Ξορκισμένες διαταραχές σε μια παράσταση γεμάτη από αγάπη και γέλιο!

Γράφει η Γιώτα Πριόνα
Φωτογράφηση: Μάριος Γκούβας

Το γέλιο, είχα διαβάσει κάποτε, είναι η καλύτερη θεραπεία. Μειώνει αισθητά το άγχος της καθημερινότητας και λειτουργεί ως καταπραϋντικό προς πάσης φύσεως πληγή, ψυχική και σωματική. Η παράσταση λοιπόν που θα σας παρουσιάσω σήμερα είναι συνυφασμένη με το γέλιο. Το ασταμάτητο, το αυθόρμητο, το αναλγητικό, το εξιλεωτικό γέλιο. Και απέναντι στο γέλιο, κατά μήκος της θεατρικής σκηνής όλα εκείνα τα προβλήματα, οι ψυχαναγκασμοί και οι νευρώσεις, κακοί δαίμονες μιας πραγματικότητας γεμάτης φοβίες. Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα στο θέατρο ΗΒΗ, όπου βρεθήκαμε για να συμμετάσχουμε και οι ίδιοι στην ομαδική ψυχοθεραπεία του TOC TOC.

toc_toc_theater_2014_12_001

Το TOC TOC γεννήθηκε και ανέβηκε θεατρικά για πρώτη φορά στο Παρίσι το 2005. Αποτελεί ένα εκ των σημαντικότερων δημιουργημάτων του γάλλου συγγραφέα Laurent Baffie. Η συντομογραφία TOC ανήκει στον γαλλικό όρο “Trouble Obsessionnel Compulsif”, ελληνιστί «Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή». Οι περιπτώσεις των ασθενών και τα συμπτώματα που παρουσιάζονται στην παράσταση είναι γνώριμες εκδηλώσεις της διαταραχής, η οποία χαρακτηρίζεται από ιδεοληψίες, δηλαδή έμμονες ιδέες που διακατέχουν τους πάσχοντες χωρίς λόγο, και ψυχαναγκασμούς, εν ολίγοις την κατ’ ανάγκη επανάληψη πράξεων, εξωτερικών ή εσωτερικών από το άτομο.

toc_toc_theater_2014_12_028

Η παράσταση λοιπόν ξεκινά. Στο lobby ενός ιατρείου ψυχιάτρου περιμένει ο Φώτης ένας μεσήλικας με σύνδρομο Gilles de la Tourette, εξ’ αιτίας του οποίου βωμολοχεί ασύστολα, δίχως να μπορεί να το ελέγχει. Έπειτα καταφθάνει ο Βασίλης. Ταξιτζής, Θεσσαλονικιός και Παοκτζής με αριθμομανία και εμμονή στην συλλογή αντικειμένων. Η «ιδιαίτερη» παρέα αυξάνεται συνεχώς. Την ίδια ακριβώς ώρα έχουν ραντεβού με τον γιατρό και η Νίτσα που πάσχει από μικροβιοφοβία, η θεούσα Μαρία που αντιμετωπίζει τικ επαλήθευσης, ενώ παράλληλα εμφανίζει και συμπτώματα πολλαπλής προσωπικότητας, η Λίλη που επαναλαμβάνει δύο και τρεις φορές, ή και ασταμάτητα(!) την κάθε της φράση και τέλος ο Μπάμπης που φοβάται να πατήσει σε γραμμές και έχει εμμονή με την συμμετρία.

toc_toc_theater_2014_12_039

Η ώρα περνά και η γραμματέας του γιατρού τους ενημερώνει πως εκείνος θα καθυστερήσει. Έτσι η παρέα των έξι αναγκάζεται, κατά μία έννοια, να γνωριστεί καλύτερα. Οι πρωταγωνιστές μας ξεκινούν δειλά να μιλούν για τις ζωές αποκαλύπτοντας σταδιακά πτυχές του χαρακτήρα τους. Η σχετική επιφυλακτικότητα της πρώτης επαφής μετατράπηκε σε μια πρωτόγνωρη οικειότητα μεταξύ αγνώστων, έπειτα από ειλικρινείς διαλόγους, ξεσπάσματα, πειράγματα και συγκρούσεις.

toc_toc_theater_2014_12_025

Παρ’ ότι γίνονται αντιληπτά ορισμένα φύσει στερεοτυπικά χαρακτηριστικά -σήμα κατατεθέν κάθε ήρωα, αυτά ωστόσο ούτε θίγουν ούτε προκαλούν. Κάθε χαρακτήρας χτίζεται σταδιακά, έντεχνα εμπρός στα μάτια του θεατή, ώστε να διακωμωδείται η εκάστοτε διαταραχή, δίχως ίχνος χλευασμού. Η βωμολοχία είναι έντονη, ενταγμένη κυρίως στα πλαίσια του συνδρόμου Tourette, προκάλεσε, ωστόσο το γέλιο στο κοινό, το οποίο αποδείχθηκε απελευθερωμένο από προκαταλήψεις και καθωσπρεπισμούς. Τολμώ συνεπώς να σας μιλήσω για άρτια σκηνοθεσία του Κώστα Σπυρόπουλου, ο οποίος, μαζί με την Κατερίνα Μπέη, έχει επιμεληθεί και τα κείμενα της παράστασης. Αγγίζει, ομολογουμένως, πτυχές της διαταραχής με ευαισθησία, φροντίζοντας να μην προσβάλλονται πρόσωπα και καταστάσεις, με σεβασμό ή αν θέλετε και θαυμασμό προς όλους εκείνους που, αν και ταλαιπωρούνται, καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα εμπόδια που φέρνουν στον δρόμο τους οι ψυχογενείς διαταραχές.

toc_toc_theater_2014_12_008

Όταν το σκηνοθετικό «στήσιμο» μιας παράστασης είναι πετυχημένο, μένει να βρεθούν οι κατάλληλοι ηθοποιοί που είναι σε θέση να φέρουν εις πέρας το εξαιρετικά απαιτητικό εγχείρημα της επικοινωνίας του έργου στο κοινό. Δεν σας κρύβω πως στο TOC TOC με εντυπωσίασαν όλοι οι ηθοποιοί, ένας προς έναν. Η πραγματική αποθέωση ξεκινά από την εξαιρετικά ταλαντούχα περσόνα των ελληνικών καλλιτεχνικών δρώμενων Ματθίλδη Μαγγίρα, στον ρόλο της θεούσας Μαρίας με το τικ επαλήθευσης. Το παίξιμό της, με αυτή του την αναγκαία, λόγω ρόλου, υπερβολή αποτελεί ένα από τα highlight της παράστασης.

toc_toc_theater_2014_12_015

Άξιος τόσο σκηνοθετικά όσο και υποκριτικά στέκεται στην σκηνή και ο Κώστας Σπυρόπουλος, υποδυόμενος τον Βασίλη, ταξιτζή με αριθμομανία. Χαρίζει γέλιο και πανέξυπνες ατάκες απλόχερα, κερδίζει το στοίχημα από την πρώτη έως την τελευταία γραμμή του ρόλου του.

toc_toc_theater_2014_12_031

Στο πρώτο-βασικό τρίπτυχο αναφοράς και ο Κώστας Βαλαβανίδης ή αλλιώς Φώτης με σύνδρομο Tourette, σε έναν ρόλο καθοριστικό για την έκβαση της πλοκής. Στο κομμάτι της βωμολοχίας… του δίνει και καταλαβαίνει, μα δεν ενοχλεί ούτε το αφτί ούτε το μάτι του θεατή, κάτι που υποψιάζομαι πως ελάχιστοι στην θέση του θα μπορούσαν να καταφέρουν. Όλη η σημασία της εξαιρετικής απόδοσης του επί σκηνής έγκειται στην σταθερότητα του υποκριτικά.

toc_toc_theater_2014_12_002

Εξίσου ταιριαστή ως Νίτσα, πάσχουσα από μικροβιοφοβία, η Χριστίνα Θεοδωροπούλου, με την βαριά, πολύ βαριά accent της Λαρισαίας, ντυμένη στα λευκα από την κορυφή ως τα νύχια. Δύσκολο έως ακατόρθωτο να μην γελάσεις με την εμμονή της στο ανοιχτό παράθυρο και τις καθαρές καρέκλες.

toc_toc_theater_2014_12_014

Για το τέλος, οι δύο νεότεροι (στο χώρο του θεάτρου) της παράστασης. Ο λόγος για την Κατερίνα Τσάβαλου και τον Ορφέα Παπαδόπουλο. Στάθηκαν οι δυο τους πλάι σε πεπειραμένους ηθοποιούς και τα κατάφεραν περίφημα! Η Λίλη της υπόθεσης, Κατερίνα Τσάβαλου, επαναλαμβάνει τα πάντα εις διπλούν. Τα βασικά χαρακτηριστικά της ηρωίδας που υποδύεται θεωρητικά την βοηθούν ώστε να προκαλέσει το γέλιο, εκείνη, παρ όλα αυτά, απέδειξε με τις ικανότητες της πως το πραγματικά υπέροχο στον ρόλο της είναι η ίδια! Ως Μπάμπης με φόβο προς κάθε γραμμή και ασύμμετρο, ο Ορφέας Παπαδόπουλος συντροφεύει επάξια το υπόλοιπο cast, όντας ο ευαίσθητος, προνοητικός και ιδιαίτερα συμπαθής ήρωας, με τις αντιδράσεις του να κερδίζουν το κοινό.

toc_toc_theater_2014_12_049

Έξι λοιπόν ιδιόρρυθμες προσωπικότητες απαρτίζουν το TOC TOC και το στοίχημα ένα. Μια ομαδική ψυχανάλυση, με τον γιατρό απόντα και μοναδική επιθυμία να μοιραστεί ο ένας με τον άλλο όσα προβλήματα τους κατατρώνε την ψυχή. Και ναι, όλοι τους αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες, όλοι τους τυραννιούνται, όλοι τους αποζητούν κάπου να πιαστούν, μέχρις ότου αντιλαμβάνονται πως πραγματική γιατρειά είναι η αγάπη και η συμπόνια. Όταν για μία μόνο στιγμή καθένας τους αποστασιοποιήθηκε από το πρόβλημά του και εστίασε στην δυσκολία του άλλου, με μόνο σκοπό να δώσουν δύναμη και κουράγιο, όταν η ενσυναίσθηση νίκησε τον φόβο και την αβεβαιότητα, τότε έγινε αυτό το πραγματικά σπουδαίο βήμα καταπολέμησης της διαταραχής. Αυτό είναι και το πραγματικό νόημα της ψυχοθεραπείας. Όχι απαραίτητα να σε βοηθήσει να ξεπεράσεις τις δύσκολες καταστάσεις, αλλά να καταφέρεις να τις αποδεχθείς ως έχουν, να ωριμάσουν μέσα σου κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μεταβληθεί σταδιακά και η σκοπιά από την οποία τις αντικρίζεις. Ένα ολόκληρο θέατρο γέλασε με την ψυχή του, μαζί του και εγώ. Και δεν σας κρύβω ότι πλέον το πιστεύω πως βάλσαμο για ταραγμένες ψυχές είναι τα γέλια, οι ειλικρινείς συζητήσεις και κάτι τέτοιες βραδιές γεμάτες αγάπη. Μόνο αγάπη!

toc_toc_theater_2014_12_058

Μετά το τέλος της παράστασης συναντήσαμε τον Κώστα Σπυρόπουλο, σκηνοθέτη και έναν εκ των «ηθικών αυτουργών» της επιτυχίας της παράστασης.

Music Corner: Είστε ένας εκ των πρωταγωνιστών αλλά και ο σκηνοθέτης της παράστασης. Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο;
Κώστας Σπυρόπουλος: Θα σου πω το εξής: Καμιά φορά τα έργα δεν τα επιλέγουμε, μας επιλέγουν. Δηλαδή το ότι έρχεται στα χέρια σου ένα έργο μπορεί να μην είναι και επιλογή σου. Ξαφνικά κάποιος θα στο συστήσει, ένα τυχαίο γεγονός. Κάπως έτσι συνέβη με μένα. Ένας φίλος μου το έφερε πριν από χρόνια. Όταν το διάβασα δεν ξέρω αν το εκτίμησα τόσο σωστά. Το άφησα λίγο στην άκρη γιατί γενικότερα ο έλληνας με τον ψυχίατρο δεν τα χει καλά. Πάντα θεωρούμε ότι επειδή έχουμε φίλους μπορούμε να το υποκαταστήσουμε. Το έργο αποδομεί αυτά τα ιδεοψυχαναγκαστικά σύνδρομα, τα κανιβαλίζει, τα γελάει και έτσι ο θεατής μπορεί πιο εύκολα να τα δέχεται, μπαίνει μέσα σε αυτή την ιστορία. Και ζει και καταλαβαίνει και νιώθει τους ανθρώπους αυτούς που πάσχουν, μέσα από ένα φίλτρο κωμωδίας. Αν το έργο ήταν δράμα δε θα το επέλεγα.

Music Corner: Ενδιαφέρον. Αυτό ήταν το χαρακτηριστικό που σας εξίταρε εξ αρχής;
Κώστας Σπυρόπουλος:
Ναι. Η ματιά που είδε ο συγγραφέας αυτά τα πράγματα. Επειδή όλοι πάσχουμε από αυτό. Βεβαίως θέλω να σου πω ότι το τέλος ήταν καταλύτης. Όπως επίσης και το θέμα του group therapy. Ότι αυτοί οι άνθρωποι που έρχονται από διαφορετικά μέρη, που είναι μακριά ο ένας από τον άλλο, που δεν γνωρίζονται μέχρι πριν από μία ώρα, ξαφνικά βρίσκονται τόσο κοντά που, και φίλοι να ήταν, δε θα μπορούσαν να έχουν μηδενίσει αυτές τις αποστάσεις μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό σημείο απ’ ότι είδατε στο έργο που ξεχνούν τα τικ τους. Αυτά ήταν επίσης δύο σημεία που με εξίταραν, όπως επίσης και ότι το έργο είναι μοντέρνο, είναι real time. Δύο ώρες θεατρικός χρόνος, δυο ώρες πραγματικός χρόνος. Αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται στην αίθουσα αναμονής για δύο ώρες, όσες είναι και η παράσταση. Αυτές τις δύο ώρες είμαστε επί σκηνής, δεν σταματάμε καθόλου και μπορείς να το χτίσεις από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν είναι σαν τα έργα που σβήνουν για λίγο, πας στο καμαρίνι, ξανάρχεσαι. Από την στιγμή που θα βγεις στην σκηνή τελειώνεις κιόλας.

toc_toc_theater_2014_12_066

Music Corner: Να πούμε δυο λόγια για τον ρόλο σας;
Κώστας Σπυρόπουλος:
Ο ρόλος μου είναι αυτός ο ταξιτζής ο Θεσσαλονικιός ο Παοκτζής, που λατρεύει τον Στράτο Διονυσίου και έχει rasta. Έχει χτιστεί έτσι, επειδή εμείς έχουμε κάνει την διασκευή, η Κατερίνα η Μπέη και εγώ δηλαδή και το φέραμε στα ελληνικά δεδομένα. Τον προτίμησα έτσι ακριβώς επειδή είναι ένας λαϊκός άνθρωπος, ένας οπαδός του ΠΑΟΚ, και των γηπέδων άνθρωπος, ο οποίος παράλληλα πάσχει από ένα είδος αυτισμού. Είναι rastaman, ακριβώς για να είναι ιδιαίτερος και να μην είναι γραφικός. Για να μην είναι ο γραφικός λαϊκός άνθρωπος. Είναι αριθμομνήμων, τα μεταφράζει όλα με τα νούμερα. Έχω κάτι κοινό με αυτόν. Επειδή έχω κάνει Πολυτεχνείο και οι αριθμοί ήταν για μένα πάντα κάτι σημαντικό, όπως και τα μαθηματικά, πραγματικά μπορώ να υπολογίζω και να μετράω τα πάντα. Είχα και ιδεοψυχαναγκαστικό, έπρεπε να μετράω πάντα τι έχω και πόσα έχω.

Music Corner: Άρα δεν ήταν δύσκολο να μπείτε στον ρόλο.
Κώστας Σπυρόπουλος:
Όχι. Κοίτα, το δυσκολότερο είναι να παίζεις τον εαυτό σου στο θέατρο. Πάντα κάτι κρύβεις. Κάτι φοβάσαι να βγάλεις. Δηλαδή πιο δύσκολο είναι να μεταφέρεις τον εαυτό σου από το να μεταφέρεις έναν άλλο άνθρωπο που βλέπεις απ’ έξω. Απλά είσαι πιο εξοικειωμένος με αυτά, τα σύνδρομα.

Music Corner: Η δική σας θέση πάνω στην ψυχανάλυση; Γιατί μπορεί να λέμε ότι έχουμε εξοικειωθεί όσο περνούν τα χρόνια, αλλά παραμένει ζήτημα ταμπού για τον Έλληνα.
Κώστας Σπυρόπουλος:
Είναι. Και η θέση μου είναι η εξής: Κανείς πρέπει να επιδιώκει, να την κάνει. Πολλές φορές με φίλους μου γιατρούς που έχουν αυτή την ειδικότητα συζητάμε. Βεβαίως θέλω να σου πω κάτι. Ενώ σου λέω όλα αυτά, έχω κάτι ιδιαίτερο. Θεωρώ ότι αν επισκεπτόμουν συχνά νομίζω ότι θα αποδυναμωνόμουν. Γιατί θεωρώ ικανή και αναγκαία συνθήκη τον ρόλο του ψυχιάτρου ή του ψυχολόγου, χωρίς να δημιουργήσει εξάρτηση. Δηλαδή αν ένας άνθρωπος που σε παρακολουθεί σου δημιουργεί εξάρτηση, αυτόματα φεύγεις από κάτι και πας και κολλάς κάπου αλλού. Δεν μπορείς να κάνεις χωρίς αυτόν. Ούτε αυτό μ’ αρέσει. Δεν μπορώ να το δεχθώ. Εκεί καταλαβαίνεις και το πόσο σοβαρός μπορεί να είναι ένας άνθρωπος, ένας γιατρός με αυτή την ειδικότητα. Δηλαδή να προσπαθεί να σε θεραπεύσει και να σε αφήσει ελεύθερο. Όπως σε αφήνει το σπίτι σου για να πετάξεις με τα δικά σου φτερά. Αυτή λοιπόν είναι η θέση μου. Βεβαίως να πας, βεβαίως να το επιδιώξεις, αλλά να ξέρεις πού πας, γιατί μπορεί να πας κάπου όπου θα γίνεις χειρότερα.

toc_toc_theater_2014_12_063

Music Corner: Αυτές τις δύο ώρες της παράστασης το κοινό γελούσε ασταμάτητα. Δεδομένου ότι είναι η δεύτερη χρονιά παραστάσεων, τι πιστεύετε πως είναι αυτό που αγάπησε περισσότερο το κοινό;
Κώστας Σπυρόπουλος: Ο κόσμος αγαπά το γεγονός ότι μπορείς να νομιμοποιήσεις κάποια «ελαττώματά» σου, να διασκεδάσεις με αυτά, να τα κανιβαλίσεις, να τα αποδομήσεις και έτσι να τα ξορκίσεις, να φύγουν. Δηλαδή, αυτό που εσύ μπορεί να το κρύβεις, πολύ εύκολα μπορεί να κοινωνικοποιηθεί, πολύ εύκολα μπορείς να ζήσεις με αυτό και όχι να σε κάνει να νιώθεις άσχημα, να νιώθεις κατώτερος. Ένα είναι αυτό. Κάτι άλλο είναι πως αυτή την δεκαετία που διανύουμε και τις επόμενες, οι άνθρωποι σκέφτονται το τι είναι, όχι το τι έχουν. Οι προηγούμενες ήταν «Έχω λεφτά, έχω ένα σπίτι, έχω μια πισίνα, έχω ένα hummer, έχω έχω έχω τα κέρατά μου!»… Και τώρα, λέει, εγώ που είχα ή έχω, τι είμαι; Τώρα που μου τα πήραν κιόλας, τι έμεινε σε εμένα; Εγώ! Εγώ πώς είμαι για να τα ξαναστήσω; Το έργο είναι το μέσα, είναι οι άνθρωποι, το τι νιώθουν. Και οι απόκρυφες στιγμές τους, οι οποίες δεν είναι κλειδαρότρυπες. Είναι στιγμές καθημερινότητας, είναι εσωτερικοί μονόλογοι, τικ που είναι παράλληλα με την ζωή . Όλα αυτά! Όπως και το ότι τα δέχεται και ότι τα φιλτράρει μέσα από κωμωδία ο συγγραφέας Laurent Baffie. Το έργο έχει πετύχει στην Αργεντινή τρία χρόνια, στην Γαλλία, στην Ισπανία, στον Καναδά, στην Βραζιλία, είναι δηλαδή μια διεθνής επιτυχία, την οποία ευτυχούμε και εμείς να έχουμε δεύτερο χρόνο. Όλα αυτά πιστεύω συντελούν στο να είναι το έργο σημερινό, να αγγίζει ένα απόλυτο σήμερα. Βγαίνω πολύ έξω γενικά. Πηγαίνω σε μαγαζιά, σε μπαρ, οπουδήποτε. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ πώς περνάει ο κόσμος, πως διασκεδάζει. Και ο κόσμος πια δεν διασκεδάζει όπως πριν. Είναι αλλιώς. Σου δίνει πολύ δύσκολα τα λεφτά του και καλά κάνει. Ψάχνεται, ξεσπάει, ψυχοθεραπεύεται. Είναι κάτι άλλο τώρα πια. Εμείς που ψυχαγωγούμε, υποτίθεται, και διασκεδάζουμε παράλληλα τον κόσμο, οφείλουμε να είμαστε στην πρώτη γραμμή. Και όχι στο σπίτι μου να κάθομαι να γράφω ή να στοχάζομαι. Δεν γίνεται από το σπίτι σου πια. Αυτή είναι η άποψή μου.

Music Corner: Πείτε μου λοιπόν έναν λόγο για τον οποίο θα παροτρύνατε τον θεατή να έρθει και να παρακολουθήσει την παράσταση.
Κώστας Σπυρόπουλος:
Γιατί… αγάπη ρε μ#υν!@ (γέλια)

Music Corner: Το σύνθημα της παράστασης έτσι;
Κώστας Σπυρόπουλος:
Ναι. Αυτό το «αγάπη ρε μ#υν!@» δεν το βγάλαμε εμείς, είναι αντιεξουσιαστικό σύνθημα. Είναι όμως για μένα η απόγνωση, δεν υπάρχει πλέον κάτι άλλο. Αυτό έμεινε, η αγάπη. Και αυτοί οι άνθρωποι την αγάπη βρήκαν σε ένα τέταρτο, εκεί πάνω γραπώθηκαν και είδες; Ξέχασαν τα τικ τους! Δεν υπάρχει κάτι άλλο. Δηλαδή, αποφάσισέ το! Και βλέπεις ότι έχει μεταφραστεί στην ελληνική κοινωνία με τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Αυτές μετά το’50, τα μπακάλικα που έστησαν και δούλευαν η μάνα, ο πατέρας, ο ξάδερφος από το χωριό, ο ένας ο άλλος αυτές ήταν οικογενειακές επιχειρήσεις τις οποίες κληροδοτούσαν στα παιδιά τους. Τους ενδιέφερε να χουν τον πελάτη τους, δεν ήταν ανώνυμες εταιρίες και όμιλοι. Ήταν εστίες ζεστασιάς. Ήταν αγάπη ρε μ#υν!@. Απλώς σε άλλες αποχές αυτό, ηθικοπλαστικά, μπορεί κανείς να μη το λέει έτσι και να πει «αγάπη εστί»… Εδώ η εποχή είναι αυτή! Καθαρά πράγματα.

Αποκλειστικές φωτογραφίες του MusicCorner από την παράσταση

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή φωτογραφιών, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here