Στην τέταρτη μέρα του Release, απολαμβάνοντας Νew Order, Johnny Marr αλλά και Morcheeba, Fontaines D.C. & Ta Toy Boy…

Γράφει η Τζίνα Παπαμιχαήλ
Φωτογραφίες: Στάθης Κατάρας

H Πλατεία Νερού πλημμύρισε με New Wave και Post Punk ήχους. Ένα χρονικό πέρασμα από τους Joy Division και τους Smiths, στους Johnny Marr & New Order, αποδεικνύοντας πως η καλλιτεχνική πορεία και η εξέλιξη δεν ανακόπτεται από τον χρόνο…

Κυριακή 16 Ιουνίου και το Release «άνοιξε» για τέταρτη φορά τις πύλες του, υποδεχόμενο αυτή την φορά τους πρωτοπόρους εμπνευστές της μετέπειτα Manchester scene, Johnny Marr από τους θρυλικούς “The Smiths” και φυσικά τους “Νew Order”. Aνάμεσά τους, εμφανίστηκαν την ζεστή αυτή μέρα, οι Λονδρέζοι “Morcheeba” και οι Ιρλανδοί “Fontaines D.C.”  που σκόρπισαν δροσερές μελωδίες, σε όλους όσους είχαν δώσει ένα ακόμη καλοκαιρινό ραντεβού, στην Πλατεία Νερού.

Ο ήλιος καυτός και οι πόρτες άνοιξαν στις 17.00. Οι λίγοι και γενναίοι που κατέφτασαν εκείνη την ώρα προτίμησαν να ξαποστάσουν στον ίσκιο κάτω από το ηχοληπτικό και μπροστά από τα διάφορα κιόσκια…

Πρώτοι που εμφανίστηκαν στη σκηνή ήταν οι Ta Toy Boy, ένα τριμελές εγχώριο γκρουπ με indie pop χαρακτήρα και καταβολές από τα mid 90s της βρετανικής σκηνής. Ιδανικό άνοιγμα για την τέταρτη μέρα του Release, που μουσικά ήταν εναρμονισμένο με τον χαρακτήρα της βραδιάς που θα ακολουθούσε. Ωστόσο η ζέστη δε βοήθησε ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη μπάντα καθώς λίγοι ήταν οι τολμηροί που στάθηκαν μπροστά στη σκηνή για να τους θαυμάσουν.

Αντίθετα οι αμέσως επόμενοι που πήραν την σκυτάλη, οι ιρλανδοί Fontaines D.C., έκαναν το κοινό να αφήσει κατά μέρος τις μπύρες και να στηθεί γύρω από την σκηνή για να απολαύσει τη νεοσύστατη μπάντα από το Δουβλίνο που έκανε το ντεμπούτο της μόλις πριν από μερικούς μήνες με το άλμπουμ “Dogrel”. Αξιόλογη μπάντα με δυνατά riffs και punk επιρροές. Φαίνεται πως ήδη έχουν αποκτήσει κοινό στην χώρα μας και μάλιστα φανατικό.

Στις 19.30 κι ενώ ο ήλιος ακόμη έκαιγε, βγήκαν στη σκηνή οι “Morcheeba” με την Skye Edwards να κλέβει τις εντυπώσεις. Ο κόσμος ήταν λιγοστός και δεν είχε συγκεντρωθεί ακόμη όλος γύρω από τη σκηνή, καθώς κάποιοι προτίμησαν να μείνουν για λίγο παραπάνω στη σκιά. Η τραγουδίστρια χαιρέτησε το κοινό και σχολίασε με τη σειρά της τον ζεστό καιρό της Αθήνας, ενώ τα πρώτα tunes από το Never Undo άρχισαν να ακούγονται και εκείνη επιδόθηκε σε χαλαρές χορευτικές κινήσεις. Το συγκρότημα από το Λονδίνο που στα mid 90s κατάφερε να συνδυάσει και να αναμίξει με επιτυχία, το rock με το trip hop και το downtempo και να φτάσει με δυο ξεχωριστά άλμπουμ στο Βρετανικό top ten, βρέθηκε στην Αθήνα να μας παρουσιάζει μέσα σε ένα γεμάτο σαραντάλεπο αρκετά από τα κομμάτια τους που σιγοτραγουδάμε ακόμη μέχρι σήμερα.

Απλή και σε chill mode η Skye, τράβηξε τα βλέμματα, τόσο με την εμφάνισή της όσο και με το attitude που την διακατείχε. Η φωνή της μοναδική και οι νωχελικές κινήσεις των χεριών της, προσέδιδαν έναν αιθέριο χαρακτήρα στην σκηνική της παρουσία. Χρειάστηκε ωστόσο να σκουπίσει αρκετές φορές τον ιδρώτα της κατά τη διάρκεια της performance της, φτάνοντας μόλις στο τρίτο τραγούδι, το Never an easy way, από τον πρώτο άλμπουμ, όπου ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά να συγκεντρώνεται λίγο παραπάνω και οι “Morcheeba” σιγά σιγά να παίρνουν τα πάνω τους.

O Ross Godfrey, συνιδρυτής της μπάντας και μουσικοσυνθέτης εκτός από πολυοργανίστας έπαιζε σε χαλαρούς funk ρυθμούς τα περισσότερα κομμάτια, αλλάζοντας πολύ συχνά μοντέλα κιθάρας και τεχνικές. Ανάμεσα στα κομμάτια που έπαιξαν ήταν τα πασίγνωστα “Otherwise”, “Blaze Away” και “Blindfold”.  Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν γενικά «χλιαρή». Και οι ίδιοι βέβαια αν και αξιοπρεπέστατοι, βρίσκονταν σε μια ηχητική μονοτονία και χαλαρότητα ίσως λίγο πέραν του δέοντος και απ΄ότι προστάζει η φύση του trip hop. Εντύπωση έκαναν τα covers του “Let’s Dance” του αγαπημένου David Bowie, όπου η Skye άδραξε την ευκαιρία να μας δείξει τα τακούνια της καθώς και το “Summertime” του Gershwin με σόλο δικό της, τα οποία απέδωσε με πολύ ωραίο τρόπο. Μάλιστα λίγο πιο πριν στο “Let me See” έβαλε το κοινό να συμμετέχει και να τραγουδάει τον στίχο: “Let me see…” και “Let me know…” εναλλάξ. Αυτό προσέθεσε μια ευχάριστη νότα και ξεμούδιασε κάπως τον κόσμο, όμως τα σχόλια μετά το τέλος της εμφάνισής τους, ήταν διφορούμενα. Σε κάποιους άρεσαν, ενώ αρκετοί ήταν εκείνοι που τους χαρακτήρισαν έως και πολύ μέτριους. Προσωπικά βιαζόμουν να ολοκληρώσουν το act αλλά ίσως επειδή μουσικά δεν είναι και το αγαπημένο μου είδος…

Η έκπληξη ήρθε πραγματικά στις 21.00 όταν ο Johnny Marr, μέλος της ιστορικής μπάντας των 80s από το Manchester, των The Smiths άρπαξε την κιθάρα του και με το που ακούστηκαν οι πρώτες νότες από το “Tracers”, ο ίδιος καταχειροκροτήθηκε από το κοινό που είχε πια μαζευτεί για τα καλά γύρω από τη σκηνή και αποτέλεσε την έκπληξη της βραδιάς, αφού μπορώ να πω πως έκλεψε την παράσταση ακόμη και από τους headliners New Order!

Ο ήλιος είχε πλέον δύσει και η ατμόσφαιρα άρχισε να ηλεκτρίζεται έντονα με new wave διάθεση. Το δεύτερο κομμάτι που ακολούθησε ήταν το “Big Mouth Strikes again”, επενδυμένο από δυνατά και ρυθμικά ντραμς, καθαρά άψογα φωνητικά, μπάσο που ξεχώριζε με τη δυναμική του και μια απόδοση του κομματιού στην εντέλεια. Ο κόσμος άρχιζε να τραγουδάει δυνατά και να χορεύει και ο παλμός, είχε ήδη δοθεί κιόλας από το δεύτερο κομμάτι. Πολύ συγκινητική η παρουσία του Marr, μας θύμισε πολλές στιγμές από το απώτερο παρελθόν των 80ς και του συγκεκριμένου μουσικού ρεύματος και φυσικά των θρυλικών Smiths. Eδω οφείλω να πω πως ήταν τόσο έντονη η παρουσία του Marr και τόσο άριστα δεμένο το set, που δεν είχα χρόνο να σκεφτώ τον Morrissey. Για ακόμη μια φορά ο Marr επιβεβαιώνει ως ζωντανό παράδειγμα, πως μια μπάντα δεν περιορίζεται πάντα στον frontman της όσο χαρισματικός κι αν είναι αυτός, αλλά βασίζεται κατά πολύ και στους ταλαντούχους μουσικούς που την απαρτίζουν.

Ακούσαμε πολλά δυνατά κομμάτια από την προσωπική δουλειά του καλλιτέχνη, ανάμεσά τους τα “Day in Day out”, “New Dominations” το οποίο ξεκίνησε με ένα πολύ δυναμικό σόλο στα drums και το υπέροχο “Easy Money”. Εμβόλιμα ακούστηκαν αρκετές από τις επιτυχίες των Smiths ανάμεσα τους, το “Last Night I dreamed that Somebody Loved me” και  το “How Soon is Now?”. Ο Marr φαίνεται πως έχει αρκετούς φανς στην χώρα μας καθώς πολλοί ήταν εκείνοι που σιγοψιθύριζαν στίχους από την προσωπική του δουλειά και εκείνος φάνηκε να ανταποκρίνεται στο θερμό κάλεσμά τους. Ευχάριστο pick της βραδιάς ήταν όταν ο Marr κάλεσε στη σκηνή τον «φίλο» του Bernard Sumner από τους New Order και τραγούδησαν μαζί το “Get the Message”. Πολύ δυνατή η στιγμή, καθώς στη σκηνή συνυπήρξαν δυο από τα μεγαλύτερα ονόματα που εκπροσώπησαν το new wave και post punk και άσκησαν μεγάλη επιρροή στην μετέπειτα ανάπτυξη και δημιουργία της μουσικής σκηνής του Manchester. Οι δυο τους μάλιστα είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν για την παραγωγή των Electronic, το 1989 (αλήθεια το ξέρατε;)

Μια ακόμη εντυπωσιακή στιγμή στην βραδιά, ήταν η διασκευή του τραγουδιού των Depeche Mode, “I feel you” στο οποίο ο Marr, ξεδίπλωσε το αστείρευτο κιθαριστικό ταλέντο του. Τελευταίο κομμάτι με το οποίο έκλεισε ήταν το μοναδικό “There is a Light that never Goes Out”… Απλά υπέροχο, με τον κόσμο να τραγουδάει με όλη την ψυχή του και ιδανικό για να υποδεχτεί λίγο αργότερα τους New Order οι οποίοι έκαναν μια μοναδική είσοδο με ένα κομμάτι από Wagner “Das Rheingold: Vorspiel” το οποίο είχαν επενδύσει με μοναδικές εικόνες video από το Βερολίνο και την πτώση του Τείχους, 30 χρόνια πριν.

Οι New Order λοιπόν, που τελευταία φορά τους είχαμε δει στην χώρα μας ήταν στα πλαίσια του EJEKT το 2006, αυτή τη φορά προσέφεραν στο ακροατήριό τους μια μοναδική εμφάνιση που διανθίστηκε από ένα ειδικό αφιέρωμα στους Joy Division στα πλαίσια της επετείου των 40 χρόνων από την κυκλοφορία του άλμπουμ “Unknown Pleasures”.

Προσωπικά πιστεύω πως σαν συνολική εμφάνιση δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες των περισσότερων, γιατί ενώ ήταν φιλότιμη η προσπάθεια του όλου στησίματος του set και των video που διάνθιζαν την εμφάνισή τους, θεωρώ πως η φωνή του Bernard έχανε κατά πολύ ακόμα και σε δικά τους κομμάτια. Το “True Faith” για παράδειγμα δεν ακούστηκε όπως θα πρεπε.

Επίσης τα κομμάτια από Joy που έπαιξαν όπως το “She’s lost Control”, “Shadowplay” και “Transmission” μου φάνηκαν λίγο πρόχειρα διασκευασμένα, ίσως θα προτιμούσα να μην τα ακούσω καν και ειδικά από μια μπάντα που έχει επηρεαστεί τόσο πολύ η καριέρα της από τους Joy και που ο Sumner υπήρξε ιδρυτικό μέλος της. Θα περίμενε δηλαδή κανείς πιο «μεστές» τις συγκεκριμένες διασκευές. Η ανταπόκριση βέβαια του κόσμου ήταν δυναμική, αφού δε σταματούσαν να τραγουδούν στίχους από τα συγκεκριμένα τραγούδια. Αρκετοί ήταν εκείνοι που είχαν έρθει με μπλουζάκια από Joy δίνοντας ένα ιδιαίτερο χρώμα στη συγκεκριμένη βραδιά. Αντίθετα οι New Order στα πιο electro-synth κομμάτια τους ήταν πραγματικά άρτιοι και δε θα μπορούσα να τους αδικήσω. Το κοινό δε σταμάτησε κυριολεκτικά να χορεύει. Οι περισσότεροι “πάρταραν” κυριολεκτικά με την ψυχή τους. Παρ’ όλα αυτά δεν έγινε κάποιο μεγάλο pick στη βραδιά, παρότι έπαιξαν γνωστές τους επιτυχίες, όπως το “Blue Monday” και φυσικά το “Temptation”.

Τελευταία τραγούδια για encore τα “Atmosphere” και “Love will tear us apart” που έκλεισαν και τη συναυλία κάτω από συγκινητικό σύνθημα “Joy Division For Ever” και τον Ian Curtis στο background…

 

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του MusicCorner.gr…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here