“Η αγάπη άργησε μια μέρα” στο Θέατρο Αργώ, παρακολουθήσαμε μια υπέροχη παράσταση…

Γράφει η Ευαγγελία Βασιλείου
Φωτογραφίες: Χαρά Γερασιμοπούλου

Είχα ακούσει γι αυτήν την παράσταση, πριν πάω να τη δω. Είχε συζητηθεί και σχολιαστεί από πολύ κόσμο ποικιλοτρόπως, ήδη από την πρώτη χρονιά που ανέβηκε. Προσωπικά, προτιμώ να βλέπω τις παραστάσεις προς το τέλος τους, όταν πια έχει “ωριμάσει” η σχέση τους με το κοινό, όταν τα συναισθήματα και τα ψυχικά αγγίγματα που έχουν να δώσουν είναι βεβαιωμένα από όλους τους συντελεστές της.

Η παράσταση που είδα στο ΑΡΓΩ, λέγεται «Η αγάπη άργησε μια μέρα», το οποίο, όπως όλοι ξέρουμε, είναι μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου της Λιλής Ζωγράφου. Παραδοσιακό και δυνατό ως βιβλίο έχει ραγίσει εκατομμύρια καρδιές απ’ όταν πρωτοκυκλοφόρησε όχι τόσο παλιά όσο πολλοί νομίζουν, μόλις το 1994.


Ο Ένκε Φεζολλάρι έχει σκηνοθετήσει δύο φορές «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», ένα από τα κορυφαία έργα της Δραματουργίας στην περιγραφή καταδειναστευτικών οικογενειακών σχέσεων. Λογικό και αναμενόμενο να επιλέξει να διασκευάσει το εμβληματικό έργο της Λιλής Ζωγράφου αφού έχει ανάλογο θέμα, μεταφέροντας τον πατέρα-δυνάστη μιας Κρητικής αγροτικής ιστορίας σε πατέρα όλων των δεινών που υποφέρουν οι γυναίκες της πολυμελούς οικογένειας. Από την μεγάλη κόρη που αντιγράφει τον πατέρα της σε συμπεριφορά και σκληρότητα και παίρνει την θέση του μετά τον θάνατό του, έως την εκούσια επαναστάτρια μικρή Ερατώ, ο Φεζολλάρι τονίζει έμμεσα και άμεσα όλα τα θέματα που διαμόρφωσαν την ελληνική επαρχία: οικογενειακές σχέσεις, μετανάστευση, τον στιγματισμό της οικογένειας, την μετάβαση της αμιγώς αγροτικής κοινωνίας σε αστική  στην περίοδο μετά τον πόλεμο, κλπ.

Η, παραδομένη στη μοίρα της, μάνα ερμηνεύεται ήπια και χωρίς εντάσεις, όπως ταιριάζει στον ρόλο, από την Αιμιλία Υψηλάντη. Είναι φανερό πως η πείρα και η εμπειρία της χρησιμοποιείται σοφά από τον σκηνοθέτη για να οδηγήσει την ένταση των εξάρσεων του ρόλου όπως πρέπει και όποτε χρειάζεται, με ωριμότητα.


Η καθηλωτική Αθηνά Τσιλύρα είναι παρούσα γεμίζοντας όλη την παράσταση με την πολύπλευρη προσωπικότητά της, η οποία της δίνει όλα τα μέσα για να αποδώσει εκπληκτικά τόσο τον βασικό γυναικείο ρόλο που έχει στο έργο –αυτόν της δόλιας μεγάλης αδελφής-δυνάστη– όσο και τον κυρίαρχο ανδρικό ρόλο του δικηγόρου-βιαστή συζύγου μίας εκ των νεαρών αδελφών της. Σκέφτομαι ότι αυτή η διπλή διανομή θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε καρικατούρα, όμως ο Φεζολλάρι που έχει ξανασυνεργαστεί μαζί της, μπόρεσε να “συγκρατήσει” αυτή την πληθωρική ηθοποιό του θεάτρου και να την οδηγήσει σκηνοθετικά να “βγάλει” τόσο φυσικά το ταπεραμέντο της, σαν ο ρόλος να γράφτηκε ειδικά για εκείνη.


Η Μαρία Καρακίτσου είχε ξεχωρίσει στη μέτρια παράσταση «Ζητιάνος» του Καρκαβίτσα πέρσι. Κι εδώ ο ρόλος της είναι ξεχωριστός καθώς είναι η μία εκ των δύο αδελφών που “έσπασαν” τη σειρά προτεραιότητας και παντρεύτηκε πριν από την πρωτότοκη κόρη.  Η παρουσία της στο έργο είναι σωστή και μετρημένη όσο απαιτεί ο ρόλος της ως της πιο μορφωμένης από όλες τις αδελφές (Αικατερίνη, η δασκάλα).


Η Βασιλική Διαλυνά είναι η εργατική και υπάκουη Εργίνη. Ο ρόλος της είναι ουσιαστικά ο λώρος της οικογένειας με τον έξω κόσμο και την χαρακτηρίζει μια βαθιά κατανόηση και ενσυναίσθηση τόσο για το πιο άγριο όσο και για το πιο αθώο πλάσμα. Εγώ την είδα ως μια γλυκιά και πνευματική φυσιογνωμία της παράστασης, κάποιες στιγμές όμως με κάνει να αναρωτιέμαι αν αυτή η συγκαταβατικότητα την στιγματίζει ως άβουλη κι αόρατη!


Η Ιωάννα Λέκκα ως η ελεύθερη κι αθώα Ερατώ είναι η έκπληξη της παράστασης. Καταφέρνει, χωρίς να έχει μεγάλη εμπειρία στο θεατρικό σανίδι απ’ όσο γνωρίζω, να βγάζει μια συγκλονιστική έκρηξη συναισθημάτων και ψυχής στην παράσταση με τέτοιο φυσικό τρόπο λες και είναι η ίδια η Ερατώ. Η εναρμόνισή της με τον ρόλο της, σε αυτή την παράσταση, είναι δείγμα πως έχει πολλές ικανότητες να εξελιχθεί σε σπουδαία ηθοποιό.


Η Δάφνη Λιονάκη, είναι το “τέρας” της οικογένειας, η πιστή Πηνελόπη, με την νοητική στέρηση και την άσχημη εμφάνιση. Το σκιώδες στοιχείο της οικογένειας, η ντροπή, ο λόγος για την κοινωνική κατακραυγή. Μια διαφορετικότητα που δεν ήταν ποτέ αποδεκτή από την στενή επαρχιακή κοινωνία της δύσκολης εποχής. Πολλές φορές ανατρίχιασα από τα λόγια της και την ερμηνεία της.


Η Αμαλία, είναι η μικρότερη από όλες και ενσαρκώνεται από την δροσερή νεαρή ηθοποιό Μαρία-Νεφέλη Δούκα. Συγκριτικά με την Ερατώ –που προσωποποιεί την γιορτή της νιότης και ωριμάζει σε γυναίκα βιώνοντας την απώλεια και τον απόλυτο έρωτα–, η Αμαλία που προσωποποιεί την ελπίδα (όπως κάθε νέο μέλος σε μια οικογένεια), ωριμάζει βάναυσα μέσα από την απογοήτευση των χαμένων προσδοκιών και την στειρότητα των ρηχών ονείρων της «καλής ζωής» που υπόσχεται ο γάμος με τον γηραιό κύριο Επιθεωρητή. Δεν γνωρίζει ποτέ τον έρωτα. Συγκλονιστικές δηλώσεις των κοινωνικών πεποιθήσεων της τότε εποχής γίνονται με το σώμα, το πρόσωπο, την φωνή και την έκφραση, τόσο δυναμικά που είναι ανατριχιαστικά. Δεν είναι καθόλου εύκολο άλλωστε να υποδύεσαι ταυτόχρονα τον άνδρα και την γυναίκα και να αλλάζεις τον ρόλο στο δευτερόλεπτο, με μόνο όπλο την έκφραση του προσώπου σου.


Η
σκηνοθετική εφευρετικότητα επινόησε τις διπλές διανομές των ρόλων υποχρεώνοντας τις γυναίκες να υποδύονται και τους ανδρικούς χαρακτήρες, με τέτοιο τρόπο όμως που και παραδεκτός ήταν, και εικαστικά αρμονικός και εξυπηρετούσε άψογα την οικονομία της παράστασης, δεδομένου ότι ήδη η διάρκειά της είναι 120΄.

Η μουσική είναι από τις εκπλήξεις της βραδιάς. Αντίθετα από τα αναμενόμενα μοιρολόγια της παράδοσης, η electro, η όπερα και η κρητική μουσική βρίσκουν τρόπο να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται με έναν τρόπο που αναδεικνύει την εξέλιξη και βοηθάει στο παιχνίδι της συναισθηματικής φόρτισης του θεατή. Ρίσκο βέβαια, αλλά κερδισμένο στην προκειμένη περίπτωση.


Δεν θα ήταν σωστό να μην αναφέρουμε την εξαιρετική δουλειά του Γιώργου Λυντζέρη στα κοστούμια και τα σκηνικά. Το ταιριαστό χρωματικό ζευγάρι του μαύρου-κόκκινου ήταν κυρίαρχο σε όλο τον διάκοσμο, τα κεράκια και τα υποτυπώδη μνήματα άφηναν έναν βουβό πένθος να υπάρχει και να συνυπάρχει σε όλες τις σκηνές, ακόμη και σε αυτές που μιλούσαν για έρωτα και ελευθερία… Μου φάνηκε σαν μια δήλωση ότι ο θάνατος υπάρχει πριν απ’ όλα κι αν δεν υπάρχει αυτός δεν μπορεί να ζήσει τίποτα ελεύθερο.

«Η αγάπη άργησε μια μέρα», είναι μια παράσταση που έκανε έναν επιτυχημένο κύκλο, ωρίμασε όμορφα επάνω στη σκηνή και χάρισε στο κοινό που είχε την τύχη να την παρακολουθήσει συγκινητικές στιγμές ωραίας θεατρικής τέχνης. Αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους όσοι συνέβαλαν σε αυτή την επιτυχία…


Στοιχεία, συντελεστές και μέρες και ώρες παραστάσεων, δείτε στο σχετικό δελτίο τύπου…

 

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

Κανένα Σχόλιο

Αφήστε απάντηση