Γράφουν η Πέννυ Γέρου και η Σοφία Τσεκούρα
www.musiccorner.gr
Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Mary et Max

Η Mary Daisy Dinkle είναι μια 8χρονη κοπέλα που ζει στην Αυστραλία με μια μητέρα κλεπτομανή, αλκοολική και έναν πατέρα που την παραμελεί.

Μια ζωή χωρίς φίλους, χωρίς στήριξη από την οικογένεια, με ανασφάλειες, μοναξιά αλλά και μια τεράστια δίψα να μάθει και να λύσει όλες τις απορίες που κάθε παιδί έχει σε αυτή την ηλικία.

Από την απέναντι μεριά, έχουμε τον Max Horowitz που ζει στη Νέα Υόρκη. Ο Max είναι 45 χρόνων και η ζωή του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μονότονη, γκρίζα και εξαιρετικά μοναχική. Παρέα του κρατάει ο φανταστικός του φίλος και η καθημερινότητα του συμπεριλαμβάνει ένα σόου στην τηλεόραση, οι επισκέψεις στον ψυχίατρό του και οι κρίσεις πανικού που οφείλονται στο σύνδρομο Asperger’s από τον οποίο πάσχει.

Ο Adam Elliot σκηνοθετεί αυτό το γκρίζο, μελαγχολικό stop-motion animation εντάσσοντας το γέλιο αλλά και το δράμα, δημιουργώντας μάλλον αντιφατικά συναισθήματα στο θεατή. Αυτό που κάνει την ταινία ακόμη πιο εντυπωσιακή για μένα είναι τα χαρακτηριστικά του κάθε ήρωα ξεχωριστά.

Τα σχέδια του κάθε ήρωα είναι μοναδικά όσον αφορά στο χαρακτήρα του, συν της κινησιολογίας του καθενός, η οποία αφορά το σκηνοθετικό κομμάτι της ταινίας. Αισθητή κάνει την παρουσία της η όψη της Νέας Υόρκης, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο Adam Elliot. Το μαύρο και το άσπρο χρώμα συνδυασμένο με έντονες σκιάσεις, δίνει σχεδόν την αίσθηση του film-noir.

Η Mary και ο Max ταιριάζουν πολύ. Ζουν περιθωριοποιημένοι και καθημερινά βιώνουν την απόρριψη από τον κόσμο χωρίς αυτός να μπει στην διαδικασία να τους κατανοήσει. Αυτή τους η επικοινωνία με το χάσμα της απόστασης σύντομα θα γίνει για αυτούς λόγος ύπαρξης.
Παρέα θα λύσουν τα προβλήματά τους, όταν ο Max διατυπώνει πως ο άνθρωπος είναι μέσα στις ατέλειες. Είτε αυτές βρίσκονται εσωτερικά, είτε εξωτερικά.
Οφείλεις να αποδεχτείς τον εαυτό σου και έπειτα να τον αγαπήσεις για αυτό που πραγματικά είναι και όταν τα καταφέρεις θα ισοπεδώσεις την κάθε τυχόν ανασφάλεια ή δυστυχία.
Αυτό θα γίνει, όχι εξασφαλίζοντας την άσπονδη φιλία και εκτίμηση από τους άλλους, αλλά όλη την αγάπη που αξίζει να παρθεί από τα μάτια που θα κοιτούν εντός σου.
Με τα λόγια αυτά σφραγίζει ο Max τον όρο της φιλίας: «Τους συγγενείς μάς τους δίνει ο Θεός. Τους φίλους ευτυχώς τους διαλέγουμε μόνοι μας».

Η Mary, παρά την μη κοινωνική ζωή που είχε ως παιδί, βρίσκει το δικό της δρόμο στη ζωή και προχωρά. Αφού χάνει και τους δύο γονείς της, βρίσκει τον έρωτα της ζωής της, τον Damien, και παντρεύεται. Ο γάμος της είναι ευτυχισμένος, η ίδια βρίσκει τον εαυτό της και γεμίζει αυτοπεποίθηση, αποκτά στοιχεία που την αλλάζουν και τη διαφοροποιούν πολύ από το μικρό και παραμελημένο κοριτσάκι που ήταν κάποτε.

Με την κληρονομιά που παίρνει από το θάνατο των γονιών της, μπαίνει σε μια σχολή και αποφασίζει να ασχοληθεί με τις νοητικές παθήσεις, προκειμένου να βρει μια λύση στη νόσο του Max. Κάνει την πτυχιακή της πάνω στη νόσο Aspeger’s και στέλνει με τόση χαρά την πρώτη έκδοση στο Max. Ο Max όμως είναι κάθε άλλο παρά χαρούμενος και ευγνώμων για την προσπάθεια της Mary. Νιώθει πληγωμένος, απογοητευμένος κι ένα σωρό άλλα συναισθήματα που βάζει σε σειρά στο τελευταίο γράμμα του προς τη Mary. Η φιλία τους βιώνει μια μεγάλη ρήξη κι έτσι η Mary παραδίνεται σε μια καταθλιπτική κατάσταση. Ο Damien, ο οποίος δε βρίσκει πλέον κανένα ενδιαφέρον κοντά στην παραιτημένη από τη ζωή Mary, αποφασίζει να φύγει μακριά με το δικό του φίλο δια αλληλογραφίας, για να ζήσουν τρισευτυχισμένοι στη μικρή τους φάρμα! Η Mary μένει μόνη, με μόνη παρέα αυτή του κατοικίδιου κόκορά της…

Μετά την εγκατάλειψή της από τον Damien και την απόρριψη του Max, παραδίνεται στη θλίψη της και στην αδιαφορία της για το γύρω κόσμο, βυθίζοντας τον εαυτό της όλο και περισσότερο σε μια αδρανή κατάσταση. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για μια επαφή με τον Max και κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή, ακόμα και για τον ίδιο της τον εαυτό, παίρνει την απόφαση να προβεί σε μια πράξη απελπισίας. Έξω από την πόρτα της στέκεται το πακέτο του Max, δηλώνοντας την αποδοχή της συγγνώμης της αλλά και την θέλησή του να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στη φιλία τους.

Η Mary αγνοεί το πακέτο, δε γνωρίζει πως είναι έξω και την περιμένει. Έτσι, ξυπνώντας από έναν βαθύ ύπνο λόγω του περιβόητου «sherry» και της συνήθειάς της να μην κάνει τίποτα τις τελευταίες μέρες, ανοίγει το ντουλάπι της για να πιάσει το τελευταίο πακέτο noodles. Κολλημένη στα μαλλιά της είναι η φωτογραφία του Max, μιας και επί αρκετά βράδια κοιμάται αγκαλιά με αυτή του την ανάμνηση. Πίσω από την τελευταία συσκευασία των ζυμαρικών, στέκεται ένα μπουκάλι με χάπια valium. Στο θολό μυαλό της Mary παίζουν τα γράμματα της ετικέτας και η συνέχεια είναι κάτι που περιμένουμε όλοι. Πάνω στο μπουκάλι βρίσκεται το όνομα της μητέρας της και η συμβουλή του γιατρού: «Πάρτε 2, εάν απαραίτητο». Για τη Mary ήταν η κατάλληλη στιγμή. Όχι για δυο, αλλά για πολύ περισσότερα…

Ανεβασμένη στο τραπέζι του σπιτιού της, κρατά στο ένα χέρι μια χούφτα χάπια και είναι έτοιμη να δώσει το δικό της τέλος. Στο σημείο αυτό, τη σκηνή της απόπειρας της Mary για μια αυτοκτονία έρχεται να ντύσει το τραγούδι «Que sera sera», ένα τραγούδι του 1956, γραμμένο από τους Jay Livingston και Ray Evans, το οποίο είναι πασίγνωστο και ακουσμένο σε διάφορα προιόντα κινηματογραφικής παραγωγής. Κι όμως, φαίνεται σα να είναι γραμμένο για αυτή και μόνο τη σκηνή της ταινίας, για αυτή και μόνο την ιστορία, την ιστορία της Mary Daisy Dinkle…

Η Mary είχε μετατραπεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που αναγνώριζε στον εαυτό της ως παιδί. Έχει μάθει πια πώς γίνονται τα παιδιά, έχει αφαιρέσει το εκ γενετής σημάδι στο μέτωπό της που την έκανε ξεχωριστή και, πάνω απ’ όλα, ξέρει πλέον γιατί η μητέρα της «δοκίμαζε» κάθε μέρα λίγο από το μπουκάλι με το sherry που στεκόταν πάντα στο ράφι της κουζίνας. Η Mary από μικρή θεωρούσε παράξενη την εικόνα της μητέρας της. Δεν της άρεσε που «δοκίμαζε» το sherry, ούτε που πολλές φορές έδειχνε αδιάφορη για τα πάντα. Η εικόνα της ήταν αποκρουστική και τρομακτική πολλές φορές.

Κι όμως η Mary ήταν πλέον σε μια κατάσταση, πολύ περισσότερο όμοια με αυτή της μητέρας της, από ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Μπροστά σε καθρέφτες βλέπει το πρόσωπό της, βλέπει κάτι από εκείνη στον εαυτό της. Πάνω στο τραπέζι, κρατώντας τα valium και έχοντας αδειάσει κάμποσα μπουκάλια sherry, είναι πιο όμοια με εκείνη από ποτέ. Σε μια τέτοια τραγική εικόνα, μπορούμε όλοι να δούμε κάτι από τον εαυτό μας: πράγματα που κατακρίνουμε και μισούμε να έχουν γίνει αναπόσπαστο μέρος του εαυτού μας, της προσωπικότητάς μας, αλλά και στοιχεία καθοριστικά για το μέλλον μας, που μας ακολουθούν στις πιο κρίσιμες για μας στιγμές.

Σε έναν ανέμελο «τελευταίο» χορό, ο οποίος αποτελεί μια από της πιο θλιβερές και συγκινητικές σκηνές της ταινίας, η Mary βλέπει όλη της τη ζωή να περνά με έναν τρόπο από μπροστά της, μέσα από φωτογραφίες. Βλέπει την προδομένη φίλια της με το Max, η μοναδική πραγματική φιλία σε όλη της τη ζωή. Βλέπει, επίσης, τον κατεστραμμένο της γάμο. Ξέρει πως για τον Damien είναι πλέον «ένα υπόλειμμα της γυναίκας που αγάπησε κάποτε», όπως της γράφει ο ίδιος στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του. Από τις φωτογραφίες που στροβιλίζονται γύρω της δε λείπει βέβαια και αυτή της οικογένειάς της, μιας οικογένειας που δε χάρηκε ποτέ σαν παιδί ή, ακόμα, μιας οικογένειας που είχε να της κληροδοτήσει μόνο κουσούρια και αδυναμίες.

When I was just a little girl
I asked my mother
«What will I be?
Will I be pretty?
Will I be rich?»
Here’s what she said to me:

«Que sera, sera
Whatever will be, will be
The future’s not ours to see
Que sera, sera…»

Κι ακριβώς επειδή ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει, η Mary βρήκε τη δύναμη μέσα της – πάντα με την εύνοια της τύχης και του καλού της κόκορα που δεν την αφήνει ποτέ μόνη -, ώστε να ξεφύγει από τη μοίρα του κληροδοτήματός της. Στην αρχή της σκηνής αυτής, βλέπουμε ένα μωρό στην κοιλιά της Mary, ένα μωρό το οποίο η ίδια αγνοεί, όπως αγνοεί και το πακέτο που στάλθηκε από το Max. Τόσο το μωρό, όσο και το πακέτο, είναι σημάδια ελπίδας, σημάδια που υπόσχονται μια νέα αρχή. Από τη μια το πακέτο δείχνει την επανασύνδεση δυο ανθρώπων και την αναβίωση μιας φιλίας, ενώ το μωρό υπόσχεται τη συνέχιση της ζωής αλλά και την ελπίδα αυτή να είναι καλύτερη.

Η Mary δε μπορούσε να διαγράψει το μέλλον της. Δε μπορούσε να ξέρει τι θα συμβεί. Η παράδοσή της σε μια καταθλιπτική κατάσταση, την έκανε να βλέπει τα πράγματα θολά και αδιέξοδα. Ό,τι θέλει να γίνει όμως πραγματικά, γίνεται. Η ζωή της Mary ήταν ίσως «γραφτό» να συνεχιστεί, για να επιστρέψει στο Max, να τον δει, έστω και αργά, από κοντά και να μπει ένα τέλος, με έναν τρόπο που μόνο η ζωή ξέρει.

Η ταινία αυτή, όπως και το κομμάτι που ακούγεται, πρόκειται για ένα μεγάλο παράδείγμα της σύγχρονης ζωής, κλειδωμένης σε σχέσεις και καταστάσεις καθημερινές. Τα συμπεράσματα και τα νοήματα είναι στοιχεία που για τον καθένα αναλύονται διαφορετικά ή καμιά φορά δε μπορούν καν να αναλυθούν. Κάτι τέτοιο συνέβη και με το «Mary et Max». Είναι μια ταινία με κάτι από τον εαυτό μας – τις προσωπικές υπερβάσεις και αδυναμίες – αλλά από τους εαυτούς των άλλων: κάτι που μπορεί να εκφραστεί μόνο κατά προσέγγιση και μόνο η προσωπική ματιά του καθενός θα τον βοηθήσει να το ολοκληρώσει μέσα του…

———-

***Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή φωτογραφιών, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here