«Βάστα», είπαμε στην καρδιά μας, με τον Γιάννη Χαρούλη στο Θέατρο Βράχων…

Γράφει η Ειρήνη Ζαβιτσάνου
Φωτογραφίες: Στάθης Κατάρας

Μέσα Ιούνη σχεδόν, υποτίθεται ότι το καλοκαίρι έχει ξεκινήσει. Όχι όμως για όλους… για κάποιους το καλοκαίρι ξεκινά «επίσημα» …όταν ο Γιάννης Χαρούλης κάνει την πρώτη του συναυλία!

Κι αν ο καιρός έκανε τα δικά του τερτίπια, η μπόρα της 11ης Ιουνίου δεν ήταν παρά μόνο μια 24ωρη παράταση που μας έκανε να ποθούμε περισσότερο αυτή τη συναυλία. Το δικό μας καλοκαίρι λοιπόν, ξεκίνησε στις 12 Ιουνίου στο Θέατρο Βράχων. Εδώ αποχαιρέτησε ο Γιάννης το συναυλιακό κοινό της Αθήνας, τον Σεπτέμβρη του 2018 και εδώ το ξανασυναντά μερικούς μήνες αργότερα.

Μια αντάμωση που την περιμέναμε ολάκερο το χειμώνα, μια αντάμωση που αδημονούσαμε να πραγματοποιηθεί καθώς είμαστε από πριν υποψιασμένοι τι είναι ικανή να μας προσφέρει. Ή μήπως όχι ακριβώς; Το μόνο σίγουρο, ότι ο Χαρούλης μας έλειψε όλο αυτό το διάστημα και θέλαμε οπωσδήποτε μια γερή δόση από τα πολυαγαπημένα του τραγούδια για να νιώσουμε ότι η καθημερινότητα μπορεί να περιέχει και κάποιες πολύ ξεχωριστές και όμορφες παρεκκλίσεις ως αντίδοτο στην ασχήμια των καιρών.

Υπάρχει ο κίνδυνος να φανώ γραφική, αλλά όταν μιλάμε για τον Χαρούλη, είναι πολύ λεπτά τα όρια μεταξύ της πραγματικότητας και της ονειροπόλησης, μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας. Θεωρώ άδικο, τρόπο τινά, να σταθώ μόνο στην περιγραφή της συναυλίας καθώς κάθε συναυλία του Γιάννη είναι πολλά περισσότερα και πολλά παραπάνω από μια απλή έξοδο για ψυχαγωγία. Όσοι έχουν πάει το γνωρίζουν καλά. Είναι εκεί που το κοπέλι υψώνει το ποτήρι με τη ρακή και με το «εβίβες» σε κερνά απόσταγμα από την καθάρια και όμορφη ψυχή του, στάλες από τις μελωδίες και τους στίχους που κατακλύζουν τα μέσα σου και σε ξεδιψούν.

Το ρεπερτόριο της βραδιάς περιείχε τόσο τραγούδια από τα …παλιά αλλά και κάποιες εκπλήξεις. Έτσι, εκτός από τραγούδια του Θανάση Παπακωσταντίνου, Σωκράτη Μάλαμα και Νικόμα Άσιμου, που πας προϊδεασμένος ότι θα ακούσεις, ακούστηκαν και κάποια όχι και τόσο γνωστά όπως «Το Λευτεριώ» και «Το τραγούδι του γύφτου». Κυκλοφόρησε μόλις λίγες μέρες πριν αλλά έχει ήδη αγαπηθεί και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει από την εν λόγω συναυλία. Ο λόγος για το «Βάστα», τραγούδι που αποτελεί προπομπό του επερχόμενου δίσκου του Γιάννη Χαρούλη, ένα δυνατό κομμάτι σε στίχους και μουσική του Στέλιου Σιγανού.

Σαν «ακροβάτης», που τραμπαλίζεται πάνω στη σκηνή καθώς το σώμα υποτάσσεται και οι λέξεις θαρρείς κι αγιάζουν αλλά και σαν «τρελός» να μας κουζουλαίνει και να μας παρασέρνει στο τέμπο των τραγουδιών και της μουσικής του, ο κρητικός ερμηνευτής, αγκαλιά με το λαούτο, με εκείνο το μειλίχιο ύφος που τον χαρακτηρίζει και φορώντας το πιο γλυκό του χαμόγελο, μας προτείνει μια βόλτα στην πατρίδα του, στην γνώριμη πλέον στράτα του Λασιθιού που διάβαινε για πολλά χρόνια ως «βοσκαρουδάκι» αμούστακο…

Τα «συναυλιακά» τραγούδια είχαν σειρά. Η καταπληκτική ορχήστρα και ο Γιάννης «πρωτεργάτης», είχαν γίνει ένα με το κοινό που τραγουδούσε, χοροπηδούσε, χόρευε, ζητωκραύγαζε, έμοιαζε εκστασιασμένο καθώς η «Βασιλική», «Η ουρά του αλόγου» , «Το σκουλαρίκι», ακολουθούσαν το ένα μετά το άλλο. Για μερικές απαραίτητες ανάσες, ο Κωσταντής -που έχει το δικό του φανατικό κοινό και από ότι φαίνεται σε κάθε συναυλία γίνεται όλο και περισσότερο– πήρε την σκυτάλη και έπαιξε έναν ηπειρώτικο σκοπό.

Και έπειτα, σαν τον παφλασμό των κυμάτων, σκέψεις και θύμησες, λησμονημένα και «μαλαματένια λόγια» και «μαγγανείες», έρχονται να μας υπενθυμίσουν πως ότι χθες περίσσευε, αύριο δεν θα φτάνει, μπλέκοντας ένα γαϊτανάκι με τα «Ξωτικά» του Μάλαμα να ερμηνεύονται μοναδικά από τον Γιάννη. Η βραδιά συνεχίζεται και όλα συμβάλλουν με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο, ώστε να την κάνουν μαγική. Είναι η ανοιχτοσύνη που πλέον συναντάς δύσκολα στους ανθρώπους σήμερα, αλλά εδώ υπάρχει σε αφθονία, είναι το φεγγάρι που θαρρείς και σε κοιτάζει σαν μεγάλο παράπονο και παίζει το δικό του παιχνίδι με τα σύννεφα και όταν έρχεται εκείνη η θλιμμένη χαραυγή εσύ μένεις να αναρωτιέσαι «τι λάθος κάνω»… Είναι που καμιά φορά ο πηγαιμός σε κουράζει και η αναζήτηση σε σπρώχνει στης «λήθης το πηγάδι», από όπου ακούγεται σαν απόηχος το «έλα πάρε με» για να σου υπενθυμίσει ότι μπορείς να δώσεις στα όνειρα φτερά.

Κάθε στιγμή της συναυλίας μοναδική, ωστόσο δεν θα μπορούσαμε να μη ξεχωρίσουμε τούτη: ο Γιάννης μένει μόνος πάνω στη σκηνή, ζητά από τους τεχνικούς να χαμηλώσουν τα φώτα, μας λέει να κάνουμε ησυχία και μας μεταφέρει σε μια οδό που όλοι πρέπει να διαβαίνουμε πότε πότε ή μάλλον καλύτερα σε μια οδό που θα έπρεπε να μένουμε: στην οδό Ονείρων, εκεί που όλος ο συναυλιακός χώρος φωτιζόταν -δυστυχώς- με τα κινητά και όχι με αναπτήρες, όπως παλιά… Εκεί που η συγκίνηση ήταν κάτι παραπάνω από έκδηλη και όλο το κοινό τραγουδούσε μαζί του…

Και ακολουθεί κι άλλη σκηνή φτάνοντας τη μυσταγωγία στο αποκορύφωμά της: «κι έπαιρνε το λαούτο του και σιγανά επορπάτει»… Η ώρα του «Ερωτόκριτου» είχε φτάσει. Πάντα δακρύζω σε αυτό το τραγούδι -και δεν είμαι η μόνη διαπιστώνω κοιτώντας γύρω μου- πάντα νιώθω έντονη την ανάγκη να κλείσω τα μάτια και να αφεθώ. Τα βλέφαρα όμως δεν μου κάνουν την χάρη καθώς η εικόνα του Χαρούλη να ερμηνεύει τον «Ερωτόκριτο» είναι κάτι που η μνήμη επιβάλλεται να απαθανατίσει και να πάρει μαζί της φεύγοντας.

Κάθε αντάμωμα με τον Γιάννη, είναι σαν να βλέπεις ηλιοβασίλεμα και ανατολή μαζί, είναι σαν να συρρικνώνεται ο κόσμος και όλη η πλάση να είναι αδύνατον να χωρέσει την ομορφιά και το μεγαλείο που απλώνεται μπροστά σου και εσύ να στέκεις εκεί, νιώθοντας ευλογημένος που μπορείς ακόμη να βιώνεις τόσο έντονα και δυνατά συναισθήματα…
Πώς να αποδεχτείς ότι θα τελειώσει μια συναυλία του Χαρούλη και της μοναδικής ορχήστρας του; Όσες ώρες και να μείνουν να παίζουν δεν τους χορταίνεις, πάντα θα θέλεις το λίγο ακόμα, το λίγο παραπάνω, το άλλο ένα τραγούδι. Ο Γιάννης λοιπόν, το κατέχει τούτο καλά γι’ αυτό και σαν «τίγρη» όρμησε ξανά στη σκηνή, πήρε το μικρόφωνο και μας χάρισε μερικά ακόμη τραγούδια στο ανκόρ.

Δύο υπέροχες βραδιές στο Θέατρο βράχων σηματοδότησαν την αρχή του φετινού «δικού» μας καλοκαιριού. Και μπορεί τα πόδια μας να πονάνε ακόμη και να φύγαμε καταϊδρωμένοι από το χορό που στήσαμε εκεί στη σκιά των βράχων, αλλά η ανταμοιβή μας άξιζε τον «κόπο». Αυτό το κοπέλι όλοι το αγαπάμε λίγο παραπάνω, γιατί είναι τόσα αυτά που αφήνει ή (και) σου δίνει ο Χαρούλης σε μια συναυλία που δυσκολεύεσαι λίγο να τα εκφράσεις. Άλλωστε , δεν χρειάζεται να τα περιγράφουμε όλα με λέξεις. Η ψυχή έχει τους δικούς της κώδικες και τα αντιλαμβάνεται καλύτερα…

 

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του MusicCorner.gr…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here