Μάνος Λοΐζος, ένας εμπνευσμένος συνθέτης…

Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Σαν  σήμερα, στις 17 Σεπτεμβρίου 1982, έφυγε από τη ζωή ο Μάνος Λοΐζος, ένας από τους  αξιολογότερους συνθέτες της χώρας μας κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Ο Μάνος δεν είχε προλάβει τα συμπληρώσει τα 45 του χρόνια αλλά, παρόλο που το νήμα της ζωής του κόπηκε τόσο νωρίς, άφησε ένα λαμπρό  έργο το οποίο αγαπήθηκε από το μουσικόφιλο κοινό και τραγουδιέται αδιαλείπτως κατά τα τελευταία πενήντα και πλέον έτη.

Ο Λοΐζος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, γιος του Ανδρέα Λοΐζου από την Λάρνακα και της Δέσποινα Μανάκη από την Ρόδο. Σε τοπικό ωδείο της Αλεξάνδρειας έμαθε βιολί,  κιθάρα και πιάνο. Όταν είχε αποκτήσει πλέον  καλή γνώση των οργάνων αυτών,  επιχειρούσε αυτοσχεδιασμούς. Έτσι, δημιούργησε τις πρώτες του μελωδίες προσπαθώντας να συνταιριάξει στοιχεία Ελληνικά με Ανατολίτικα.  Το 1955 μετακόμισε στην Αθήνα για σπουδές. Αρχικά φοίτησε στην Φαρμακευτική σχολή αλλά την εγκατέλειψε γρήγορα και  γράφτηκε στην Ανωτάτη Εμπορική (ΑΣΟΕΕ). Ούτε όμως εκεί προχώρησε με τις σπουδές του αφού η πραγματική του αγάπη ήταν η μουσική (όπως και η σκηνοθεσία, κάτι που δεν ευρέως γνωστό). Σημειώνουμε ότι η άφιξή του στην Ελλάδα συνέπεσε με τη δυναμική εμφάνιση του Μάνου Χατζιδάκι σε δίσκους. Ασφαλώς τα ωραιότατα τραγούδια του Χατζιδάκι, έχοντας γοητεύσει ευρύ μέρος του κοινού,  δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστο το νεαρό Λοΐζο. Σταδιακά άρχισε να ανακαλύπτει το λαϊκό τραγούδι και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 γνωρίζει και τη  μουσική του Μίκη Θεοδωράκη που έκανε πάταγο με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου.

Το 1962 ηχογραφεί στην «Φίλιπς» με τη βοήθεια του Μίμη Πλέσσα το πρώτο του τραγούδι που είναι το «Τραγούδι του δρόμου» σε στίχους Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, απόδοση Νίκου Γκάτσου και  ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο.

Σαφώς τα πρώτα του βήματα δεν ήταν στρωμένα με ροδοπέταλα. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε μια ιστορία από την «Μαγική πόλη» των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι. Κατά τη διάρκεια της παράστασης, τον Ιούνιο του 1963, παρουσίασαν τέσσερα τραγούδια δύο νεαροί δημιουργοί, ο Χρήστος Λεοντής (23 ετών τότε) και ο Μάνος Λοΐζος (26 ετών). Η κριτική του αρθρογράφου της Αυγής στο φύλλο της εφημερίδας  της 28ης Ιουνίου 1963 ήταν η εξής: «Από τους δύο νέους που εμφανίστηκαν στο “ιντερμέδιο” του προγράμματος ο Χ. Λεοντής παρουσιάζει κάποιο μικρό δείγμα συνθετικού ταλέντου. Επί πλέον έδειξε ότι δεν του λείπει και κάποια μουσική κατάρτιση. Ο έτερος Μ. Λοΐζος δεν φαίνεται να έχει ανάλογα προσόντα». Ασφαλώς ο Β. Αρκαδινός, υπογράφων το ανωτέρω απόσπασμα, θα πρέπει να το μετάνιωσε πικρά κατά τα επόμενα έτη για την άδικη και, εντελώς, εσφαλμένη κριτική του για τον Λεοντή και, κυρίως, για τον Λοΐζο.

Η συνέχεια της πορείας του Μάνου ήταν, ασφαλώς, εντυπωσιακή. Με τον πρώτο του ολοκληρωμένο δίσκο, τον «Σταθμό», σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου,  που κυκλοφόρησε από τη ΜΙΝΟΣ το 1968, σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Πολλά από τα τραγούδια ακούστηκαν πάρα πολύ όπως «Το παλιό ρολόι», «Δελφίνι- δελφινάκι», «Η δουλειά κάνει τους άντρες». Με το δεύτερο δίσκο, τις  «Θαλασσογραφίες» (1970), πάλι σε στίχους Λ. Παπαδόπουλου,  μάς χάρισε αξέχαστες δημιουργίες όπως «Δέκα παλικάρια», «Έχω έναν καφενέ», «Τζαμάικα», «Η γοργόνα», «Σεβάχ ο θαλασσινός» χωρίς να υστερεί, βεβαίως,   κάποιο κομμάτι. Με αυτούς  κατάφερε να κάνει ένα πολύ αναγνωρίσιμο όνομα μέσα σε χαλεπούς καιρούς αφού το απεχθές καθεστώς των συνταγματαρχών λογόκρινε αμέτρητα τραγούδια δυσκολεύοντας τις ζωές των δημιουργών, κυρίως των στιχουργών.

Το 1972 κυκλοφόρησε ένας ακόμα εξαίρετος δίσκος με τίτλο «Να ‘χαμε τι να ‘χαμε» (ξανά του Λ. Παπαδόπουλου) με αρκετά  κομμάτια που πολυτραγουδήθηκαν όπως «Ο Κουταλιανός», «Ήλιε μου σε παρακαλώ», «Να ‘χαμε τι να ΄χαμε» και, κυρίως, «Παποράκι του Μπουρνόβα». Στο δίσκο αυτό συμπεριλήφθηκε και «Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» που είχε ακουστεί την προηγούμενη χρονιά (1971) στην ταινία «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού. Πέραν πάσης αμφιβολίας, «Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» είναι το διασημότερο και πιο πολυακουσμένο της Ελληνικής Μουσικής. Η πορεία που ακολούθησε στο πέρασμα του χρόνου είναι υπερεπιτυχημένη και μοιάζει σχεδόν εξωπραγματική. Οπωσδήποτε, λοιπόν, η προσθήκη του συγκεκριμένου ορχηστρικού ανεβάζει πολλά επίπεδα ένα, ούτως ή άλλως, υπέροχο έργο.

Στη συνέχεια ο Λοΐζος προχώρησε με  δίσκους, που χαρακτηρίζονται δικαίως ως κλασικοί, όπως «Καλημέρα ήλιε» (1974) σε στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου, «Τα τραγούδια του δρόμου» (1974) στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν κάποια από τα απαγορευμένα της χούντας. Ακολουθούν τα «Νέγρικα» (1975) σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη,  «Τα τραγούδια μας»(1976) σε στίχους Φώντα Λάδη, «Τα τραγούδια της Χαρούλας» (1979) σε στίχους Μανώλη Ρασούλη και Πυθαγόρα. Τελευταίος δίσκος, που κυκλοφόρησε όσο βρισκόταν  εν ζωή ο Μάνος, ήταν «Για μια μέρα ζωής» (1980).

Μετά θάνατον κυκλοφόρησαν κι άλλοι δίσκοι, στους οποίους θα αναφερθούμε σε επόμενο αφιέρωμα, αλλά ένας από τους πλέον επιδραστικούς ήταν  τα «Γράμματα στην αγαπημένη» σε στίχους Ναζίμ Χικμέτ και απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Στον δίσκο αυτό ο Λοΐζος ερμηνεύει τα τραγούδια  ο ίδιος με την τόσο ζεστή, τρυφερή, ευαίσθητη και μελαγχολική φωνή του. Το αποτέλεσμα ήταν να παρακινήσει μια ολόκληρη γενιά τραγουδοποιών να ερμηνεύουν οι ίδιοι τα δημιουργήματά τους.

Γενικά, ο όγκος του έργου του δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, όμως η ποιότητά του  κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως αριστουργηματική. Το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των τραγουδιών του είναι έξοχο που δύσκολα μπορεί να αφήσει αδιάφορο τον ακροατή. Εξάλλου ο υπερταλαντούχος αυτός μελωδός δεν ήταν ποτέ θιασώτης της ανούσιας ποσότητας αφού θεωρούσε ότι η μαζική παραγωγή τραγουδιών δεν είναι αναγκαία αν τα κομμάτια αυτά δεν έχουν κάτι σημαντικό να μεταδώσουν.

Ο Λοΐζος αγαπήθηκε πάρα πολύ, ειδικότερα μετά θάνατον. Άλλωστε με την απώλεια κάθε μεγάλου δημιουργού ή ερμηνευτή  που φεύγει νέος, σφυρηλατείται ακόμα περισσότερο ένας ισχυρός δεσμός με τον κόσμο. Ωστόσο, αυτό το δέσιμο δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί αν δεν άξιζε το έργο του. Στην περίπτωση του Λοΐζου, τα τραγούδια του, με το φλογερό και επαναστατικό χαρακτήρα τους,  είναι παραπάνω από αξιοπρόσεκτα και αξιόλογα φθάνοντας σε  ένα μοναδικό βαθμό ποιότητας που ελάχιστοι συνθέτες έχουν επιτύχει. Άγγιξε μερικές από τις κομβικότερες πτυχές της ανθρώπινης ζωής και δραστηριότητας αφού καταπιάστηκε όχι μόνο με τον έρωτα (κάτι που ασφαλώς θα ήταν αρκούντως ικανοποιητικό) αλλά και με την κοινωνική πάλη και δικαιοσύνη. Πέρα, όμως, από τις εκπληκτικές μελωδίες του, έδωσε πολύ μεγάλη βαρύτητα και στις ενορχηστρώσεις. Επεξεργαζόταν σε εξαντλητικό βαθμό το κάθε τραγούδι έως ότου προκύψει το επιθυμητό (γι’ αυτόν) και μαγικό (για εμάς) αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα πνευματικά του παιδιά, στηριζόμενα σε στίχους σπουδαίων στιχουργών, αγαπήθηκαν πολύ και κέρδισαν τη μάχη με το χρόνο. Λόγου χάριν, ακόμα και ο πιο κακεντρεχής ακροατής δεν θα μπορούσε να αρνηθεί τη διαχρονικότητα τραγουδιών όπως «Ο Γ’ Παγκόσμιος» ή «Ο δρόμος».

Δυστυχώς, ο Λοΐζος στις 8 Ιουνίου 1982 χτυπήθηκε από εγκεφαλικό και τον Αύγουστο ταξίδεψε εκ νέου στη Μόσχα αλλά χωρίς αποτέλεσμα αφού στις 7 Σεπτέμβρη υπέστη και δεύτερο εγκεφαλικό. Έτσι, την 17η Σεπτεμβρίου 1982, άφησε την τελευταία του πνοή περνώντας οριστικά στην αθανασία. Εν κατακλείδι, ο Μάνος Λοΐζος είναι σίγουρα από τους σημαντικότερους δημιουργούς του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού και συνεισέφερε τα μέγιστα στο οικοδόμημα της Ελληνικής μουσικής. Η αξία του έργου του είναι τεράστια και, αναμφίβολα, έχει περάσει στη συλλογική μνήμη του Έλληνα.

Αναφορές
1. «Μάνος Λοΐζος», Λευτέρης Παπαδόπουλος, εκδόσεις Κάκτος, 2000
2. Περιοδικό Μετρονόμος, τ. 46. Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2012

—————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here