Είδαμε τις «Διαβολογυναίκες», σε παγκόσμια πρώτη θεατρική μεταφορά, στο θέατρο «Τζένη Καρέζη»…

Γράφει η Ευαγγελία Βασιλείου

Τα πολύ δημοφιλή στο εξωτερικό μα παντελώς άγνωστα στα ελληνικά δεδομένα «previews»* εισάγονται στο ελληνικό θέατρο με την θεατρική μεταφορά του θρυλικού φιλμ νουάρ «Les Diaboliques» / «Διαβολογυναίκες».

* (Previews σημαίνει ότι καλείται το κοινό να παρακολουθήσει τις τελικές πρόβες της παράστασης με χαμηλότερο εισιτήριο έτσι ώστε να διαμορφώσει το τελικό αποτέλεσμα. Οι κριτικοί κοινού και οι ειδικοί αποκλείονται σε αυτή τη φάση, ενώ οι πόρτες ανοίγουν για αυτούς μετά την επίσημη πρεμιέρα.)

Η παγκόσμια πρώτη θεατρική μεταφορά του αριστουργηματικού θρίλερ του Ανρί Κλουζό στην Ελλάδα, ανεβαίνει στο θέατρο «Τζένη Καρέζη», με την Μαρία Καβογιάννη και την Καίτη Κωνσταντίνου να ενσαρκώνουν τους γυναικείους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Το casting συμπληρώνεται από τους: Νίκο Αρβανίτη, Σωτήρη Τσακομίδη, Δημήτρη Λιόλιο και τον νεοεμφανιζόμενο Μιχάλη Προσπαθόπουλο.


Μεγάλη πρόκληση για τον Πάρη Μέξη που έκανε την σκηνοθεσία αλλά και για την Σάρα Γανωτή και τον Νίκο Σταυρακούδη που έκαναν την πρώτη παγκόσμια θεατρική διασκευή, να εργαστούν πάνω σε ένα έργο που αποτελεί κορυφαίο υπόδειγμα των φιλμ νουάρ, με αναλλοίωτη την αξία του στο πέρασμα των χρόνων.

Όπως είχε πει σε μια συνέντευξή του πρόσφατα ο κ. Μέξης, «Εμείς προσπαθούμε να κάνουμε “θέατρο νουάρ” […] Αυτό που προσπαθούμε να μεταφράσουμε στο θέατρο είναι ο ρυθμός του φιλμ νουάρ».
Η νουάρ αίσθηση ενός έργου αλλά και ο ρυθμός, πετυχαίνονται μέσα από σκιές, μυστήριο, μουντά χρώματα και μουσική υπόκρουση που εξάπτει τη φαντασία και επιτείνει την αγωνία. Χρειάζεται μια «σκοτεινή» ατμόσφαιρα για να «χτιστεί» μια υπόθεση που θα κρατήσει τον θεατή μέχρι τέλους σε εγρήγορση και πνευματική ένταση, με ευρηματικά μέσα.

Παρακολουθώντας την παράσταση, αυτόματα αναγνώρισα τις δυσκολίες του εγχειρήματος της μεταφοράς της κινηματογραφικής νουάρ ατμόσφαιρας σε ένα θεατρικό και συνειδητοποίησα πόσο πολύ διευκολύνει τον σκοπό ο κινηματογράφος. Με λίγα κοντινά πλάνα, ένα καλό μοντάζ και την σχετική μουσική υπόκρουση, έχεις το αποτέλεσμα που θέλεις. Ενώ εδώ, ο σκηνοθέτης έπρεπε να επιστρατεύσει άλλα εργαλεία που θα εξυπηρετούσαν αποτελεσματικά τη θεατρική συνθήκη. Σε αυτό το σημείο συνέβαλε αποτελεσματικά ο ηχητικός σχεδιασμός της Κατερίνας Βάμβα, φέρνοντας στον χώρο, μέσα από ήχους, στοιχεία που συμπλήρωναν την ατμόσφαιρα.

Η σκέψη μου είναι πως το ιστορικό θέατρο της αξέχαστης Τζένης Καρέζη, δεν ήταν κατάλληλο για αυτό το έργο και ίσως εν τέλει η επιλογή αυτή να ευθύνεται για την μικρή έκπτωση του αποτελέσματος. Η αίσθηση του νουάρ διαχεόταν σε μια μεγάλη αίθουσα που στο τέλος χανόταν, καθώς η απόσταση από τους θεατές ήταν μεγάλη. Αναρωτιέμαι και τείνω να κλίνω προς αυτό, ότι θα ταίριαζε καλύτερα σε έναν χώρο πιο μικρό, πιο “underground”, πιο “σκοτεινό”, όπου το κοινό θα ήταν κοντά στη σκηνή και θα είχε μεγαλύτερη ένταση η συμμετοχή του στην όλη ατμόσφαιρα της παράστασης. Στο θέατρο, αντίθετα από τον κινηματογράφο, η εγγύτητα στη σκηνή είναι το ζητούμενο, για να έχουμε ως θεατές την αίσθηση της συμμετοχής στην πλοκή, στη δράση, στην εξέλιξη, στην αγωνία των πρωταγωνιστών.


Οι ερμηνείες:

Το ζεύγος Ντελασάλ είναι η Μαρία Καβογιάννη (Κριστίνα) και ο Νίκος Αρβανίτης (Μισέλ), ενώ την ερωμένη υποδύεται η Καίτη Κωνσταντίνου (Νικόλ). Ο Σωτήρης Τσακομίδης είναι ο ντετέκτιβ που ερευνά την υπόθεση. Ο επιστάτης του σχολείου ενσαρκώνεται από τον Δημήτρη Λιόλιο και ο πρωτοεμφανιζόμενος Μιχάλης Προσπαθόπουλος υποδύεται τον αγαπημένο μαθητή της κυρίας Ντελασάλ.

Η Μαρία Καβογιάννη είναι ιδανική για τον ρόλο της ευαίσθητης, φιλάσθενης, καλόψυχης, με ευγενικά αισθήματα πλούσιας συζύγου ενός άξεστου προικοθήρα. Ο Νίκος Αρβανίτης που υποδύεται αυτόν τον ρόλο μου θύμισε πραγματικά έλληνα νεόπλουτο «μπρουτάλ» της επαρχίας που ήρθε να κατοικοεδρεύσει στα Βόρεια Προάστια, κουβαλώντας την αλαζονεία ότι μπορεί να έχει εξουσία πάνω στους πάντες και τα πάντα. Η Καίτη Κωνσταντίνου μπλέκεται και πάλι σε εγκλήματα -θεατρικά αυτή τη φορά- και υποδύεται την ερωμένη που εμφανίζεται στις πρώτες σκηνές ως θύμα βιαιοπραγίας, με μαυρισμένο μάτι, πριν φανερωθεί ο διαβολικός της χαρακτήρας σε όλο του το μεγαλείο.


Σημειώνουμε εδώ ότι, όταν είχε δημιουργηθεί το φιλμ, εξέπληξε ο δεσμός των δύο γυναικών, γιατί ήταν κάτι πολύ προχωρημένο για την εποχή. «Που ακούστηκε απατημένη σύζυγος και ερωμένη να είναι μαζί», κάπως έτσι νομίζω είχε σχολιάσει και στην πρωτότυπη ταινία ο επιστάτης. Στο ριμέικ της όμως το 1996 από τον Jeremiah S. Chechik, με τις Sharon Stone και Isabelle Adjani, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, η σκηνοθετική έμπνευση αφήνει σαφής υπόνοιες ότι η σχέση των δύο γυναικών δεν είναι απλά φιλική, αλλά και σεξουαλική. Κάτι τέτοιο όμως εδώ δεν διαφαίνεται καθώς ο σκηνοθέτης παραμένει πιστός στο πρωταρχικό έργο.

Ο Μιχάλης Προσπαθόπουλος, είναι ο «φωτεινός» χαρακτήρας του έργου, καθώς υποδύεται ένα παιδί, έναν αγαπημένο μαθητή της κας Ντελασάλ. Η ζωντάνια του χαρακτήρα που υποδύεται φαίνεται να μην έχει θέση στη «σκοτεινή» υπόθεση γι’ αυτό η σκηνοθετική οδηγία τον θέλει συχνά ανάμεσα στο κοινό κι αυτό πραγματικά ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ γιατί πέρα από την όποια σκηνική εξυπηρέτηση, συμβολικά διαχωρίζεται το «φωτεινό» από το «σκοτεινό» στοιχείο και δεν είναι καθόλου τυχαίο που είναι παιδί!

Ο Σωτήρης Τσακομίδης ως ντετέκτιβ, έχει μια εμμονή με το πούρο του που δεν το τελειώνει αν δεν λύσει την υπόθεση. Η ερμηνεία του υποστηρίζει πολύ καλά τον ρόλο του και οι επιτυχημένοι φωτισμοί (Γιώργος Τέλλος – Lighting Art) δίνουν την ατμόσφαιρα και την κατάλληλη ένταση όπου πρέπει.

Η ζωντάνια του επιστάτη (Δημήτρη Λιόλιου) δεν είναι ενοχλητική και νομίζω είναι τόσο όσο χρειάζεται για να κρατά η ατμόσφαιρα την ισορροπία της. Ο ρόλος του δε, συμβολίζει την υπακοή στην Αρχή (τα αφεντικά του δηλαδή, τους Ντελασάλ) με τυφλότητα τόση ώστε να μην αντιλαμβάνεται την πραγματική υπόσταση της πραγματικότητας.


Λίγες παρατηρήσεις σε σχέση με το πρωτότυπο:

Αν και η θεατρική μεταφορά τιμά και παραμένει πιστή στο πρωτότυπο φιλμ, υπάρχουν δύο σημεία που εντόπισα που διαφοροποιούνται ελαφρώς.

Les Diaboliques. Το σενάριο της ταινίας, βασίζεται σε νουβέλα των Boileau και Narcejac και ήταν τόσο αριστοτεχνικά δομημένο και με αναπάντεχη ανατροπή που το είχε ζηλέψει μέχρι και ο ίδιος ο μετρ του τρόμου, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ! Σε αντίθεση με την ελληνική απόδοση του τίτλου, ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας «Les Diaboliques», επί τούτου δεν αποσαφηνίζει το φύλο του διαβολικού όντος, αφήνοντας έτσι το μυστήριο, για το αρσενικό ή για το θηλυκό γένος, να πλανάται αόριστα.
Ο Ανρί Ζ. Κλουζό, στο τέλος της ταινίας ζητούσε από το κοινό του να τηρήσουν στάση σιωπής: «Μη γίνετε κι εσείς διαβολικοί, μην αποκαλύπτεται το τέλος της ταινίας!». Το φιλμ, ξεκινά σαν ένα σκοτεινό φιλμ νουάρ. Όμως, από ένα σημείο και μετά μεταλλάσσεται σε θρίλερ με κυρίαρχα μεταφυσικά στοιχεία και καθώς κορυφώνεται φτάνοντας στην τελευταία σκηνή αφήνεται στον θεατή να αναγνώσει και να ερμηνεύσει το τέλος, καθώς αυτή παραμένει «ανοιχτή».

Στη θεατρική μεταφορά του, το τέλος δηλώνεται, με τον χαρακτήρα να εμφανίζεται σαν σκιά στο τελευταίο πέρασμα…

Δεν θα πω τίποτα περισσότερο, μη γίνω κι εγώ …«διαβολική» κατά τον Κλουζό! Έχω όμως να πω ότι είναι μια παράσταση το θέμα της οποίας παραμένει επίκαιρο. Είναι μια σαφής δήλωση της κακομεταχείρισης των ανθρώπων από την εξουσία. Εκτυλίσσεται μέσα σε ένα επιβλητικό σχολείο που συμβολίζει, μεταξύ άλλων, την ψευδεπίγραφη ηθική διαπαιδαγώγηση. Τα μηνύματα που φέρνει και οι υπογραμμίσεις που κάνει στην κοινωνία του τότε, δεν απέχουν από την κατάσταση που ζούμε σήμερα (απιστία, εξαπάτηση, μυστικά πίσω από κλειστές πόρτες).

Μη ξεχνάμε ότι είναι η πρώτη –ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ– θεατρική μεταφορά του κορυφαίου φιλμ νουάρ και είναι ελληνική και της αξίζουν πολλά μπράβο και συγχαρητήρια γιατί έχει αποδώσει τον μέγιστο σεβασμό στο πρωτότυπο!

Ταυτότητα της παράστασης:
Σενάριο: Ανρί-Ζορζ Κλουζό – Ζερόμ Τζερονιμί (βασισμένο στη νουβέλα των Πιερ Μπουαλώ και Τομά Ναρσεζάκ)
Θεατρική Διασκευή: Σάρα Γανωτή – Νίκος Σταυρακούδης
Σκηνοθεσία – Σκηνογραφία: Πάρις Μέξης
Σχεδιασμός Ήχου: Κατερίνα Βάμβα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Γιώργος Τέλλος – Lighting Art
Σχεδιασμός Κοστουμιών: Πάρις Μέξης – Βιβέτα Στρατηγού
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ειρήνη Κότσιφα
Βοηθός Σκηνογράφου: Κάτια Κουμαριανού

Θέατρο «Τζένη Καρέζη»

Παραστάσεις:
Τετάρτη 8:00μ.μ.
Πέμπτη – Παρασκευή: 9:00 μ.μ.
Σάββατο: 6:00 μ.μ. και 9:00 μ.μ.
Κυριακή: 7:00 μ.μ.

Αναλυτικότερα στοιχεία της παράστασης μπορείτε να δείτε στο σχετικό δελτίο τύπου

——————–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση