ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ
(σε… meeting με τον Θανάση Κρεμασμένο)

Ο Γιάννης Διονυσίου είναι ένας νέος ανερχόμενος τραγουδιστής που μας έρχεται από την Κύπρο. Αν και δραστηριοποιείται αρκετά χρόνια μέσα από διάφορα σχήματα, όπως οι Γιαγιάκω, και το Ηλιοδρόμιο, αλλά και συνεργασίες όπως αυτή με τον Βασίλη Πετρίδη και τους Γκαϊλέ και άλλους, το 2019 ήταν η χρονιά που έκανε ιδιαίτερα αισθητή τη παρουσία του, με δισκογραφικές συμμετοχές και τραγούδια που ήρθαν για να μείνουν.

Αφορμή γι’ αυτή τη κουβέντα στάθηκε μια συμμετοχή στον δίσκο του Φώτη Σιώτα «Τα δεύτερα» αλλά και ένα ταξίδι μου στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο είχα την ευτυχία να παρακολουθήσω το λαϊκό πρόγραμμα στη «Βεντέτα», όπου μέσα από την συνεργασία του με τον δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Γιώργο Γεωργόπουλο, παρουσιάζει ένα εξαιρετικό πρόγραμμα με διαλεκτά λαϊκά τραγούδια άλλων εποχών.

Γιάννη ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Κάνε μας μια αναδρομή στη παιδική σου ηλικία στη Κύπρο και στα πρώτα μουσικά ερεθίσματά σου.
Μεγάλωσα σε ένα χωριό έξω από τη Λευκωσία, Περιστερώνα λέγεται. Από μικρός ασχολήθηκα με τη μουσική, από 5 χρονών ξεκίνησα να παίζω πιάνο, και αργότερα βιολί, και κρουστά ενώ ασχολήθηκα και με την βυζαντινή μουσική. Παρακολούθησα το Μουσικό Σχολείο Λευκωσίας που μόλις είχε ξεκινήσει.

Τελειώνοντας το σχολείο στη Κύπρο, ήρθες για σπουδές στη Θεσσαλονίκη. Πες μου για τις πρώτες σου εμπειρίες εδώ.
Ναι, έρχομαι για σπουδές Ψαλτικής Τέχνης το 2010 στη Θεσσαλονίκη, στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, τις οποίες και ολοκλήρωσα το 2016 και μετά ξεκίνησα κατευθείαν το Μεταπτυχιακό στην Αθήνα, πάλι πάνω στην Ψαλτική, το οποίο ολοκληρώνεται αυτές τις μέρες. Από κει και πέρα έκανα κι άλλα πράγματα, παρακολούθησα κάποια σεμινάρια με το Σπύρο Σακκά, τα οποία με βοήθησαν πάρα πολύ για να καταλάβω και να ξεκλειδώσω μέσα μου κάποια πράγματα που ήξερα εμπειρικά, σε σχέση με τη φωνή, για να μπορώ να τα κωδικοποίησω και σιγά-σιγά να μπω στη διαδικασία να τα μεταδώσω και παρακάτω. Του χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη του Σπύρου για αυτό.

Από ό,τι καταλαβαίνω την περίοδο που έκανες τις σπουδές σου, γνωρίστηκες και με ανθρώπους του τραγουδιού. Ξέρω ότι συνεργάστηκες με διάφορες μπάντες, θες να μας πεις με συντομία αυτό το οδοιπορικό;
Εκεί γύρω στο 2011, με άλλους δύο φίλους, τον Γιάννη Παπαγεωργίου που παίζει κιθάρα και τώρα είναι και αυτός ανερχόμενος τραγουδοποιός και  με τον πολύ καλό μου φίλο μου τον Κώστα Ιακώβου, ο οποίος τώρα ζει στην Κύπρο και παίζει καταπληκτικό μπουζούκι, είχαμε φτιάξει τους Γιαγιάκω και παίζαμε στη Θεσσαλονίκη σε καφενεία, σε ταβέρνες, όπου και ό,τι φανταστείς, μόνο σε τυροπιτάδικο δεν έχουμε παίξει, όπου το ρεπερτόριο ήταν κυρίως λαϊκό τραγούδι που έπιανε μία πολύ μεγάλη γκάμα, από προπολεμικό ρεμπέτικο μέχρι και Καζαντζίδη του 80 και του 70. Κάναμε συνέχεια πρόβες και συναντιόμασταν σχεδόν κάθε μέρα και παίζαμε κι ακούγαμε ξανά και ξανά. Αυτό μας βοήθησε πολύ ως προς το να φτιάξουμε ρεπερτόριο και να μάθουμε τραγούδια τα οποία δεν είχαμε ιδέα ότι υπήρχαν. Ο ένας μάθαινε από τον άλλον ουσιαστικά, και αυτό το κρατήσαμε για περίπου τέσσερα χρόνια.

Το Ηλιοδρόμιο προέκυψε μετά;
Το “Ηλιοδρόμιο” έτρεξε παράλληλα. Γύρω στο 2013, ο Ηλίας ο Σαρηγιαννίδης που έφτιαξε αυτή την μπάντα, με προσέγγισε και μου είπε ότι ψάχνουν ένα τραγουδιστή για το σχήμα και μου ζήτησε να δοκιμάσω. Τότε μάλιστα έπαιζα και βιολί. Έτσι φτιάξαμε ουσιαστικά τον πυρήνα του Ηλιοτρόπιου, κάναμε ένα ντέμο, ηχογραφήθηκε ένα CD και στην πορεία έφυγα από το σχήμα. Ήταν μία περίοδος που έκανα διάφορα πράγματα, είχα και το Πανεπιστήμιο και κάθε μέρα γινόταν και κάτι. Μετά έγινε η συνεργασία με τον Βασίλη τον Πετρίδη, το “Φέρνω τα πέρατα κοντά”. Με τον Βασίλη δεν γνωριζόμασταν, με πήρε ένα τηλέφωνο μέσω κάποιων κοινών γνωστών, μου είπε έχω ένα κομμάτι να δοκιμάσουμε, βεβαίως είπα, το κάναμε και πήγε πάρα πολύ καλά! Και από ότι διάβασα κάπου ψηφίστηκε στα καλύτερα κομμάτια της δεκαετίας.

Είδα ότι έχεις κάνει και εμφάνιση στο θέατρο σε κάποιες μουσικές παραστάσεις…
Ήταν δύο θεατρικές παραστάσεις στο Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος με την ίδια σκηνοθέτιδα την Σοφία Σπυράτου, η οποία βοήθησε πάρα πολύ στο να αντιληφθώ κάποια πράγματα επαγγελματικού περιεχομένου και την ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία που μου είχε δώσει εκείνη την περίοδο. Να είσαι ένας πιτσιρίκος 24 ετών και να παίζεις μία θεατρική παράσταση, χωρίς να έχεις ιδέα από θέατρο, με ονόματα όπως Ζωζώ Σαπουντζάκη, Άκης Σακελλαρίου, Αστέρης Πελτέκης και τραγουδιστές όπως ο Δημήτρης Μπάσης, η Μαριώ, η Γιώτα Νέγκα, η Λιζέτα Καλημέρη, ο Χρήστος Μητρέντζης, σημαντικοί άνθρωποι της μουσικής και του θεάτρου, αυτό το πράγμα σήμαινε πολλά για μένα. Επίσης ήμουν ο Ορφέας στη παράσταση για παιδιά “Ο Ιάσονας και το χρυσόμαλλο Δέρας” που επίσης είχε ανεβάσει η Σοφία Σπυράτου, σε πρωτότυπη μουσική του Νίκου Κυπουργού και κείμενα του Στρατή Πασχάλη. Κι αυτή είναι όλη η θεατρική μου πορεία!

Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με τον σολίστα του μπουζουκιού Γιώργο Γεωργόπουλο;
Με τον Γιώργο γνωριστήκαμε το 2014, λίγο πολύ οι μουσικοί της πόλης γνωρίζονται μεταξύ τους. Είχαμε κάνει τότε μία εμφάνιση μαζί στην Πριγκιπέσσα και από τότε δεν ξανασυνεργαστήκαμε για διάφορους λόγους. Νομίζω πως έφυγε στο εξωτερικό, έφευγε, επέστρεφε και κάποια στιγμή αποφάσισε να αποτραβηχτεί από τα εγχώρια μουσικά δρώμενα και έπαιζε πιο πολύ στο εξωτερικό σε πειραματικά σχήματα.  Βρεθήκαμε το καλοκαίρι του 18 σε μία καλύβα, δεν μιλάω για μαγαζί μιλάω για μία κανονική καλύβα, ένα σπίτι πάνω στο κύμα στο Δέλτα του Αξιού, στην καλύβα του Αλέκου Βαλμά, στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, για ένα γλέντι προς τιμήν του Στέλιου Καζαντζίδη. Θα κάνουμε ένα αφιέρωμα, είπε ο Αλέκος και θα παίξουμε μόνο τραγούδια του Στέλιου. Και παίρνει τηλέφωνο τον Γιώργο και του λέει έλα, θα είναι και ο Διονυσίου, χωρίς να μου πει εμένα τίποτα και μετά παίρνει εμένα και μου λέει έλα θα είναι και ο Γεωργόπουλος!

Σαν προξενιό μου κάνει αυτό…
Ναι, είμαστε λοιπόν όλοι μαζί παρέα και παίζουμε και από τότε μου κόλλησε στο μυαλό ότι κάτι πρέπει να κάνουμε μαζί με τον Γιώργο!  Άλλωστε είχα να τον δω και να τον ακούσω πολύ καιρό. Έτσι έγινε ουσιαστικά το πάντρεμα, συναντηθήκαμε τα είπαμε, ήταν και ο Γιώργος σε μία φάση που και αυτός ήθελε να ξαναβγεί να παίξει, φωνάξαμε και τους άλλους δύο μουσικούς τον Αθηνόδωρο τον Καρκαφίρη στην κιθάρα και τον Δημήτρη Κουμαρίτση στο κοντραμπάσο και έτσι έγινε αυτό το εγχείρημα με τα χρυσά λαϊκά. Παίζαμε κάθε Πέμπτη στην Βεντέτα, αυτό άρεσε στον κόσμο, μας είπαν από το μαγαζί να συνεχίσουμε και φέτος προστέθηκε στην παρέα η Έλσα Μουρατίδου στο τραγούδι, ο Ζωγράφος Σταυρίδης στο ακορντεόν και ανοίξαμε περισσότερο το υπάρχον ρεπερτόριο.

Να έρθουμε τώρα στο δισκογραφικό σου σήμερα. Πρόσφατα είχες συμμετοχή σε δίσκους όπως του Φώτη Σιώτα “Τα δεύτερα” αλλά και τραγούδια που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο είτε ως ανεξάρτητα είτε ως προπομπός της πρώτης δισκογραφικής σου δουλειάς .
Με το Φώτη τον Σιώτα γνωριστήκαμε πάλι μέσω κοινών γνωστών στην πορεία αναπτύχθηκε μία φιλία πολύ ωραία κι έτσι μου πρότεινε να τραγουδήσω στο δίσκο του (συμμετοχή με το τραγούδι: Ο περιττός ο άνθρωπος). Μου είπε ότι έφτιαχνε ένα δίσκο με τον Θοδωρή Γκόνη και βασική ερμηνεύτρια την Ιουλία Καραπατάκη και είπα “επιτέλους η Ιουλία πρέπει να κάνει κάτι να βγει μπροστά” και δέχτηκα βέβαια με πολλή χαρά.

Είπες βέβαια και το “πειρατικό” που όπως είδα, είναι το πρώτο τραγούδι από τον προσωπικό σου δίσκο που θα βγει μέσα στο 2020
Το “πειρατικό” είναι σε στίχους του Κώστα Φασούλα και μουσική του Πέτρου Σατραζάνη. Είναι ένα τραγούδι που δημοσιεύτηκε τον προηγούμενο Μάιο και όντως προέρχεται από τη δουλειά που θα κάνω με αυτούς τους συντελεστές. Ουσιαστικά θα είναι η πρώτη μου ολοκληρωμένη δουλειά η οποία θα κινείται σε δρόμους λαϊκούς.
Επίσης τον Σεπτέμβρη βγήκε το “Θα κοροϊδέψω τον καιρό” που κάναμε με τον Αστέρη Κωνσταντίνου, ένα μεμονωμένο τραγούδι που βγήκε με δικά μας έξοδα.

Όταν σε είχα πρωτοδεί ζωντανά στη Βεντέτα πριν λίγους μήνες σας, σου είχα πει στο τέλος του προγράμματος  “Μπράβο σου γιατί έχεις θάρρος και θράσος, αφού δεν φοβάσαι να αναμετρηθείς με τραγουδιστές επιπέδου Καζαντζίδη, Στράτου Διονυσίου, Αγγελόπουλου”. Πώς πήρες το ρίσκο να αναμετρηθείς με αυτά τα τραγούδια δεν φοβήθηκες;
Δεν το βλέπω σαν αναμέτρηση γιατί αν μπεις στη διαδικασία να πεις, εγώ τι πάω να κάνω τώρα, εφόσον αυτοί είναι οι άρχοντες και οι θεοί, τότε το παιχνίδι το έχεις χάσει πριν καν αρχίσεις να το παίζεις. Εγώ έχω μεγαλώσει με αυτά τα τραγούδια στην Κύπρο, το ραδιόφωνο όταν ήμουν πιτσιρικάς έπαιζε Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Πόλυ Πάνου, Αγγελόπουλο, όλους αυτούς τους λαϊκούς τραγουδιστές και κυρίως τραγούδια του 50 και μετά. Μελέτησα σιγά-σιγά, πιο μεγάλος, τον τρόπο που διαχειρίζονταν τη φωνή τους και προσπάθησα να καταλάβω το κοινωνικό πλαίσιο εκείνης της εποχής, το συγκεκριμένο είδος τραγουδιού, στίχος και μουσική, πώς παντρεύονταν αυτά τα δύο και πώς ερχόταν τελικά ο ερμηνευτής να επιστεγάσει με τη φωνή του και την ερμηνεία του, αυτό το πάντρεμα στίχων και μουσικής. Δεν θεωρώ ότι αυτό το πράγμα θα πρέπει να είναι αναμέτρηση, πρέπει να είναι μία συνέχεια, το παίρνουμε αυτό και το κάνουμε δικό μας, το συνεχίζουμε, το πάμε παρακάτω, όσο γι’ αυτό που είπες πριν για το θράσος, αν δεν έχεις και λίγο θράσος δεν μπορείς να είσαι τραγουδιστής.

Στις ζωντανές σου εμφανίσεις βλέπω μία σκηνοθεσία (με την καλή έννοια το λέω), δηλαδή όποιος σε βλέπει πρώτη φορά νομίζει ότι βρέθηκε με χρονοκάψουλα στη δεκαετία του 60,  λαϊκό μαγαζί, ο τραγουδιστής καθιστός, με αυτό το αρρενωπό στιλ, το μουστάκι και τα λοιπά. Αυτό είναι κάτι που το προσαρμόσεις εσύ να ταιριάξει στην παράσταση;
Ταίριαξε, δεν είναι ότι ήταν κανονισμένο να γίνει αυτό, δεν σκέφτηκα πώς πρέπει να μπω σε ρόλο για να κάνω αυτό το πράγμα Όχι φυσικά!

Τραγουδάς πάντα καθιστός δηλαδή;
Τις περισσότερες φορές ναι, εξαρτάται βέβαια κι από τις συνθήκες του μαγαζιού, στη Βεντέτα ας πούμε, δεν πολυχωράμε να είμαστε όρθιοι, ενώ στον Σταυρό του Νότου θα μπορούσα να ήμουν καθιστός αλλά δεν ήμουν, ήταν και το κλίμα πιο συναυλιακό.

Δεν ξέρω αν το εισπράττεις από τις δημοσιεύσεις και τα social media, αλλά θεωρείσαι ο επόμενος μεγάλος σημαντικός λαϊκός τραγουδιστής…
Δεν ξέρω, δεν αισθάνομαι ένα τέτοιο βάρος η μία τέτοια ευθύνη. Κάνω αυτό που μου αρέσει περισσότερο και προσπαθώ να είμαι όσο περισσότερο αληθινός ή μάλλον όσο λιγότερο ανειλικρινής μπορώ, πάνω στο πάλκο, είτε αυτό είναι λαϊκό πάλκο, είτε συναυλιακό, προσπαθώ να βγάζω όλη μου την αλήθεια προς τα έξω, γιατί τελικά αυτή είναι η ουσία. Αν δεν έχεις Αλήθεια νομίζω δεν μπορείς να πας και πολύ παρακάτω, μετά θα βαρεθείς και εσύ ο ίδιος δηλαδή, να λες ψέματα στον εαυτό σου.

Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου 20 χρόνια μετά; Τι φαντάζεσαι ότι θα είχες κάνει και τι αποδοχή θα είχες; Ποιος θα ήταν ο Διονυσίου, θα είχε κάνει κάποιους δίσκους και θα αφορούσε ένα περιορισμένο κοινό, θα είχε πάει σε μεγαλύτερα ακροατήρια κάνοντας σουξέ που αφορούν περισσότερο κόσμο;
Δεν το σκέφτομαι καθόλου αυτό το πράγμα. Αυτό που έχω πάντα στο μυαλό μου είναι πως ότι και να γίνει στο μέλλον να μην αλλοιωθώ σαν χαρακτήρας και σαν άνθρωπος και να μην παρεκκλίνω από τη βασική μου αρχή, η οποία είναι η ειλικρίνεια και η αλήθεια. Δεν ξέρω αν σου απαντάω ξεκάθαρα…

Μου απαντάς, είναι και αυτό μία πυξίδα!
Δεν μπορώ να σου πω ότι αυτή τη στιγμή σκέφτομαι ότι θέλω να κάνω ας πούμε 15 χρυσούς δίσκους ή να κάνω την τάδε συνεργασία…

Να το ρωτήσω διαφορετικά: Ποιοι νομίζεις πως είναι οι συνοδοιπόροι σου σε αυτό που κάνεις, με Ποιους ανθρώπους θα σκεφτόσουν να συνεργαστείς, έχοντας τη δυνατότητα με κάποιο μαγικό τρόπο, να επιλέξεις εσύ;
Νομίζω ότι αυτοί θα ήταν πολλοί, γιατί τελικά μόνο όταν είμαστε μαζεμένοι όλοι μαζί και σκεφτόμαστε διαφορετικά πράγματα και τα βάζουμε στο τραπέζι και τα συζητάμε, μόνο τότε βγαίνει κάτι το οποίο είναι και αληθινό και ωραίο. Βλέπε τα Δήθεν, την Εκδίκηση της γυφτιάς, όλη αυτή την παρέα. Οι μεγάλοι του λαϊκού τραγουδιού ήταν όλοι μια παρέα, Χιώτης, Καζαντζίδης, Διονυσίου, όλοι ήταν φίλοι και γνωρίζω πως συναντιόντουσαν και όλοι μάθαιναν ο ένας από τον άλλον και αυτό το πράγμα συμβαίνει και στη δική μας τη γενιά.

Ποια είναι αυτή η παρέα; Εγώ επιμένω!
Η παρέα που παίξαμε στο Σταυρό του Νότου, ο Φώτης Σιώτας, η Ιουλία Καραπατάκη, ο Βασίλης ο Προδρόμου.  Και φυσικά έχουμε και μεγαλύτερους ανθρώπους οι οποίοι μας στηρίζουν και μας βοηθούν, όπως η Δήμητρα Γαλάνη ο Σωκράτης Μάλαμας ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, δηλαδή καλλιτέχνες που δεν είναι αμιγώς λαϊκοί αλλά έχουν λαϊκότητα.

Γιάννη σε ευχαριστώ πολύ και σου εύχομαι τα καλύτερα!
Κι εγώ ευχαριστώ γι’ αυτή τη συζήτηση…

———————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του MusicCorner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here