κουνιόταν από την θέση του, ούτε λόγος να φύγεις… Ο Χαρούλης κάτι χρωστούσε ακόμη… Μετά από απαίτηση του κοινού βγήκε στη σκηνή ξανά για να τραγουδήσουμε όλοι μαζί το «ξενύχτησα στην πόρτα σου», με το οποίο συνηθίζει να κλείνει και τις συναυλίες του αλλά και «τούτο το μήνα».

Το φινάλε γλυκό με ένα απρόσμενο τραγούδι:
«Αφήνω σας καλή νυχτιά λουλούδια του μπαξέ μου και το φεγγάρι έλαμψε, το δρόμο έδειξέ μου»… Με αυτά τα λόγια μας καληνύχτισε και φύγαμε μετά από τέσσερις ολόκληρες ώρες γεμάτες μελωδίες, στίχους και μουσική που προκαλούν ανάταση ψυχής. Φύγαμε με μια υπόσχεση: ότι θα είμαστε εκεί ξανά την επόμενη εβδομάδα…


*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here