Είδαμε Παναγιώτη Μάργαρη και Ελένη Βιτάλη, στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσού…

Γράφει o Γιάννης Τσούμαλης
Φωτογραφίες: Ζέτα Χιώτη

Συχνότατα απορώ ποιος είναι ο ρόλος ενός ρεπορτάζ, μιας περιγραφής μιας μουσικής βραδιάς, από τη στιγμή που μέσα από τα μαύρα αυτά σημαδάκια, που λέμε λέξεις, δε χωράει η μαγεία της νότας. Μένει μόνη της και περιμένει τη στιγμή που θα βρεθεί στο μαγικό σύνολο του πενταγράμμου, τετράδιο ξεχωριστό για λίγους και καλούς. Κι αυτό δεν είναι ελιτισμός, γιατί μουσική σημαίνει κάτι παραπάνω από συγκίνηση (ας μην είμαι τόσο αφοριστικός όσο ο Σεφέρης στις «Μέρες Α΄» : «Όχι, σκοπός της τέχνης δεν είναι να συγκινεί»). Σημαίνει –ορφικού τύπου- ανάταση, εξαγνισμός. Είναι η στιγμή που –φουριόζος από την καθημερινότητά σου- κάθεσαι περιμένοντας να ξεκινήσει η συναυλία. Τα πρώτα τραγούδια θυσιάζονται να σε «ηρεμήσουν» και να σε βάλουν στο κλίμα. Και όσο καλύτερος ο καλλιτέχνης, τόσο λιγότερα τραγούδια θυσιάζονται. Εδώ δε θυσιάστηκε κανένα.

Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσού με Παναγιώτη Μάργαρη και Ελένη Βιτάλη. Πρώτα βγαίνει εκείνος και πιάνει την κιθάρα – ορχήστρα του. «Καλή ακρόαση» (και όχι καλή διασκέδαση) μας εύχεται και ξεκινά. Ένα ζωντανό «Cafe de l’Art» με μια μαγική (προ)συμφωνία ήδη από την είσοδο: εδώ θα ακούσουμε το τραγούδι με τα ρούχα του Αυτοκράτορα. Στο μεγαλείο της απλότητάς τους σερβιρισμένα σε αχνιστές διασκευές για μια κιθάρα και μια φωνή.

Ο ταλαντούχος και βραβευμένος Παναγιώτης Μάργαρης είναι αναμφισβήτητα ο κυρίαρχος της βραδιάς. Από Erik Satie και «Eagles» («Hotel California») μέχρι τα διασκευασμένα από αυτόν «Τα λόγια και τα χρόνια» και ύστερα με την Βιτάλη: Τσιτσάνης, Μούτσης, Χατζιδάκις, Κουνάδης, Βιτάλη (ως δημιουργός), Μαυρουδής, Σπανουδάκης κλπ. Παρεμβάλλει τα solo του και το κοινό κοιτάει σαστισμένο. Κάποιοι χαμογελούν ξαφνικά και κλείνουν τα μάτια. Έχει εξημερώσει τις νότες και την κιθάρα του και τον υπηρετούν, για να βγάλει εκείνον το ρυθμό, την ένταση, το κλίμα που θέλει. Και όλο τούτο φαίνεται απλό και σύνθετο, παιχνιδάκι και γρίφος. Προ πάντων, όμως, ανακουφίζει, λύει τις αντιστάσεις, ήδη από την πρώτη μουσική.

Εκείνη λιτή, χαμογελαστή και συγκινημένη, γιατί συνάντησε ένα κοινό έτοιμο να το ταξιδέψει, ένα κοινό που περίμενε το μέταλλό της ν’ αφεθεί και να συνέλθει. Εκπληκτικό δε ότι το κοινό με το πρώτο της τραγούδι, το «Εις μνημόσυνον» καθηλώθηκε και σιγοτραγουδούσε, για να τραγουδήσουμε όλοι μαζί μετά το «Ένα χειμωνιάτικο πρωί». Αξέχαστη η ερμηνεία του «Κεμάλ», το οποίο ερμήνευσε συγκλονιστικά σα μουσικό μονόλογο. Μου φάνηκε ελεύθερη. Η συνύπαρξή της με την (προερχόμενη από εξαντλητική δουλειά, όπως γίνεται με τα απλά και όμορφα) απλότητα και το ταλέντο του Μάργαρη μου μετέδωσε έναν άνθρωπο που μας φώναξε στην αυλή του, μας φίλεψε και ξεκίνησε να μας τραγουδά. Τραγούδι, δηλαδή, όχι απλά ως έκφραση, αλλά ως αίσθημα, ως βάθος, ως αλήθεια.

Η βραδιά έκλεισε με «Το Τζιβαέρι» και το «Το δίχτυ. Ο ιδρώτας στο μέτωπο του Μάργαρη, η έντασή του στα κομμάτια, η κιθάρα του, η επιβλητικότητα της Βιτάλη, το χαμόγελό και το παιχνιδισμά της, το «αχ» και η αναλλοίωτη –δύο εκατοστών- περιουσία της, η χημεία τους και ο συνδυασμός ενός Δυτικού ήχου με μια Ανατολική, λαϊκή χροιά, η συμπόρευση με τους λοιπούς ακροατές και η σιωπηρή έξοδος από την αίθουσα φανερώνουν το μεγαλείο της βραδιάς. Κι όσο για τον γράφοντα… η συγκίνηση ήρθε μετά. Όταν η ψυχή ηρέμησε και άρχισε να ανοίγει σα νυχτολούλουδο με φορά στο μισοφέγγαρο. Προς τα πάνω. Τέχνη…

————-

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του MusicCorner.gr…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here