Για ένα live ξεχωριστό ή αλλιώς «Ο Λόλεκ στο Faust»

Γράφει η Ευδοκία Αραβαντινού – Σιμωνέτου
Φωτογραφίες: Γιάννης Αδαμίδης

Γλυκό βραδάκι Τετάρτης και όσοι Αθηναίοι δεν έμειναν να ανεβάζουν αφειδώς ποστς με ποίηση, για την ποίηση, για το τι είναι ποίηση, μέσα από λόγια ποιητών και πάει λέγοντας, βγήκαν στους δρόμους της πόλης. Και εκεί, κάτω από τον ωμό λυρισμό των τεχνητών φώτων, ποίησαν τους δικούς τους στίχους, ελεύθερους κι απενοχοποιημένους, φτιαγμένους από τις άναρχες κουβέντες που ακούς φευγαλέα καθώς περνάς δίπλα απ’ τις παρέες και με τις στροφές τους να κρέμονται ημιτελείς μέχρι τα ποτήρια να ξανακατέβουν απ’ τα στόματα.  Ένας τέτοιος, όχι επαρκώς ηλεκτροδοτημένος, αλλά γεμάτος ζωή δρόμος της πόλης έφερε κι εμένα μέχρι το Faust, για να παρευρεθώ σε ένα λάιβ σπάνιο, που δεν είχε κάνει διαφημιστικό «θόρυβο» και που συγκέντρωσε εκείνους που ήθελαν απλά να ακούσουν καλή μουσική. Το βράδυ της Τετάρτης κατηφόρισα ως το Faust για να ακούσω τη μουσική του Λόλεκ (Γιάννη Αναγνωστάτου).


Τον τελευταίο καιρό, οι προϋποθέσεις για να στηθεί ένα λάιβ του Λόλεκ είναι οι εξής απλές και λίγες: η φωνή του και δύο κιθάρες, η μία δικιά του και η άλλη στα επιδέξια χέρια του Χρήστου Καψαλάκη. Η δεύτερη ειδικά, από μόνη της αντικαθιστά διάφορα μουσικά όργανα. Άλλοτε εκτελεί χρέη μπουζουκιού που ειδάλλως θα έλειπε από τραγούδια με αναφορές στα ρεμπέτικα – κυρίως του Μάρκου αλλά όχι μόνο -, άλλοτε μπάσου, άλλοτε παραμένει απλώς κιθάρα. Αυτά χρειάζονται μόνο για να παραχθεί η μουσική αυτή, που όπως και ο στίχος που συνοδεύει είναι άλλοτε πιο λυρική, πιο μελαγχολική κι άλλοτε σκληρή, ωμή, «θυμωμένη». Πολλές φορές νομίζεις ότι είναι οι σκέψεις ενός ήρωα σε κάποιο έργο. Τα φώτα του έργου έσβησαν, αλλά έμειναν τα τραγούδια.


Αυτό που θέλω να πω είναι ότι τα τραγούδια του Λόλεκ κρύβουν μια θεατρικότητα, η οποία δε στηρίζεται στην έντονη κινησιολογικά δράση των ηρώων – μουσικών πάνω στη σκηνή. Το αντίθετο μάλλον. Όλα στη σκηνή είναι σχεδόν στατικά. Ο Λόλεκ και ο Χρήστος δεν σηκώνονται από την καρέκλα τους, παρά μόνο όταν τελειώσει το λάιβ. Ό,τι σκηνές σου έρθουν στο νου, λοιπόν, την ώρα που τους ακούς, οφείλονται καθαρά στα τραγούδια αυτά κάθε αυτά. Από τους στίχους που ωμοί, θαρραλέοι και εξαιρετικά άμεσοι – δε στήνουν ένα φανταστικό σκηνικό, είναι το σκηνικό – σε «τρυπάνε» σε «σημεία» που δε σε έχει συνηθίσει η μαζική παραγωγή τραγουδιών, μέχρι τη μελωδία που δεν τίθεται στην υπηρεσία των λέξεων απλά για να τις  «ντύσει», αλλά πάλλεται από μόνη της, πέφτει και σηκώνεται, ησυχάζει, κάνει παύσεις, κραυγάζει… Αν απομόνωνε κανείς αυτή τη μελωδία θα παρατηρούσε ότι έχει μια αυθυπαρξία, έχει δικό της στόμα και μιλιά.


Σε συνδυασμό με όλα αυτά, ο ίδιος ο Λόλεκ, όπως συμβαίνει συχνά με τους τραγουδοποιούς που δεν είναι απλά τραγουδιστές – ερμηνευτές, αλλά έχουν «γεννήσει» στο σύνολο τα τραγούδια τους, προσθέτει, τελευταίο και πολύτιμο λίθο, το ύφος του. Είναι σοβαρός, βαρύς στον τρόπο που τονίζει τις λέξεις, ώστε αυτές να στάξουν αίμα, να μη δείξουν κανένα έλεος στους έρωτες με τάσεις μικροαστικές, να έρθει ο αχινός του και να μας πληγιάσει όλους από μέσα. Μοιάζει εξαρχής να «χάνεται» σε αυτό που κάνει. Έχεις την ψευδαίσθηση – αν βρεις πέσεις πάνω σε κάποια συνέντευξή του θα μάθεις ότι όντως πρόκειται για ψευδαίσθηση – ότι δε δίνει σημασία στο τι γίνεται πέρα από τα σύνορα της σκηνής και της μουσικής του. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο που ο Λόλεκ έχει συμμετάσχει σε θεατρικές παραστάσεις, με πιο πρόσφατη την «Κα Νταλογουέι».


Έτσι στήνονται τα λάιβ του. Αυτό που στο τέλος καταλαβαίνεις είναι ότι τα τραγούδια του Λόλεκ δεν είναι εύκολα στην ακρόαση, με την έννοια ότι δεν είναι εύπεπτα, ούτε μπορούν να χρησιμεύσουν για πολλή ώρα ως το σάουντρακ της βραδινής σου εξόδου και της συζήτησης με το διπλανό σου. Προσωπικά τουλάχιστον, θεωρώ ότι απαιτούν συγκέντρωση, την οποία κερδίζουν όχι με υπερπροσπάθεια, αλλά με τρόπο φυσικό, αβίαστο. Αυτός ήταν και ο λόγος που με εκνεύρισε η βαβούρα των λοιπών θαμώνων που πολλές φορές σχηματίστηκε. Ο ήρωας, ο Λόλεκ ή όποιος θα μπορούσε να μιλάει μέσα από αυτόν, σου απευθύνεται άμεσα, δε σε «ταξιδεύει αλλού» σε κρατάει στο εδώ και τώρα.


Μου αρέσει αυτό. Μου αρέσουν λάιβ σαν κι αυτό που ξεχνάς να τελειώσεις το ποτό σου, γιατί σε κρατάνε ψυχή και σώμα καρφωμένη σε αυτό που ακούς, σε αυτό που συμβαίνει. Κι αυτό που μου αρέσει περισσότερο στα λάιβ του Λόλεκ είναι ότι μόλις τελειώσει και βγεις πάλι έξω, κάπως ανεξήγητα και αναπάντεχα – κάθε φορά αναπάντεχα, όσες φορές κι αν τον έχεις δει λάιβ – νιώθεις ανάλαφρος, αισιόδοξος, ο ουρανός δεν είναι μολύβι κι εσύ είσαι γεμάτος από όμορφη μουσική και συναισθήματα.


*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση