Ο Γιώργος Σκεύας διασκευάζει Φασμπίντερ και η “Μαρία Μπράουν” ζωντανεύει στη σκηνή του θεάτρου της Οδού Κυκλάδων

Γράφει η Ευδοκία Αραβαντινού-Σιμωνέτου
Φωτογραφίες: Χαρά Γερασιμοπούλου

Το θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής δεν έχει για σκηνή το συνηθισμένο πάλκο που χωρίζει τον κόσμο του ηθοποιού από αυτόν του θεατή με την υπερυψωμένη θέση του και με μία αυλαία που ανοίγει την ώρα του θεάματος και κλείνει όταν αυτό τελειώσει (ή διακοπεί). Η αίθουσα στην οποία βρεθήκαμε την Παρασκευή το βράδυ είχε τρεις σειρές κερκίδων αριστερά, στο κέντρο και δεξιά από τη σκηνή, η οποία ως εκ τούτου βρισκόταν ακριβώς στη μέση και στο ίδιο επίπεδο με τις πρώτες σειρές θέσεων. Αυλαία δεν υπήρχε. Ο χώρος ήταν μικρός και λιτός, όπως ακριβώς και τα σκηνικά, όπως ακριβώς δηλαδή, αρμόζει σε ένα έργο που στο επίκεντρο θέτει τον άνθρωπο, τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα αυτού. Ο άνθρωπος νιώθει, σκέφτεται, ελέγχει τη ζωή του. Όλα τα υπόλοιπα –οι συνθήκες– συμπεραίνονται και θεωρούνται σε συνάρτηση με αυτόν.

Ο πόλεμος βρίσκει τη Μαρία Μπράουν να παντρεύεται –το 1943– τον αγαπημένο της Χέρμαν. Θα τον χαρεί μονάχα μισή μέρα και μια ολόκληρη νύχτα κι ύστερα θα τον χάσει στο μέτωπο. Η είδηση ότι πέθανε βρίσκει την ίδια και τη μητέρα της σε απελπιστική οικονομικά κατάσταση, ωστόσο η Μαρία αρνείται να την πιστέψει και συνεχίζει αφοσιωμένη σε αυτό που έκανε μέχρι τότε: στην προσπάθεια να κάνει τα αδύνατα δυνατά, ώστε να επιβιώσει και ταυτόχρονα να παραμείνει συναισθηματικά ανέπαφη και όταν γυρίσει ο άντρας της, να αρχίσει επιτέλους τη ζωή της μαζί του. Πράγματι, ο Χέρμαν επιστρέφει από το μέτωπο τραυματισμένος, αλλά ο φόνος που θα ακολουθήσει τα γεγονότα θα τον στείλει στη φυλακή –στη θέση της Μαρίας– ακριβώς εκείνη τη στιγμή της επιστροφής του. Στη διάρκεια της προσπάθειας της να προετοιμάσει τη ζωή που ονειρεύεται, η Μαρία θα στηριχτεί –πάντοτε μόνο για λόγους επιβίωσης– σε άλλους άντρες, ακόμα και εν γνώσει του ίδιου του Χέρμαν.


Ο λόγος για τον «Γάμο της Μαρίας Μπράουν», το έργο που εκτόξευσε την καριέρα του γερμανού σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, και τον κατέστησε ως τον σημαντικότερο εκπρόσωπο του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου. Το να διασκευάσει κάποιος Φασμπίντερ και να σκηνοθετήσει ένα τόσο σημαντικό του έργο δεν είναι διόλου εύκολο εγχείρημα. Οι ήρωες του, πάντοτε σκοτεινοί, πολυδιάστατοι, και με φανερή αντίθεση μεταξύ του πώς συμπεριφέρονται και του πώς νιώθουν, είναι σπαζοκεφαλιά για κάθε σκηνοθέτη και κάθε ηθοποιό που καλείται να τους αποδώσει. Κι όμως, ο Γιώργος Σκεύας, που μετέφρασε, διασκεύασε για το θέατρο και σκηνοθέτησε τον «Γάμο της Μαρίας Μπράουν» φαίνεται να τα έχει καταφέρει περίφημα.


Πρώτο και βασικότερο στοίχημα που κέρδισε, κατ’ εμέ, είναι αυτό της διανομής των ρόλων. Στο πετσί της Μαρίας Μπράουν -και «στα βήματα» της κινηματογραφικής Χάνα Σιγκούλα– μπαίνει η Λένα Παπαληγούρα. Από την πρώτη στιγμή, σε αιχμαλωτίζει το βλέμμα της. Το κενό που ακολουθεί το «πάγωμα» των συναισθημάτων της ηρωίδας και κατά συνέπεια την εσωτερική της αποστασιοποίηση από τα τεκτενόμενα –ακόμα κι αν αυτά είναι δικιές της επιλογές από ανάγκη– είναι παρόν στα γαλάζια μάτια της και σε διαπερνάει σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Πρόκειται για ένα πολύ δουλεμένο «ανέκφραστο», που έχει φωνή και «μιλάει» συνέχεια για την καταπίεση, την αγωνία και τη θλίψη που βιώνει η γυναίκα αυτή. «Σπάει» μονάχα στις πρώτες στιγμές που μοιράζεται με το Χέρμαν και ύστερα επανέρχεται για όλο το υπόλοιπο έργο, καθώς η ηρωίδα «καταπίνεται» από τη ζωή στην οποία η ίδια εγκλωβίζεται. Οι κινήσεις της αργές, «ρομποτικές», όλες κρύβουν από πίσω την πίεση και το βάρος μιας ζωής που χρειάζεται υπομονή για να τη βγάλει κάποιος εις πέρας.


Εξαιρετικοί είναι επίσης ο Γιώργος Συμεωνίδης, που ερμηνεύει τον Αμερικάνο εραστή της, αλλά και τον λογιστή, η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη που υποδύεται την αλκοολική μητέρα και τη γραμματέα, ο Γιάννης Νταλιάνης, ως ο βιομήχανος που ερωτεύεται τη Μαρία, αλλά και ο Νίκος Γεωργάκης, ως ο οικογενειακός γιατρός που τη γνωρίζει από μικρή. Ο Μάξιμος Μουμούρης, από την άλλη, αν και αποδίδει άρτια το ρόλο του Χέρμαν, δεν καταφέρνει, αρχικά τουλάχιστον, να κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, κυρίως σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ερμηνείες. Επιτυγχάνει, ωστόσο, στην πορεία του έργου, να ενσαρκώσει την αίσθηση της προσωπικής αποστασιοποίησης του Χέρμαν που φτάνει ως και την παραίτηση από αυτό που προσπαθεί έξω από τη φυλακή να χτίσει η γυναίκα του.


Για την ακρίβεια, όλοι οι ήρωες είναι αποκλεισμένοι από την ουσία της προσωπικότητας της Μαρίας Μπράουν. Κάποιους τους κρατά η ίδια σε απόσταση. Αυτοί συναντούν μόνο τη Μαρία Μπράουν που περιμένει και υπομένει, όχι την αληθινή. Κάποιοι κινούνται σε απόσταση γύρω της τσακισμένοι από το δικό τους βάρος, τη δική τους ζωή. Είναι αυτοί –όπως ο γιατρός– που χάνουν στην πορεία την ελπίδα και προτιμούν να αποφεύγουν οποιεσδήποτε αναμνήσεις από κάποια προηγούμενη ευτυχία για χάρη μιας –έστω υποτυπώδους– παρούσας ανακούφισης. Το αντίθετο, δηλαδή, από αυτό που κάνει η Μαρία Μπράουν : Μόνο αν είμαστε δυστυχείς μπορούμε να ελπίζουμε στην ευτυχία, θα σημειώσει.


Δεύτερο στοίχημα κερδισμένο για το Σκεύα: η σκηνοθεσία. Όλοι οι ηθοποιοί κινούνται και μιλάνε αργά –κάποιες φορές υπερβολικά αργά– εγκλωβισμένοι μέσα στην τσακισμένη από τον πόλεμο ζωή τους, την ίδια στιγμή που το οικονομικό θαύμα της μεταπολεμικής Γερμανίας φαίνεται να βάζει τη χώρα σε ρυθμούς ταχείς. Κινούνται γύρω από το μοναδικό αντικείμενο της σκηνής: ένα τραπέζι του μπιλιάρδου, και κυκλικά, ώστε να μπορούν οι θεατές κάθε κερκίδας να παρακολουθούν την παράσταση. Το έργο έχει χωριστεί σε πολλά και μικρά  κεφάλαια, κάτι που στην αρχή είναι κουραστικό και μοιάζει να «κομματιάζει» τη ροή, αλλά που εν τέλει λειτουργεί υπέρ της παράστασης. Πρώτον, γιατί κάνει το έργο να εκτυλίσσεται επίπεδα και ασφυκτικά, σαν ευθύ καρδιογράφημα, –μέχρι στο τέλος και τελείως απρόσμενα να τιναχτεί ο θεατής στον αέρα– και δεύτερον, γιατί στα κενά μεταξύ αυτών των κεφαλαίων μπόρεσαν να παρεμβληθούν βιντεάκια με εικόνες από τη Γερμανία του τότε, μεταδίδοντας λίγο από το κλίμα που περιέβαλλε τις ζωές των ηρώων.


Τρίτο στοίχημα: η μουσική και ο φωτισμός. Το σκηνικό είναι αρκετά σκοτεινό και σιωπηλό. Το μόνο που φωτίζεται είναι ο χώρος που καταλαμβάνουν οι κινήσεις των ηρώων και το μόνο που ακούγεται είναι τα λόγια τους. Συντελεί κι αυτό στην «ασφυξία», στο αίσθημα του «εγκλωβισμού» και εν τέλει στην αντίθεση με την ανοδική και «φωτεινή» πορεία που υποτίθεται ότι βιώνει η Γερμανία ως χώρα την περίοδο αυτή.


Στο τέλος του έργου αυτού, που χαρακτηρίζεται ως πορτραίτο του γερμανικού οικονομικού θαύματος, ως το πορτραίτο ολόκληρης της μεταπολεμικής Γερμανίας, απομένει μία και μόνη ερώτηση: Ο σκοπός να ζήσει κανείς την ώρα της λύτρωσης, της γαλήνης και της ηρεμίας αγιάζει τα μέσα  ή τελικά τα μέσα «καταπίνουν» μέσα τους τον άνθρωπο και τελικά τον ίδιο τον σκοπό; Ο άνθρωπος που περιφρονεί τον εαυτό και τις ηθικές του αξίες –και σε δεύτερο επίπεδο μια ολόκληρη χώρα– μπορεί, όταν έρθει η ώρα της ανακούφισης, να συνεχίσει από εκεί που «το άφησε», σαν να μη συνέβη ποτέ ο πόλεμος και οι συνέπειες αυτού;

* Δείτε το δελτίο τύπου με όλες τις πληροφορίες για την παράσταση

———————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here