Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Σαν σήμερα, στις 8 Φεβρουαρίου 1972, πέρασε οριστικά στην αθανασία ο μέγας Μάρκος Βαμβακάρης, ο άνθρωπος που κέρδισε τον επίζηλο τίτλο του «Πατριάρχη του ρεμπέτικου» και επηρέασε όσο ελάχιστοι την Ελληνική μουσική.

Ο Μάρκος γεννήθηκε στις 10/5/1905 στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια καθολικών. Ήταν ο πρωτότοκος γιος πολυμελούς οικογένειας και πέρασε δύσκολα αλλά όμορφα παιδικά χρόνια. Η οικογένειά του ήταν φτωχή και ο Μάρκος βοηθούσε από πολύ μικρή ηλικία τον πατέρα του στις πάσης φύσης εργασίες. Όμως, δεν έλειπε το μικρόβιο της μουσικής αφού ο πατέρας του, ο Δομένικος, έπαιζε γκάιντα σε πανηγύρια για να ενισχύσει το, ούτως ή άλλως, πενιχρό εισόδημα της οικογένειας. Επίσης, ο παππούς του έγραφε τραγούδια και πιθανόν να κληροδότησε το γονίδιο στον εγγονό του.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1910 αναγκάστηκε να φύγει από την Σύρο  λόγω ενός περίεργου περιστατικού. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού ο Μάρκος άφησε να κατρακυλήσει από ένα ύψωμα μια μεγάλη πέτρα. Αυτή έπεσε σε μια σκεπή, την έσπασε και έπεσε εντός της οικίας. Ο Μάρκος φοβήθηκε μήπως τον συλλάβει η αστυνομία αφού άκουσε ότι τον ψάχνουν και έφυγε από το νησί για τον Πειραιά (τελικά δεν έγινε δίωξη  διότι το σπίτι ήταν κάποιας θείας του) όπου έκανε διάφορες δύσκολες εργασίες για να επιβιώσει, όπως γαιανθρακεργάτης, λιμενεργάτης και εκδορέας σε σφαγεία. Οι συνθήκες εργασίας ήταν άθλιες αλλά ο μικρός Μάρκος δεν είχε άλλη επιλογή από το να βοηθήσει τον πατέρα του. Γύρω στα 1924-1925 άκουσε το παίξιμο του μπουζουκιού από τον οργανοπαίκτη Νίκο Αϊβαλιώτη, φίλο του πατέρα του και πρώην κατάδικο. Γενικά οι περισσότεροι οργανοπαίκτες του μπουζουκιού εκείνη την εποχή ήταν κάθε άλλο παρά μέλη της ελίτ της κοινωνίας και γι’ αυτό το μπουζούκι θεωρήθηκε ως παρακατιανό όργανο από το κράτος και τη διανόηση καθώς και από τις πιο ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες. Αυτή η άποψη άρχισε να αλλάζει μόνο με τις μελοποιήσεις των ποιητών μας από τον Μίκη Θεοδωράκη τη δεκαετία του 1960. Ακόμα, όμως,  κι ο ίδιος ο Μίκης αντιμετώπισε αρχικά σφοδρές αντιδράσεις στην έκδοση του Επιταφίου με Χιώτη και Μπιθικώτση δηλαδή με τη χρήση λαϊκού οργάνου (μπουζούκι) και λαϊκού τραγουδιστή αντίστοιχα.

Σημειωτέον ότι ο Μάρκος είχε πρωτακούσει μπουζούκι στην Σύρο αλλά ο ήχος του οργάνου στον Πειραιά ήταν κάπως διαφορετικός αφού ήταν κουρδισμένο σε διαφορετική τονικότητα. Πάντως  αγάπησε παράφορα αυτόν τον ήχο και ορκίστηκε ότι «αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί». Έτσι ξεκίνησε τη μεγάλη προσπάθειά του για να κατακτήσει το όργανο. Μέσα σε λίγους μήνες είχε γίνει εξαιρετικός οργανοπαίκτης.

Το 1925 παρουσιάστηκε στο στρατό και όταν ολοκλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ξεκίνησε να γράφει τα δικά του τραγούδια. Στα επόμενα χρόνια συνέθεσε αρκετά κομμάτια. Γύρω στα 1934-1935, δημιούργησε το πρώτο  συγκρότημα λαϊκής μουσικής, έχοντας  κυρίαρχο όργανο το μπουζούκι, με τη συμμετοχή του Μικρασιάτη Στράτου Παγιουμτζή, 30 ετών,   του Μεθανιώτη Γιώργου Μπάτη, περίπου 50 ετών,  του 22χρονου Ανέστου Δελιά εκ Σμύρνης και του μουσικοσυνθέτη Κώστα Σκαρβέλη, πρώτου καλλιτεχνικού διευθυντή της COLUMBIA. Ο τρεις πρώτοι με τον Μάρκο αποτέλεσαν τη διάσημη, την εποχή εκείνη, ομάδα που ήταν γνωστή ως «Τετράς του Πειραιά». Ήταν, ασφαλώς, ένα πρωτοποριακό μουσικό σχήμα που γέννησε όμορφα τραγούδια, τα οποία μιλούσαν για τον έρωτα, τη φτώχεια, τον καημό, την απελπισία και, γενικότερα, για τη ζωή σε χαλεπούς καιρούς. Συναντιούνται σε καφενεία και ταβερνεία της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά  κι ερμηνεύουν τραγούδια που καθιερώθηκαν ως τα ρεμπέτικα του Πειραιά. Το Πειραιώτικο ρεμπέτικο έχει ιδιαίτερο ύφος και ήχο, μιας και παίχτηκε με μπουζούκια και μπαγλαμάδες κατά κύριο λόγο ή και με τη συνοδεία μιας απλής κιθάρας. Όσο για τα λόγια των τραγουδιών, είναι τόσο λιτά, καίρια και ελεύθερα, όσο η επιθυμία αυτών που τα έγραφαν να παρηγορηθούν, να διαμαρτυρηθούν, να γιατρευτούν, να γελάσουν και να ξεχάσουν.

Παράλληλα, κατάφερε να ανοίξει το δικό του μαγαζί στα Άσπρα Χώματα της Νίκαιας. Άλλωστε, όπως έχει αναφέρει στην αυτοβιογραφία του, δεν χρειάζονταν μεγάλα ποσά για κάτι τέτοιο. Το μαγαζί είχε μεγάλη προσέλευση αλλά δεν του έδιναν άδεια και ο Μάρκος δεχόταν καθημερινά κλήσεις. Οι προσπάθειές του να αδειοδοτηθεί απέβησαν άκαρπες αφού ο διευθυντής της αστυνομίας του είπε, με κυνισμό και ωμότητα, ότι για να πάρει άδεια θα έπρεπε να γίνει χαφιές, κάτι που ήταν αδύνατον να δεχτεί ο Βαμβακάρης. Έτσι αναγκάστηκε να κλείσει την επιχείρησή του.

Μετά από αυτό, δημιούργησε ένα νέο συγκρότημα και πήγε στη Σύρο όπου έκανε εμφανίσεις για δύο μήνες περίπου, με το μαγαζί να είναι ασφυκτικά γεμάτο.  Εν συνεχεία επέστρεψε στον Πειραιά όπου έγραψε την Φραγκοσυριανή, ένα θρυλικό τραγούδι, από τα γνωστότερα και κλασικότερα της Ελληνικής μουσικής και δη της ρεμπέτικης. Η έμπνευσή του οφειλόταν σε κάποια όμορφη κοπέλα με μαύρα μάτια που είχε δει στην Σύρο κατά τη δίμηνη παρουσία του.

Σημειωτέον ότι όταν πήγε στη δισκογραφική με σκοπό να ηχογραφηθεί το «Έπρεπε να ‘ρχόσουνα μάγκα μες τον τεκέ μας», δεν πίστευε πως θα  τραγουδήσει ο ίδιος θεωρώντας ότι η φωνή του δεν είναι κατάλληλη. Ωστόσο, οι ιθύνοντες του ζήτησαν να αποδώσει αυτός τα  τραγούδια, κάτι που έκανε με επιτυχία ενθουσιάζοντάς τους.

Ένα γεγονός που διαδραμάτισε άσχημο ρόλο στη ζωή του ήταν ο πρώτος του γάμος με την Ελένη Μαυροειδή που την αποκαλούσε Ζιγκοάλα και  την οποία αρχικά αγάπησε πολύ αλλά η σχέση τους δεν εξελίχθηκε ομαλά. Η δε Ζιγκοάλα προσπαθούσε να διεκδικήσει χρήματα από τον Μάρκο μετά το διαζύγιο.

Η δικτατορία του Μεταξά επηρέασε τον Βαμβακάρη με το καθεστώς λογοκρισίας αλλά το ταλέντο και η ευρηματικότητά του τον οδήγησαν στο να γράψει όμορφα τραγούδια, που απέφευγαν το σκόπελο αυτό,  κατά την περίοδο 1936-1940. Μέσα στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, την Ευαγγελία, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Μετά την Απελευθέρωση συνέχισε τη δημιουργική του πορεία και σημείωσε μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στις εμφανίσεις του, στις οποίες κάθε κέντρο ήταν κατάμεστο, αλλά και δισκογραφικά. Έτσι τα οικονομικά του είχαν παρουσιάσει μια σχετική άνθηση. Ακόμα και οι περιοδείες σε διάφορα μέρη της  επικράτειας γίνονταν πάντοτε δεκτές με ενθουσιασμό από τον κόσμο.

Δυστυχώς, στη δεκαετία του 1950 παρουσιάστηκαν σοβαρά προβλήματα στην υγεία του και συγκεκριμένα στα δάχτυλα με αποτέλεσμα να μην καταφέρνει στα σταθεί στο ίδιο υψηλότατο επίπεδο ως οργανοπαίκτης. Επίσης, οι νέες κοινωνικές συνθήκες, μετά τον Παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο, επηρέασαν και τη μουσική. Τα κλασικά ρεμπέτικα του Μάρκου έπαψαν να έχουν την ίδια αποδοχή και ο κόσμος στράφηκε σε διαφορετικά ακούσματα, μερικά εκ των οποίων ήταν και ανατολίτικα. Αποτέλεσμα ήταν να μην έχει δουλειά σε νυχτερινά μαγαζιά ούτε να δισκογραφεί νέες δημιουργίες με συνέπεια η φτώχεια να εισβάλει ξανά στη ζωή του. Η αλήθεια είναι ότι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 ήταν πολύ δύσκολο  αλλά το τοπίο άλλαξε μετά από κινήσεις του Βασίλη Τσιτσάνη και του Γρηγόρη Μπιθικώτση που, στις αρχές της νέας δεκαετίας, ανέλαβαν την επανεκτέλεση των μεγάλων τραγουδιών του. Οι εκδόσεις  αυτές με τις ερμηνείες από τον  Μπιθικώτση σημείωσαν μεγάλη ανταπόκριση και οι πωλήσεις ήταν  λίαν ικανοποιητικές. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να υπάρξει μια εκ νέου άνθηση της καριέρας του. Έτσι ο Μάρκος έκανε πάλι κάποιες εμφανίσεις και επανήλθε στο προσκήνιο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταλαιπωρήθηκε από νεφρική ανεπάρκεια και απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου 1972. Η παρακαταθήκη που άφησε, ωστόσο, είναι τεράστια. Συγκρότησε τη διασκορπισμένη ρεμπέτικη έκφραση σε οργανωμένο τραγούδι. Πάνω στους μουσικούς δρόμους που αυτός χάραξε, βάδισαν οι μεγάλοι του λαϊκού και του ρεμπέτικου ενώ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καθιέρωσε το μπουζούκι ως βασικό όργανο της ορχήστρας. Αναμφίβολα υπήρξε ένας πρωτοπόρος που οδήγησε τη μουσική μας σε διαφορετική πορεία αφήνοντας πολύ βαριά κληρονομιά. Τελειώνοντας θα αναφέρουμε τι είπε ο Μπιθικώτσης ο οποίος τον χαρακτηρίζει, ανενδοιάστως, ως το «δέντρο της Ελληνικής μουσικής που  έφερε την επανάσταση στο λαϊκό τραγούδι». Νομίζω ότι αυτά τα λόγια του κορυφαίου μας ερμηνευτή είναι ο ιδανικός επίλογος στη σύντομη αναφορά μας.

Βιβλιογραφία

  1. Φύλλο Ελευθεροτυπίας της 1ης Ιουνίου 2014
  2. Μάρκος Βαμβακάρης, αυτοβιογραφία, Αγγελική Βέλλου-Κάιλ, εκδόσεις Παπαζήση, 1978

—————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here