Γράφει η Χρύσα Λύκου

Λίγο πριν η Άνοιξη φύγει παίρνοντας μαζί της τα εκατομμύρια μαμούνια που επιστράτευσε, εγώ αποφάσισα μετά από τόσο καιρό να σας γράψω, κοιτάζοντας την μέσα απ’ το κλειστό παράθυρο μ’ ένα φυσικό χυμό πορτοκάλι, στο ποτήρι που κέρδισα από πίτσα και μ’ ένα παγάκι που σκοπός του είναι να το φάω και όχι να το αφήσω να δροσίσει της βιταμίνες C. Ένα παράθυρο κλειστό και ένα παγάκι, για να μην μπουν τα μαμούνια, για να μην πονέσουν τα λαιμά μου, είναι πάνω-κάτω η ζωή μας. Κλειστά παράθυρα, κακά ζωύφια και μέτριες απολαύσεις. Αυτή είναι η ζωή που διαλέξαμε γιατί πιστέψαμε ότι δεν έχει άλλη.

Τέσσερις μήνες αριστερά και λίγο δεξιά, τέσσερις μήνες καβάλα σε μηχανές με μαροκινά πουκάμισα, βενζινάδικα, ΕΝΦΙΑ και πανελλήνιες. Μήνες με φωτιές στα Εξάρχεια και ένα εγωκεντρικά μουτζουρωμένο Πολυτεχνείο, παρελάσεις και εξοπλιστικά. Μέρες γεμάτες προσφυγιά και ανεργία.

Κάθε βράδυ, ανοίγω την τηλεόραση και σχεδόν προσκυνώ τα νέα των οκτώ για μια είδηση που δε θα με κάνει να μετανιώσω για την ψήφο και τις ελπίδες μου, κάθε βράδυ βλέπω ανθρώπους να προσκυνούν άγνωστους θεούς και κάπως ανακουφίζομαι.  Το σκήνωμα της Αγίας Βαρβάρας κατέφθασε και σχεδόν αμήχανα παρακολουθώ όλους εκείνους που έτρεξαν με ευλάβεια να παίξουν ξύλο για μια θέση πιο μπροστά στην ουρά, για μια θέση πιο κοντά στο θαύμα. Ποιος μάγκας το κατάφερε όλο αυτό? Ποιος κατάφερε να πείσει, ότι μια χούφτα κόκαλα θα σώσει τις ζωές τους? Οι θρησκείες μοιάζουν με τις πυγολαμπίδες είπε κάποιος σπουδαίος κάποτε. Για να λάμψουν θέλουν σκοτάδι και η Ελλάδα ξέχασε να πληρώσει τη Δ.Ε.Η.

Οι νέοι σταρ της χώρας είναι εδώ, ξεκούραστοι, γεμάτοι όρεξη για καβγά και φιγούρα. Οι άλλοι, οι παλιοί που όπως έχω ξαναπεί λυπάμαι για το τόσο ανώδυνο τέλος τους, μοιάζουν με εκείνες τις κυρίες που καβάτζαραν τα πενήντα πέντε και δε μπορούν να το πιστέψουν ότι δεν είναι πια είκοσι τρία. Κουρασμένοι, προσποιούνται ενέργεια βάφοντας τη σαπίλα τους με ακριβά make up. Πόσο δύσκολο είναι τελικά να καταλάβει κανείς, ότι αυτός που βύθισε το καράβι δεν έχει δικαίωμα να κρίνει τους καρχαρίες που το κατασπαράζουν?

Και μέσα στον κακό χαμό, σκάει και ο άρχοντας της πίστας, να μιλήσει για ναρκισσισμό καθισμένος στο θρόνο του και πλήθος ηλιθίων να τον επικροτούν, χωρίς να ακούν τι λέει για μια Μελίνα του κώλου για μια θεά χωρίς πιστούς. Είναι γεγονός, ότι σε κάποιους ανθρώπους πρέπει να αναγνωρίζεται το ακαταλόγιστο, το ανησυχητικό όμως είναι, πόσοι τελικά είναι αυτοί οι κάποιοι.

Πάγωσε το πανελλήνιο απ’ τη δολοφονία της μικρής που ο πα-τέρας της, όπως τρομερά εμπνευσμένα έγραψε ο τύπος, έβρασε και μοίρασε τα κομμάτια του σώματος της, σε όλη την Αθήνα. Λυπάμαι για το φρικτό θάνατο αυτού του παιδιού, σχεδόν όσο φοβάμαι τα ένστικτα μιας κοινωνίας που ετοιμάζεται να βράσει τον οποιονδήποτε, στο όνομα μιας δήθεν απονομής ηθικής δικαιοσύνης, στο όνομα του μεγαλύτερου μίσους του ανθρώπου απέναντι στον άνθρωπο. Σ’ αυτήν την φιλεύσπλαχνη κοινωνία έχω να πω ότι χιλιάδες παιδιά πεθαίνουν κάθε μέρα. Μπορεί όχι τόσο φρικτά αλλά πεθαίνουν και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο σοκαριστικό.

Σε άλλα νέα, πλήθος κόσμου έσπευσε να ευχηθεί στον Κωνσταντίνο Καραμανλή για την ονομαστική του εορτή, ο ήλιος λάμπει, στο ελληνικό μπάσκετ μας τελείωσαν οι μάνες και οι γκόμενες και θάβουμε και παιδιά, τα παγωτά έχουν πάρει θέση μάχης, εγώ εξακολουθώ να γουστάρω τη Ζωή Κωνσταντοπούλου γιατί σε αντίθεση με εμένα όταν ακούει μαλακίες κρατάει το λόγο και τη φωνή της σε κανονικά και συντονισμένα για την εποχή επίπεδα και αυτή η χώρα εξακολουθεί να γοητεύει και να απογοητεύει με την ίδια συχνότητα.

Είναι τέλειο να ζεις στην Ελλάδα αν κάνεις διακοπές, σκέφτηκα μια μέρα κρατώντας ένα σουβλάκι κάτω απ’ την Ακρόπολη, περπατώντας προς το Θησείο.  Η Ελλάδα όμως είμαι εγώ και εσύ και η σκέψη αυτή μοιάζει συνένοχη σε όσα φαντάστηκα ένα βράδυ πως θα αλλάξω και δεν έκανα. Δεν είμαστε εδώ για διακοπές, δεν είμαστε εδώ για τη διεκδίκηση του πιο μέτριου εαυτού μας. Έχουμε χρέος να χαράξουμε νέους δρόμους, έχουμε χρέος να ρίξουμε τα οδοφράγματα, γιατί είμαστε νέοι και πιο ωραίοι.

Θυμάμαι, εκείνο το τραγούδι που έγινε νανούρισμα στα αυτιά μου, από έναν πατέρα που με φαντάστηκε ελεύθερο άνθρωπο, που με φαντάστηκε ψυχή πριν δει το σώμα μου. Θυμάμαι αυτό το τραγούδι και λυπάμαι για όσους δεν αντέχουν να είναι μόνο εικοσιέξι χρονών, που δεν αντέχουν να γελάσουν με τα ματωμένα από αναποδιές γόνατα τους. Ανοίγω το παράθυρο για να τσακωθώ με τα μαμούνια, γεμίζω το ποτήρι με παγάκια και ο Άσιμος ξέρει πάντα πώς να μαλακώνει την καρδιά μου. Χαιρετώντας σας λοιπόν, τον πόλεμο μισώ και απ’ τη ζωή αποζητώ, να μη σας μείνει μόνο το παράπονο…

buz_2015_05_001

———————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…
*** Το παρόν άρθρο απηχεί μόνο τις απόψεις του συντάκτη οι οποίες δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τις θέσεις του MusicCorner.gr

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here