Ο Γιάννης Παπαγεωργίου στο Music Corner!

Συνέντευξη στην Μάρω Παναγή
Φωτογραφίες: Ματίνα Φουντούλη

Πριν από ενάμιση χρόνο κυκλοφόρησε ο πρώτος του προσωπικός δίσκος με τίτλο «Από τη σιωπή στη σιωπή» και ήδη κάποια κομμάτια έχουν γίνει αγαπημένα μας. Ο Γιάννης Παπαγεωργίου μεγάλωσε στην Κατερίνη, από μικρός έπαιζε μουσική και στην εφηβεία έγραψε τα πρώτα του κομμάτια. Έχει συνεργαστεί με σπουδαίους μουσικούς, όπως ο Ορφέας Περίδης, ο Δημήτρης Μυστακίδης, ο Μανώλης Πάππος, έχει υπάρξει μέλος διάφορων συγκροτημέτων όπως οι ΤέΤΡΙΣ, ενώ η μεγάλη του αγάπη είναι τα ρεμπέτικα και η λαϊκή κιθάρα.

Τον συνάντησα για έναν απογευματινό καφέ και μια απολαυστική κουβέντα στο Foyer d’Athènes. Μιλήσαμε για την εφηβεία του, την τραγουδοποιία, τη μουσική σα πολυδιάστατη διαδικασία και πολλά άλλα, ήρθαν στο νου αναμνήσεις και τρελά όνειρα… Είναι ένας φρέσκος καλλιτέχνης, μιλάει ωραία και συγκροτημένα, βγάζει τον ψυχισμό του ακέραιο στους στίχους και τις μελωδίες του. Είμαι σίγουρη ότι θα μας απασχολεί για καιρό ακόμα..!

  • Επόμενο ραντεβού στο live του στον Αστερίσκο την Πέμπτη 26 Σεπτέμβρη!

Πότε είχες την πρώτη σου επαφή με τη μουσική;
Ξεκίνησα το πρώτο μάθημα πιάνου, είχα δηλαδή την πρώτη μου επαφή σε επίπεδο συστηματικής μελέτης, 4,5  χρονών γιατί ζήλευα τον αδερφό μου που έκανε ήδη και ήθελα και εγώ να αρχίσω.  Από μικρός θυμάμαι κουνιόμουνα με κασέτες, βιντεοκασέτες, βιντεοσκοπημένες συναυλίες του Παπάζογλου, του Νταλάρα, του Θεοδωράκη. Έκανα κλασικό πιάνο, δεν ήμουν πάρα πολύ καλός μαθητής αλλά άρχισα να παίρνω κάποια βιβλία μουσικής από τον Νάκα με ταμπλατούρες και έτσι άρχισα να το μοιράζω. Μετά άρχισα να τραγουδάω κι όλας… Το διοχέτευα, από τη μία είχα το κλασικό που μου έδωσε πολλά και μετέπειτα συνειδητά και ασυνείδητα,  από την άλλη εξωτερικευόταν όλο αυτό παίζοντας τραγούδια  σιγά σιγά με παρέες, σε σχολικές γιορτές… Μετά έπιασα την κιθάρα στα 14 και άρχισα να γράφω και κάποια τραγούδια.  Δεν ήξερα τι είναι αυτό, γιατί γράφω τραγούδια. Μέχρι τα 18 είχα γράψει αρκετά και αυτό άρχισε σιγά σιγά να παίρνει την τροπή του.  Μπήκα στο πανεπιστήμιο και σπούδασα μουσική. Δεν ήξερα, ούτε και τώρα ξέρω βασικά, τι θα κάνω στη ζωή μου. Συνέχεια εξελίσσεται αυτό, εκ παραδρομής προκύπτουν όλα. Άμα πας με ανοιχτά τα μάτια σου και την καρδιά σου βρίσκεις και άλλες διεξόδους.

Πάντως από τα πέντε σου μάλλον κάτι μέσα σου είχε αποφασίσει ότι θα ακολουθήσεις τη μουσική.
Εμένα μου άρεσε πολύ η έκθεση στον κόσμο… ψωνάρα! (γέλια) Τετάρτη Δημοτικού ας πούμε, σε μία εκδήλωση με ποιήματα που ντρέπονταν όλα τα παιδάκια, εμένα μου άρεσε. Επικοινωνείς αλλιώς με τη μουσική.

Τι θέμα είχαν τα πρώτα σου εφηβικά τραγούδια;
Κυρίως ερωτικά ήταν. Έχω αρκετά τραγούδια στο συρτάρι μου. Δεν θα έπαιζα όλα αυτά που έχω γράψει, παρόλ’ αυτά είναι όλα σκαλοπάτια, όχι απαραίτητα προς τα πάνω, μπορεί και προς τα κάτω. Είναι όλα μία αλυσίδα, ένα ντόμινο που σε οδηγούν, αντικατοπτρίζουν τη μουσική που άκουγες, τις παρέες που είχες…

…θέλω να ασχολούμαι με τη μουσική και με όλο της τον περίγυρο, όπως για παράδειγμα κάνοντας μαθήματα, να παίζω έχοντας ως προτεραιότητα τα δικά μου πράγματα. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις… έχει την επισφάλεια του. Πληρώνεις αυτό το πράγμα αλλά κερδίζεις με το γεγονός ότι είναι η πιο ωραία δουλειά.

Γιατί είπες πριν πως ακόμα δεν ξέρεις τι θέλεις να κάνεις; Δεν νομίζεις ότι η μουσική σου πορεία είναι πια σαφής;
Βιοποριστικά δεν μπορώ να πω ότι ξέρω ότι θα ζήσω από αυτό. Θέλω να ασχολούμαι με τη μουσική και με όλο της τον περίγυρο, όπως για παράδειγμα κάνοντας μαθήματα, να παίζω έχοντας ως προτεραιότητα τα δικά μου πράγματα. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις… έχει την επισφάλεια του. Πληρώνεις αυτό το πράγμα αλλά κερδίζεις με το γεγονός ότι είναι η πιο ωραία δουλειά. Δεν θα μπορούσες χωρίς αυτήν.

Γιατί για σένα είναι η πιο ωραία δουλειά;
Εκ του αποτελέσματος, γιατί θέλεις να πηγαίνεις και να παίζεις. Άμα ακυρώνεται το live στενοχωριέσαι, πέρα από το οικονομικό. Είναι ωραία γιατί έχω την τύχη και την επιλογή να παίζω με φίλους και αγαπημένους ανθρώπους, να συνεννοούμαστε, να παίζουμε τα τραγούδια που μας αρέσουν, να κάνουμε εμείς την επιλογή, να βάζουμε εμείς τα όριά μας, να μην μπαίνουν τα όρια ηθελημένα ή άθελα από άλλους. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Επειδή είμαι στη μουσική και στο χώρο ξέρω πολλούς ανθρώπους  που μπορεί να δουλεύουν κάπου και να παίζουν πράγματα που να μη θέλουν. Σε οποιοδήποτε επάγγελμα συμβαίνει αυτό. Προφανώς στη μουσική δεν είναι όλα ρόδινα και …συγχορδίες ματζόρε, έχει και ντιμινουίτες!

Την Πέμπτη 19/9 σε είδαμε στην Τεχνόπολη στην επετειακή συναυλία «Ξανά 1999» με άλλους 18 καλλιτέχνες. Πώς ήταν η εμπειρία του να είσαι στη σκηνή δίπλα σε ανθρώπους που άκουγες όταν ήσουν μικρός;
Αυτή την κουβέντα την έκανα και πίσω με κάποιους τραγουδιστές που συμμετείχαν. Είναι πολύ ωραίο, ενώνονται δύο κόσμοι σε μια τέτοια συναυλία. Διοργανώθηκε με μια ωραία θεματική γύρω από τα 20 χρόνια Τεχνόπολης και έγινε αφιέρωμα στα τραγούδια που δισκογραφήθηκαν εκείνη τη χρονιά. Μου πρότεινε ο Χρήστος Παπαμιχάλης, που είχε την  καλλιτεχνική επιμέλεια, να συμμετέχω και εγώ. Το χαρακτηριστικό ήταν ότι είχε ανθρώπους που ήταν πρωταγωνιστές τότε και είχε και κάποιους νεότερους, ανάμεσά τους και εγώ, που συμμετείχαμε με κάποια ντουέτα. Είχε αυτή την έκπληξη και τη διάδραση. Αποδεικνύει και την κίνηση ότι εξελίσσεται η μουσική, ότι όλο γυρνάει.

Τι σημαίνει αυτή η δεκαετία του ‘90 για ‘σένα, όπου πραγματικά έγινε ένα μεγάλο  μουσικό «μπαμ»;
Εκρήξεις γίνονται συνέχεια, βγαίνουν πάρα πολλά τραγούδια. Άλλοι λένε ότι δεν βγαίνουν πια καινούργια τραγούδια, αλλά για κάθε εποχή μπορείς να πεις και το ένα και το άλλο. Για μένα αυτά τα τραγούδια είναι σαν να υπήρχαν από πάντα κάπως. Εγώ είμαι του ‘89 και τραγούδια που βγαίναν το ‘95 τα άκουγα εκ παραδρομής. Μετά, όμως, απορούσα με κάποια τραγούδια πώς ήταν ήδη πολύ γνωστά, ενώ ήταν μόνο πέντε χρόνια στη δισκογραφία. Νόμιζες ότι υπήρχαν από πάντα, γιατί είχαν μπει στο σπίτι σου τόσο αβίαστα και έλεγες «δεν μπορεί να είναι μόνο πέντε χρονών». Αυτό είναι το περίεργο και το σκεφτόμουν και τώρα σε σχέση με τη συναυλία.

…ίσως με κερδίζει πιο πολύ το ζήτημα της τραγουδοποιίας. Αυτό είναι που με εκφράζει πιο πολύ από όλα και ειδικά ο στίχος. Αλλά πρακτικά με την κιθάρα μάλλον περνάω πιο πολλές ώρες απ’ ότι γράφω…

Τι θα έλεγες πρώτα για τον εαυτό σου, ότι είσαι τραγουδιστής, κιθαρίστας ή συνθέτης;
Όταν βγαίνεις στο κομμάτι της επιτέλεσης είσαι όλα αυτά, εφόσον παρουσιάζεις κάτι από αυτά. Δηλαδή αν τραγουδάς, είσαι τραγουδιστής εκείνη την ώρα. Δεν μπορώ, όμως, να σου πω ότι είμαι ένας τραγουδιστής, με την έννοια ότι δεν έχω δουλέψει τεχνικά  τη φωνή πάρα πολύ, είμαι πιο πολύ εμπειροτέχνης τραγουδιστής. Δεν το λέω υποτιμητικά για κανέναν, εξάλλου σε όλα τα πράγματα κατά βάθος είμαστε εμπειροτέχνες. Εκτός από κάποια πιο εξειδικευμένα ρεπερτόρια, γενικά έχεις να παίρνεις μελετώντας τον εαυτό σου, τους συμπαίκτες σου, ανθρώπους που θαυμάζεις. Δεν ξέρω τι θα έλεγα πρώτα. Ίσως με κερδίζει πιο πολύ το ζήτημα της τραγουδοποιίας. Αυτό είναι που με εκφράζει πιο πολύ από όλα και ειδικά ο στίχος. Αλλά πρακτικά με την κιθάρα μάλλον περνάω πιο πολλές ώρες απ’ ότι γράφω. Οι ισορροπίες είναι καμιά φορά σε αντιδιαστολή.

Άρχισες να γράφεις από πολύ μικρός, ωστόσο ο πρώτος σου δίσκος κυκλοφόρησε πριν ενάμιση χρόνο. Τι σε ώθησε να βγάλεις τότε τον δίσκο;
Είναι κάτι σαν φετίχ να βγάζουμε δίσκο, να βλέπουμε τη δουλειά μας αποτυπωμένη στο χαρτί. Πάει να εκλείψει αυτό λίγο γι’ αυτό στο αναφέρω. Το 2014-15 άρχισα να γράφω το δίσκο, είχα ήδη σταματήσει να παίζω με την μπάντα «Ούτε σπόντα» στην οποία έγραφα εγώ και ο Χρήστος ο Παπαδόπουλος. Είχαμε βγάλει ένα δίσκο με επτά κομμάτια να είναι δικά μου, δηλαδή είχα περάσει από αυτό και είχα ασχοληθεί με την παραγωγή, την επεξεργασία, τη μίξη, την ενορχήστρωση, όλα αυτά… Είχα μία πρώτη γνώση και αποφάσισα ότι θέλω να βρω το δικό μου ήχο κι έτσι ξεκίνησε. Η διάθεσή μου ήταν να μην παίξω τραγούδια αλλονών, αλλά να βγω να παρουσιάσω -επειδή είχα πολλά τραγούδια στο συρτάρι- ένα πρόγραμμα με 25-30 δικά μου βλέποντας την ησυχία του θεάτρου, των παραστάσεων όπου ο κόσμος πάει και ακούει, ενώ στα live θέλει να πάει να διασκεδάσει και να εκτονωθεί. Πάνω σε αυτό τον προβληματισμό μου αποφάσισα να κάτσω να τα κάνω όλα, να τα γράψω σε παρτιτούρες, να είμαστε και εμείς σοβαροί ως παράσταση, να είναι συγκροτημένο και συγκεκριμένο και έτσι μαζεύτηκαν 25 τραγούδια, τα παίξαμε ζωντανά και ήταν ένα ωραίο ξεκίνημα. Διάλεξα 12 από αυτά τα πιο ακουστικά γιατί η μπάντα ήταν τσέλο, βιολί, κανονάκι, κιθάρα βρήκα μία κοινή θεματική στον ήχο μας και όντας τα κομμάτια ήδη γραμμένα και παιγμένα, γράψαμε το δίσκο. Από κει και πέρα μεσολάβησε το στρατιωτικό μου, γνώρισα τον Ορφέα Περίδη που ήθελα να συμμετέχει στο δίσκο, εκτός από τη Ναταλία Λαμπαδάκη η οποία συμμετέχει. Ήθελα να πει το τραγούδι «Μια ρωγμούλα». Αυτός δέχτηκε και μου έδωσε πολλή ώθηση και υπομονή. Κάπως έτσι πήρε τρία χρόνια για να βγει.

Πριν από κάποιους μήνες είχα πάρει συνέντευξη από τον Ορφέα Περίδη και όταν τον ρώτησα ποιους νέους καλλιτέχνες θαυμάζει μου ανέφερε εσένα. Πώς  αισθάνεσαι για αυτό;
Είναι πολύ μεγάλη χαρά! Και ανθρώπινα, γιατί γνωρίζεις τον άλλον, συμπίπτουν πολλά πράγματα που υπάρχουν στο κεφάλι σου με την πραγματική του παρουσία. Δεν υπάρχει κάτι πιο ωραίο από αυτό…

…η έμπνευση έρχεται από την αίσθηση της ελευθερίας που νιώθεις είτε απέναντι στο πρόσωπό σου είτε απέναντι στον άλλον…

Τι σε εμπνέει περισσότερο;  Πώς είναι η διαδικασία του να γράφεις; Έρχεται πρώτα η μελωδία ή ο στίχος;
Η έμπνευση έρχεται από την αίσθηση της ελευθερίας που νιώθεις είτε απέναντι στο πρόσωπό σου είτε απέναντι στον άλλον. Όταν νιώσεις ότι κάποιος κινείται με έναν ελεύθερο τρόπο χωρίς να καταπιέζεται από κάτι άλλο, να λειτουργεί με βάση αυτό που θέλει να κάνει, εμπνέομαι. Όπως εμπνέεται ο κάθε άνθρωπος. Τώρα αν οι συνθήκες είναι βολικές, όπως για παράδειγμα να έχεις ένα χαρτί δίπλα ή μία κιθάρα, μπορεί να γίνει τραγούδι. Το τραγούδι μπορεί να είναι μία λεξιπλασία, ένα λογοπαίγνιο που έκανες, ένα έξυπνο στιχάκι. Από κει και πέρα άμα αυτό το πράγμα δεν σε βρει νηφάλιο, με την έννοια να έχεις σκάψει βαθιά μέσα σου, και όταν αυτό παντρεύεται είναι πολύ όμορφο. Το καλοκαίρι στην Ικαρία έγραψα 2-3 τραγούδια, δεν είχα την κιθάρα μαζί μου, οπότε έγραφα μόνο τα στιχάκια. Είναι, δηλαδή, και η συγκυρία πώς σε βρίσκει. Πολλές φορές αποφεύγω να γράφω με όργανο, εκτός βέβαια αν θέλω να το κάνω συνειδητά να γράψω σε τέτοιο ύφος, γιατί με οδηγεί σε κάποιες τεχνικές, οι οποίες με οδηγούν σε κάποιες δομές και φόρμες πιο συγκεκριμένες, ενώ με τη φωνή μπορεί να σου βγει κάτι που δεν το εκλογίκευσες.

Παίζεις κάποιο άλλο όργανο εκτός από κιθάρα;
Πιάνο έκανα παλιά, τώρα βέβαια δεν παίζω. Παίζω και έγχορδα, όπως μπουζούκι και μπάσο, αλλά συμπληρωματικά.

Δεν θα ήθελα να σε ρωτήσω ποιες είναι οι επιρροές σου γιατί δεν είναι κάτι μετρήσιμο… Μπορεί, όμως, η επιρροή να καταλήξει σε επανάληψη/αντιγραφή;
Είναι σαν να λες μου λες: πώς σκέφτεται αυτός, θα σκέφτομαι και εγώ έτσι. Πρέπει να βρεις τον εαυτό σου. Προφανώς και θα υπάρχουν κοινά στοιχεία γιατί είμαστε πολύ κοντά σαν εποχή, σαν είδος, σαν χώρα, τα μαγαζιά που βγαίνουμε, η μουσική που παίζουμε. Η ελληνική μουσική μπορεί να μοιάζει με τα φάδος. Ή άκου ένα τραγούδι του Αττίκ και ένα τραγούδι του Carlos Gardel, θα μπορούσε να είναι το ίδιο. Είναι προφανέστατο ότι μοιάζουν. Δεν πηγαίνεις επ’ αυτού προφανώς να αντιγράψεις κάτι. Την ελευθερία του άλλου θαυμάζεις και ψάχνεις και τον εαυτό σου να δημιουργήσει. Όσο κι αν ακούγεται σαν συννεφάκι αυτό, έτσι συμβαίνει.

Εσύ γράφεις δικά σου τραγούδια αλλά παίζεις και ρεμπέτικα και παραδοσιακά. Πώς το ένα τροφοδοτεί το άλλο;
Αυτό καμιά φορά είναι δύσκολο ως προς την τοποθέτηση την εσωτερική, το πώς παρουσιάζεσαι σε κάτι, πώς σε κάτι άλλο. Πάντα με απασχολούσε ότι πατούσα σε δύο βάρκες διαφορετικές, πώς τοποθετούμαι, δηλαδή. Εγώ το λέω χαριτολογώντας όταν παίζεις καθιστός ή όρθιος. Έχει άλλη αίσθηση, όλα αυτά σου αλλάζουν την ψυχολογία, τη διάθεση. Το βλέπουμε σήμερα ότι θα ξαναπεί κάποιος ένα ρεμπέτικο τραγούδι, ένα λαϊκό όπως έκανε ο Μυστακίδης ή τώρα ο Μάλαμας και βλέπεις πώς κατευθείαν τα κομμάτια ξανανιώνουν, πλένονται ας πούμε με ένα άλλο σαμπουάν και μοσχοβολάνε με άλλο τρόπο. Είναι ωραίο όλο αυτό. Αντίστοιχα και στα προγράμματα, παίζεις το ένα ή το άλλο, αλλά τελικά δεν απέχουν και πολύ. Και άμα τα απογυμνώσεις από ενορχηστρώσεις, από ποιότητα ηχογράφησης, στο τέλος τα τραγούδια μοιάζουν πάρα πολύ. Είναι πάρα πολλά τα κοινά σημεία οπότε αυτό σε βοηθά να μην κολλήσεις και πεις ας πούμε «παίζω μόνο προπολεμικό ρεμπέτικο δεν θα πω και ένα τραγούδι του Άκη Πάνου».

Είσαι και σε ένα σχήμα, τους «ΤέΤΡΙΣ»…
Με τα παιδιά γνωριστήκαμε όταν κατέβηκα στην Αθήνα πριν δύο καλοκαίρια. Τον Αλέξανδρο τον παρακολουθούσα και είχε ακούσει και εκείνος δικά μου πράγματα. Συζητήσαμε, δέσαμε κατευθείαν όλοι μας, γίναμε παρέα, μου πρότειναν να κάνουμε κάτι με τρεις κιθάρες, να βάλουμε δικά μας τραγούδια, να πάρουμε παλιότερα να τα φέρουμε στα μέτρα μας. Δύο μήνες βρισκόμασταν συνέχεια και δύο χρόνια παίζαμε συστηματικά. Αυτή τη χρονιά βέβαια, δεν θα είμαστε τόσο ενεργοί.

Παίζεις με τον Μανώλη Πάππο που είναι μία κορυφαία μορφή στο χώρο του ρεμπέτικου. Πώς είναι να παίζεις δίπλα του;
Αυτό μοιάζει με την ερώτηση που μου έκανες για τον Ορφέα. Είναι υπέροχο! Τον παρακολουθώ χρόνια, μου άρεσε ως μπουζουξής, είναι πολύ διαβασμένος δεν μιλάει παραπάνω από αυτά που θέλει να πει. Μισοευχαριστιέμαι το live μισοευχαριστιέμαι και τις κουβέντες μετά. Μπορεί να μας πιάσει το πρωί και να μιλάμε ακόμα…

Με τον Δημήτρη Μυστακίδη πώς γνωριστήκατε;
Γνωριζόμαστε περίπου 11 χρόνια, έχουμε μία καλή σχέση. Είχα πάει στον Άγιο Λαυρέντιο στα σεμινάρια κιθάρας εκεί τον γνώρισα, τον παρακολουθούσα χρόνια και έτυχε να τον έχω καθηγητή και στο μεταπτυχιακό που έκανα στη λαϊκή κιθάρα στο ΠΑΜΑΚ και είχα παίξει και στο «Εσπεράντο» στις παρουσιάσεις του δίσκου.

…ασχολούμαι με τη διδασκαλία είναι κάτι πολύ ωραίo, είναι ένας άλλος δρόμος στη μουσική που ανακαλύπτεις άλλες πτυχές. Aυτό το κλισέ το ότι μαθαίνεις κάνοντας μάθημα σε κάποιον δεν είναι κλισέ, είναι αλήθεια…

Τώρα θα κάνεις κι εσύ μαθήματα λαϊκής κιθάρας και θα πάρεις το ρόλο του δασκάλου…
Ναι θα κάνω ένα σεμινάριο στο Baumstrasse οσονούπω. Ασχολούμαι με τη διδασκαλία είναι κάτι πολύ ωραίo, είναι ένας άλλος δρόμος στη μουσική που ανακαλύπτεις άλλες πτυχές. Aυτό το κλισέ το ότι μαθαίνεις κάνοντας μάθημα σε κάποιον δεν είναι κλισέ, είναι αλήθεια.  Τεστάρεις και τον εαυτό σου, βλέπεις και τις ανάγκες που έχει ένας άνθρωπος, εκτιμάς τη χαρά του να παίζει μουσική. Γενικά υπέροχη διάδραση…

…ένα ωραίο τραγούδι, ένας αληθινός στίχος θα σε αγγίξει, θα σε ακολουθάει στη δυσκολία, θα σου χτυπήσει την πόρτα. Το ωραίο πράγμα μένει…

Ανήκεις σε μία δυναμική γενιά μουσικών -μου ήρθε σαν κοντινό σου παράδειγμα ο Βασίλης Πετρίδης- πολύ δημιουργική, που βγάζουν δικά τους κομμάτια. Πώς το βλέπεις αυτό το κύμα;
Συμφωνούμε ότι γράφονται πολλά τραγούδια. Υπάρχει και ένα μεγάλο ρεύμα συγκροτημάτων, επίσης υπάρχει ανάγκη του κόσμου να ακούσει καινούργια τραγούδια.  Είναι πολύ λογικό τα τραγούδια που ήδη υπάρχουν και έχουν χαράξει το δρόμο τους να απολαμβάνουν τη δημοσιότητα τους, να πηγαίνει ο κόσμος στις συναυλίες. Έχει, όμως, στο δευτερεύον πλαίσιο το ίδιο το τραγούδι και σε πρωτεύον το να περάσει ωραία. Το λέω σαν παρατήρηση όχι απαραίτητα αρνητικά. Αυτά τα τραγούδια δικαιωματικά κόπιασαν και μπορούν να απολαμβάνουν τους καρπούς τους, αντίστοιχα και εμείς πρέπει να φάμε πολλά ψωμιά.  Είναι ωραία να γράφεις τραγούδια, να βγάζεις δίσκο, να παίζεις live… να φας πολλά ψωμιά! Ένα ωραίο τραγούδι, ένας αληθινός στίχος θα σε αγγίξει, θα σε ακολουθάει στη δυσκολία, θα σου χτυπήσει την πόρτα. Το ωραίο πράγμα μένει.

Συμφωνείς ότι στη σημερινή εποχή αυτό είναι πιο δύσκολο, ας πούμε λόγω internet;
Ναι είναι χαοτικό. Δεν είναι εύκολο να υπάρξει μία κατεύθυνση. Αυτό που γινόταν παλιά δηλαδή, να βγει ένα κομμάτι και μέσα σε δύο μήνες να γίνει πανικός, δεν συμβαίνει πλέον συχνά. Το τραγούδι, όμως, «Φέρνω τα πέρατα κοντά» του Πετρίδη είναι ένα τραγούδι από τα πιο πετυχημένα της γενιάς μας. Τα μέσα παραγωγής, ο τρόπος που κινείται η κοινωνία, οι πολιτικές κατευθύνσεις, όλο το πλαίσιο έχουν αλλάξει. Ας πούμε έβγαινε ένα σήριαλ που έπαιζε ένα τραγούδι κάθε μέρα και το μάθαιναν όλοι. Δεν θα σου πω αν αυτό το χάος σήμερα είναι θετικό ή αρνητικό. Είναι όπως είναι, έχει τα θετικά του, όπως ότι μπορώ εγώ να κάτσω στο σπίτι και να γράψω ένα δίσκο και να πληρώσω μόνο το ρεύμα, αλλά ταυτόχρονα βγαίνουν και πάρα πολλά τραγούδια. Βρες τα μπρατσάκια τα καλά να κολυμπήσεις..! Αλλά το live είναι το πιο σημαντικό…

Γεννήθηκες στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσες στην Κατερίνη και τώρα μένεις στην Αθήνα. Ποιες διαφορές βλέπεις στον τομέα της μουσικής;
Μεγάλωσα στην Κατερίνη, στη Θεσσαλονίκη σπούδασα και τώρα είμαι στην Αθήνα εδώ και 3 χρόνια. Πριν από χρόνια υπήρχαν μεγάλες δισκογραφικές στην Αθήνα που είχαν παραρτήματα στη Θεσσαλονίκη. Αυτό σημαίνει ότι υπήρχε ενας ατζέντης που πήγαινε να τσεκάρει καινούργια σχήματα, να κλείσεις συμβόλαια κλπ… Η Θεσσαλονίκη είναι μουσικομάνα και βγάζει πράγματα, το κέντρο της είναι δομημένο έτσι ώστε να συνευρεθεί ο τζαζίστας με το ρεμπέτη. Υπάρχει μεγαλύτερη διάδραση, ενώ εδώ τα πράγματα γίνονται πιο εξειδικευμένα. Είναι ζήτημα και των ανθρώπων που θα βρεθούν στην εκάστοτε εποχή βέβαια.

Εσένα τι σου ταιριάζει πιο πολύ;
Εγώ κατέβηκα απόλυτα συνειδητά. Ένιωσα στη Θεσσαλονίκη ένα σημείο όπου άρχισα να αισθάνομαι κουρασμένος, ήθελα μία αλλαγή, ήθελα να μάθω στην Αθήνα πού είναι το Παγκράτι ή ο Χολαργός, γιατί την πράσινη γραμμή δεν τη λένε μετρό, ήθελα να το ξέρω, είμαι και περίεργος… Συν του ότι είχα ηχογραφήσει το δίσκο και έψαχνα να βρω πώς θα τον βγάλω, συν πολλά άλλα πράγματα… Είχα τη διάθεση να κατέβω να γνωρίσω και την Αθήνα! Μια ζωή τη ζούμε! Μπορεί σε 10 χρόνια να θέλω να γνωρίσω τη Θήβα…

Με τι άλλο ασχολείσαι πέρα από τη μουσική;
Παίζω μπάσκετ και πινγκ πονγκ.

Είχες πει σε μία συνέντευξή σου ότι έχεις 130 τραγούδια στο συρτάρι. Τι λες να απογίνουν αυτά;
Θα τα κάψω! (γέλια) Όταν ήμουν 18 χρονών και είχα γράψει τα πρώτα δώδεκα τραγούδια, επειδή περίπου τόσα έχουν οι δίσκοι, είπα “να ‘τος! έτοιμος ο πρώτος δίσκος”. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι αυτά τα τραγούδια μένουν. Κάποια θα έχουν την τύχη να τα ξεθάψεις να τα βάλεις κάπου, κάποια άλλα θα μείνουν. Έτσι έφυγε αυτό το «ντε και καλά».

Ετοιμάζεις κάποιο καινούργιο δίσκο; Πού θα σε δούμε φέτος τον χειμώνα;
Μέσα στη χρονιά θα βγουν 1-2 τραγούδια σε μορφή single. Μάλιστα έχουμε και μία συνεργασία την οποία δεν θα σου αποκαλύψω και σε κάνα χρόνο θα ετοιμάζομαι για το δίσκο. Έχει βγει ήδη ένα single το «Σε μια βαλίτσα» που ενδεχομένως να μπει και στο δίσκο. Θα κάνουμε ένα live την Πέμπτη 26/9 στον Αστερίσκο  και εκτός από τη συνεργασία που σου είπα, στο Σταυρό του Νότου θα είμαστε full band κάπου τον Μάρτιο. Δεν ξέρω να σου πω σταντάρ ακόμα άλλα πράγματα.

Με ποιους καλλιτέχνες έχεις σαν όνειρο να ανέβεις στη σκηνή μαζί;
Τον Charlie Parker και τον Gilmour, να παίζαμε μαζί κιθάρα. Ωραία θα ήτανε..!

Σ’ ευχαριστώ πολύ Γιάννη!
Ευχαριστώ και εγώ!

————–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…
*** Ευχαριστούμε το Foyer d’ Athènes για την όμορφη φιλοξενία!

 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here