Γράφει ο Γιάννης Τσούμαλης

Συζητητής μου σήμερα με αφορμή μια συζήτηση για την απώλεια του Θάνου Μικρούτσικου είπε : «Κάποιοι άνθρωποι σε αγγίζουν χωρίς καν να σε έχουν πιάσει». «Ωραίο» σκέφτηκα, έχοντας την ταυτόχρονη σκέψη του πως πρόφερε εκείνος το επίθετο αυτό στις συναυλίες του, οι οποίες είχα την αίσθηση πως εξελίσσονταν σε πολιτική –εν ευρεία και αγία έννοια- πράξη. Ήταν ο ίδιος έτσι. Είναι το έργο του έτσι. Συγκινητική εδώ η θαυματουργή εναλλαγή των χρόνων. «Ήταν» εκείνος. Συλλυπητήρια στην οικογένεια του, στους οικείους του και σε όλους εμάς που τον είχαμε κάπως σαν οδηγό για την «πιο όμορφη θάλασσα». «Είναι» το έργο του. Συγχαίρω από καρδιάς όσους καταπιάστηκαν, καταπιάνονται και θα καταπιαστούν με την ουσία του έργου του, γιατί είναι καράβι για την «πιο όμορφη θάλασσα».

Σε τούτο πάνω το καράβι ο Νίκος, ο Ναζίμ, ο Μάνος, η Λίνα, ο Κώστας, ο Οδυσσέας, ο Άλκης. Και πόσοι άλλοι. Άλλος έχει τα πανιά, άλλος το ανεμολόγιο, άλλος κοιτάζει κι ερμηνεύει τ’ άστρα, άλλος θεραπεύει κι άλλος ορίζει το μετέωρο. «Απ’ τα ηχεία ψιχαλίζει μια κιθάρα» σε ρυθμό μιας επιτάφιας ροκ μπαλάντας που θυμίζει τις ποικιλόμορφες εισαγωγές στους «Εφτά νάνους» του. Οι εφτά ετούτοι σε ξύλινες κορνίζες του Αιώνα κρεμασμένες σε θέση περίοπτη. Εργάτες θαυματουργοί. Σαν εκείνους που πίστευε, βοηθούσε και ενέπνεε. Γιατί τίποτα δεν άλλαξε και η πρόκληση μένει πάντα ίδια. Η δίκαιη ζωή. Όπως τη θέλουμε. Χωρίς τις διακρίσεις των αφανών και φανερών ολιγαρχιών. Ζωή που καίει στα μάτια των προσφυγόπουλων στη Μόρια, στα δικά σου και δικά μου μάτια, αγέρωχη και παραπονεμένη.

Να ζητάμε το αδύνατο σημαίνει κατά τον ίδιο να χορέψουμε στο φτερό του καρχαρία. Αντιστρόφως: η προσταγή αυτή που μελοποίησε με αλατισμένο δάκρυ σημαίνει να κυνηγάμε το αδύνατο. Το υπαρκτό αδύνατο, γιατί από τη στιγμή που το κυνηγάς, υπάρχει. Σαν το πλατύ χαμόγελό του στου Χάρου το αλώνι. Πάλεψε, ορθώθηκε, εμπνεύστηκε και ενέπνευσε. Μέχρι το τέλος. Πάντα γελαστός και γελασμένος, πάντα εμπνευστής και εμπνευσμένος. Για ‘μας που μένουμε πίσω με τη μόνη εντολή που μας κληροδότησε με την τέχνη του: να παλεύουμε για δικαιοσύνη, ομορφιά και φαντασία μ’ έναν έρωτα όλο δημιουργική τρέλα, όμοια με θαυματουργή ποίηση.

Το έργο ξεπερνά τον άνθρωπο. Όχι μόνο χωροχρονικά. Αυτό είναι φυσικό. Σχεδόν μαγικό γίνεται όταν ο ψυχικός κόσμος κείται αντί εσού και ως καλλιτεχνικό δημιούργημα σου επιστρέφει πλέον ως ατμόσφαιρα και απόλαυση πολλαπλασιασμένη –εν προκειμένω- από του κοινού την θαυματουργή αριθμητική. Έτσι το έργο ξεπερνά και τα σεαυτόν και μπορείς να μιλάς για την υγρασία των συναισθημάτων που φανερώνει της Ίριδος τα χρώματα στη φαινομενικά αδιάφορη στιγμή. Πρόκειται για έρωτα προς τη ζωή, άρα για μια πάλη για την ειρήνη των αντιθέσεων και ταυτόχρονα για την επικράτηση της δικαιοσύνης. Μια πλατωνικού τύπου πάλη για μια «Πολιτεία» που, αν και –ως φαίνεται- απραγματοποίητη, η ύπαρξη και μόνο της υπόσχεσης ότι μπορούμε να γίνουμε η ομορφιά που είμαστε δικαιώνει τον αγώνα. Τον δικαίωσε, γιατί το υπηρέτησε μέχρι τελευταίας στιγμής.

Και στην ανάγνωση αυτή ο θάνατος παίρνει άλλη διάσταση. Ο θάνατος ως φύση και η ζωή ως ελευθερία. Ακούω το «Πάντα γελαστοί», σηκώνομαι και κλείνω τα μάτια. Γυρνώ μια στροφή και η στροφή γίνεται αργός ζεϊμπέκικος. Με ανοιχτά τα χέρια θρυμματίζω τα όρια, σηκώνω το κεφάλι και ατενίζω τα αστέρια και βηματίζω αργά και σταθερά σαν ιερή πομπή νεκρανάστασης. Τα νιάτα μας διαδρομή, έπεσα να σε ονειρευτώ, στα τρελά μου όνειρα δοσμένος. Κι ύστερα κι άλλα τραγούδια-μουσικές που με φτάνουν στο οριακό σημείο να αντικρίζω με δακρύγελο άβυσσο και ορίζοντα. Ο καημός ως δύναμη, η αποτυχία ως έμπνευση, ο έρωτας ως πολλαπλασιαστής, η αγάπη ως διαιρέτης, η αδικία ως οργή και αφορμή, ο θάνατός του ως υπόσχεση πως ό, τι υπερασπίστηκε, δεν θα πεθάνει.

Για μενα το έργο του οριοθετεί το χρέος μου. Θιασώτης της αισθητικής του και σιωπηλός μπροστά στην απώλειά του, σκύβω το κεφάλι και δηλώνω πίστη σε εκείνο που υπεράσπισε κι αυτός με τόσο έμμετρο πάθος: στο άρρητο που μας γεννά, μας εμπνέει και μας κάνει ικανούς να χορέψουμε με τρελαμένες πυξίδες στο φτερό του καρχαρία, καχύποπτοι, ανύποπτοι και ύποπτοι, «σαν έτοιμοι από καιρό, σα θαρραλέοι» με όλη τη δοξασμένη αλμύρα των προσωπικών αρμών που έχει αυτή η παρομοίωση…

—————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here