Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Σαν σήμερα, στις 7 Ιουλίου 1936, γεννήθηκε στα Ανώγεια της Κρήτης ο Νίκος Ξυλούρης, ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους στη μουσική ιστορία της πατρίδας μας. Είθισται οι περισσότερες αναφορές στον θρυλικό καλλιτέχνη να γίνονται κατά την επέτειο της εκδημίας του στις 8 Φεβρουαρίου και να αγνοείται η γενέθλια ημέρα του, η οποία δεν είναι απολύτως επιβεβαιωμένη, λόγω του ότι οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής κατέστρεψαν τα πολύπαθα Ανώγεια το 1944 και έκαψαν τα έγγραφα του ληξιαρχείου.

Παρόλο που έφυγε πολύ νέος, πριν συμπληρώσει τα 44 έτη ζωής, πρόλαβε να αφήσει τεράστιας σημασίας έργο, είτε στα παραδοσιακά της Κρήτης είτε στα λεγόμενα έντεχνα με τα οποία έγινε ευρύτερα γνωστός στο Πανελλήνιο και έφτασε, δικαίως, στα όρια του μύθου.

Η οικογένειά του δεν ήταν πλούσια, κάτι που ίσχυε για τις περισσότερες οικογένειες των ορεινών περιοχών, αλλά ήταν αξιοσέβαστη, κυρίως, λόγω του ξακουστού Ψαράκη, που ήταν ο παππούς του Νίκου και υπήρξε ένας από τους γνωστότερους οπλαρχηγούς στον αγώνα κατά των Τούρκων κατακτητών. Ο Νίκος έδειξε την αγάπη του για τη μουσική της πατρίδας του εξ απαλών ονύχων και προσπάθησε να πείσει τον πατέρα του να του αγοράσει λύρα. Όμως, ο πατέρας του ήταν ανένδοτος, αφού δεν ήθελε να γίνει λυράρης ο γιος του. Το επάγγελμα του μουσικού ήταν σχεδόν ανυπόληπτο εκείνα τα χρόνια και ο Γιώργης Ξυλούρης, πατέρας του Νίκου, επιθυμούσε να ασχοληθεί με κάτι πιο σίγουρο ο γιος του. Στο σημείο αυτό διαδραμάτισε κομβικό ρόλο ο δάσκαλός του στο δημοτικό σχολείο, Μενέλαος Δραμουντάνης, ο οποίος αντιλήφθηκε την έφεση του μικρού προς τη μουσική καθώς και την ξεχωριστή φωνή του, με αποτέλεσμα να πιέσει τον πατέρα του Νίκου να του αγοράσει μία λύρα. Έτσι ξεκίνησε η εντονότερη ενασχόλησή του με τη μουσική. Γενικά, ο Νίκος θεωρείται αυτοδίδακτος στη λύρα αν και, κατά μία εκδοχή, πιστεύεται ότι υπήρξε μαθητής του λυράρη Λεωνίδα Κλάδου. Σημειωτέον ότι ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του ήταν ο διάσημος λυράρης Καραμουζαντώνης (Αντώνης Σκουλάς). Προφανώς ο Νίκος και τα αδέλφια του, Γιάννης και Αντώνης, κληρονόμησαν το μουσικό ταλέντο του παππού τους.

Γύρω στο 1953, ο Νίκος μετακόμισε στο Ηράκλειο αναζητώντας μία καλύτερη (μουσική) τύχη. Τα πρώτα χρόνια ήταν, σίγουρα, πολύ δύσκολα και ο Νίκος ζούσε σε καθεστώς μεγάλης φτώχειας. Όντας περήφανος δεν θέλησε να δεχτεί βοήθεια από τον πατέρα του. Πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή, όσο κι αν φαίνεται περίεργο στις ημέρες μας, στα αστικά κέντρα της Μεγαλονήσου δεν ήταν της μόδας η κρητική μουσική αλλά ξενόφερτα χορευτικά τραγούδια τύπου βαλς, τανγκό και σάμπα. Ο νεαρός Νίκος αναγκάστηκε να εναρμονιστεί με το πνεύμα της εποχής και «υποχρεώθηκε» να παίζει τα τραγούδια αυτά, ούτως ώστε να μην μένει άνεργος. Ωστόσο, η αγάπη του για την κρητική παράδοση του έδωσε ισχυρό κίνητρο για να εντάσσει σταδιακά και κάποια παραδοσιακά τραγούδια στο πρόγραμμά του. Ο κόσμος αποδεχόταν το πείραμα του Νίκου με αποτέλεσμα να συνεχιστεί η διαδικασία αυτή που οδήγησε τελικά σε αναστροφή του κλίματος υπέρ των παραδοσιακών κρητικών ασμάτων. Σιγά σιγά, έγινε γνωστός σε μεγάλο μέρος της Κρήτης και ήταν περιζήτητος στα πανηγύρια και στους γάμους, αφού πέρα από εξαίρετος λυράρης, τραγουδούσε πανέμορφα με τη χαρακτηριστική φωνή του.

Το 1956 γνώρισε την Ουρανία Μελαμπιανάκη και δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκαν, παρ’ όλο που τους χώριζαν κοινωνικές διαφορές (η οικογένεια της Ουρανίας ήταν ευκατάστατη σε αντίθεση με την οικογένεια Ξυλούρη). Την ίδια χρονιά (1958) ηχογράφησε τα δύο πρώτα του τραγούδια σε δίσκο από την Odeon: την «Κρητικοπούλα» και το «Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές». Στο λαούτο έπαιζε ο αδελφός του, Γιάννης και στα φωνητικά, λόγω έλλειψης κάποιας τραγουδίστριας, συμμετείχε η σύζυγός του. Τονιστέον το ότι η Odeon δίσταζε να κυκλοφορήσει το δίσκο υπό τον φόβο της αποτυχίας, αλλά ο επιχειρηματίας και πολιτικός Παύλος Βαρδινογιάννης εγγυήθηκε για την κάλυψη ενδεχόμενης οικονομικής ζημίας, αν δεν ήταν ικανοποιητικές οι πωλήσεις. Τελικά ο δίσκος ήταν ευπώλητος και έδωσε ακόμα μία ώθηση στην πορεία του Νίκου Ξυλούρη.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, έκανε αρκετές ηχογραφήσεις με παραδοσιακά τραγούδια, ενσωματώνοντας στους δίσκους του και τα ριζίτικα. Με τη Fidelity συνεργάστηκε σε μια σειρά δίσκων 45 στροφών και αργότερα (1965-1967) με τη Music Box. Ο ίδιος πίεζε τους ανθρώπους των εταιρειών, ούτως ώστε στη μία πλευρά του δίσκου να ακούγεται ένα ριζίτικο και στην άλλη ένα συρτό, που ήταν εμπορικότερο. Τονίζουμε ότι εκείνα τα χρόνια δεν ακούγονταν ευρέως τα ριζίτικα. Συνεπώς, ήταν κάπως ριψοκίνδυνη βούληση του Ξυλούρη να εντάσσει τραγούδια που δεν ήταν πολύ γνωστά στο ευρύ κοινό.

Το 1966 συμμετείχε σε φολκλορικό διαγωνισμό στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας, όπου κέρδισε το πρώτο βραβείο. Το 1969 ηχογράφησε την «Ανυφαντού» που αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία ενώ την ίδια χρονιά πήγε στην Αθήνα για λίγες παραστάσεις όπου σημειώθηκε κοσμοσυρροή. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στην πρωτεύουσα μετά και την παρακίνηση από τον ισχυρό άνδρα της COLUMBIA, Τάκη Β. Λαμπρόπουλο. Η παραμονή του στην πρωτεύουσα του έδωσε τη δυνατότητα συνεργασίας με τους Γιάννη Μαρκόπουλο και Σταύρο Ξαρχάκο με τον ίδιο να χαρίζει εκπληκτικές ερμηνείες στα έργα τους και να γίνεται ευρύτερα γνωστός σε όλη την Ελλάδα. Στη συνέχεια συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τους Χρήστο Λεοντή, Χριστόδουλο Χάλαρη, Λίνο Κόκοτο, Ηλία Ανδρόπουλο και Λουκά Θάνο, επιτυγχάνοντας να απογειώσει τα, ούτως ή άλλως, σπουδαία τραγούδια τους.

Τα αριστουργηματικά κομμάτια που απέδωσε με απαράμιλλο τρόπο συνδέθηκαν με τις δύσκολες συνθήκες της επταετίας καθώς και με τις προσδοκίες για έναν πραγματικά καλύτερο κόσμο κατά την Μεταπολίτευση. Έτσι αγαπήθηκε σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο από τους Κρητικούς αλλά και από όλους τους Έλληνες που βρίσκονται είτε εντός των συνόρων της χώρας μας είτε σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η φωνή του ξέφυγε από τα όρια της Κρήτης και αγκάλιασε ολάκερη την Ελλάδα αφήνοντας ένα ισχυρότατο αποτύπωμα στην εποχή του και στις επόμενες γενιές. Κάνοντας κτήμα του κάθε τραγούδι κατάφερε να το μεταλαμπαδεύσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η λεβεντιά του και η αυθεντικότητά του τον συνόδεψαν σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του και αυτό έγινε πλήρως αντιληπτό από τον κόσμο που τον εκτίμησε δεόντως. Ως γνωστόν, στα τελευταία 2-3 χρόνια της ζωής του η προσέλευση του κόσμου ήταν δραματικά μειωμένη στα κέντρα όπου τραγουδούσε, αλλά αυτό το φαινόμενο δεν είχε σχέση τόσο με την αξία του Ξυλούρη, όσο με την αλλαγή του μουσικού τοπίου στη χώρα μας.

Αναμφίβολα, η καλλιτεχνική ευφυΐα του και το μουσικό ένστικτό του με την αξεπέραστη φωνή του πρόσφεραν πολλά από τα πιο σπουδαία και εκρηκτικά δείγματα μουσικής δημιουργίας στον τόπο μας. Σε κάθε περίπτωση, η κληρονομιά του Νίκου Ξυλούρη είναι ανεκτίμητη, αφού υπήρξε συγκοινωνούν δοχείο για να φθάσουν στο λαό μεγαλειώδη έργα που ανήκουν στα λαμπρότερα δημιουργήματα του Ελληνικού Πολιτισμού.

Βιβλιογραφία

  1. Περιοδικό Μονογραφίες, τεύχος 1, Αύγουστος-Οκτώβριος 2006, αφιέρωμα στον Νίκο Ξυλούρη.
  2. Περιοδικό Μετρονόμος, τεύχος 36, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010, αφιέρωμα στον Νίκο Ξυλούρη

—————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here