Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης

  • Ο Ζαν-Κλοντ, κάθισε στο γραφείο του κι άρχισε να λύνει τη γραβάτα του. «Τι βλακεία πήγα να κάνω», σκέφτηκε. «Παραλίγο να τη χαρίσω στον Αλέξη. Καλά που δεν το ‘κανα». Άνοιξε το μπουκάλι με το μπέρμπον, γέμισε το ποτήρι ως απάνω και ξανακάθισε στην καρέκλα του για να το απολαύσει. Μια δύσκολη μέρα, γεμάτη φιλικά χαστουκάκια και χτυπήματα στους ώμους διαφόρων πολιτικών παραγόντων, μόλις είχε τελειώσει. «Δεν υπάρχει καλύτερη στιγμή, από κείνη που ξεφεύγεις απ’ όλους και απ’ όλα για να πιεις με την ησυχία σου ένα τόσο εκλεκτό μπέρμπον», ψιθύρισε στον εαυτό του. Χαμογέλασε κι έγειρε αναπαυτικά στο κάθισμα, για να ρεμβάσει και να βάλει σε τάξη το μυαλό του.
  • Ξαφνικά, το κινητό του άρχισε να κουδουνίζει. «Ποιος διάολος…» μουρμούρισε. Μόλις είδε το όνομα του καλούντος (sic), τινάχτηκε σαν ελατήριο. «Τιιιι; Έχει το θράσος αυτός ο αμετανόητος Έλληνας να με ζητά στο τηλέφωνο; Δεν πρόκειται να του απαντήσω μέχρι να βάλει μυαλό», ούρλιαξε. Η γραμματέας του, χτύπησε δειλά την πόρτα και τον ρώτησε αν φώναξε. «Ακόμα δω είσαι συ; Να ξεκουμπιστείς και να πας στα τσακίδια», την κατακεραύνωσε εκείνος, κατακόκκινος από θυμό, αλλά κι από το ποτό, που ήδη είχε αρχίσει να επιδρά στον οργανισμό του. Η δύστυχη κοπέλα, εξαφανίστηκε ώσπου να πεις…μπέρμπον! «Τι τραβάμε κι εμείς οι…γραμματείς», είπε στο θυρωρό του κτιρίου φεύγοντας…
  • Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και το κινητό ξαναχτύπησε. Αυτή τη φορά, ήταν σήμα μηνύματος. Ο Ζαν-Κλοντ, πίνοντας το πέμπτο ποτό στη σειρά, πήγε να το ανοίξει και ανακάλυψε ότι ήταν ένα μουσικό αρχείο. Πάτησε το play και άκουσε τη φωνή της Παπαρίζου: «Παίρνω φίλους, παίρνω εσένα, αναπάντητες κλήσεις παντουουουουουου». Κι από κάτω, διάβασε: «Αλέξης». Τώρα πια, η οργή του έγινε ανεξέλεγκτη. «Μα τι θράσος! Δε ντρέπεται καθόλου πια; Κάτσε να του κάνω μια φραγή κλήσης, να μάθει ο ξεδιάντροπος». Έλα όμως που δεν ήξερε πώς γίνεται αυτό; Διότι, από το να πίνει όλη μέρα και να…χαστουκίζει κόσμο, δε βρήκε ποτέ τον καιρό να μάθει τα «χούγια» και τις δυνατότητες που του προσφέρει η κινητή τηλεφωνία…
  • Κατά το δέκατο ουϊσκάκι, νέα ειδοποίηση για μήνυμα. Πάλι μουσικό αρχείο. Αυτή τη φορά, η φωνή της Χαρούλας απλώθηκε στο χώρο: «Ένα φιλιιιιιι και τα όνειρα γίνονται πάλι. Θέλω ένα φιλιιιιι…». Εκεί πια, φρένιασε. Πέταξε με δύναμη το ποτήρι στον τοίχο κι αυτό έγινε χίλια κομμάτια, λερώνοντας με το περιεχόμενο και τα γυαλιά του την πεντακάθαρη γκρι μοκέτα του γραφείου. Αμέσως, άρχισε να ψάχνει στο Ίντερνετ για μια καλή φωτογραφία του Αλέξη. Τη βρήκε, την εκτύπωσε σε μεγάλο μέγεθος, έβγαλε από το συρτάρι του το πινακάκι για τα βελάκια, κόλλησε πάνω του τη φωτογραφία και την έστησε στον απέναντι τοίχο. Πήρε τα βελάκια κι άρχισε να τα πετάει με λύσσα προς τα κει. «Να, βρε κερατά», επαναλάμβανε κατακόκκινος, μέσα στο παραλήρημά του…
  • Όμως, τα βάσανά του ακόμη δεν είχαν τελειώσει. Νέο σήμα μηνύματος, νέο ηχητικό αρχείο. Το ρεπερτόριο τώρα, ήταν Μητροπάνος: «Για μολόγα μου και μένα πόσο πάει το φιλί στη Δύση στην Ανατολή». Κι από κάτω, ένα μικρό κειμενάκι: «Δέχομαι τη διαμόρφωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 1% για το 2015. Για να δεις, τι φίλο έχεις. Αλέξης». Μεμιάς, το πρόσωπο του Ζαν-Κλοντ φωτίστηκε. Έπεσαν από τα χέρια του τα βελάκια που επρόκειτο να ρίξει στον απέναντι τοίχο, όπου δέσποζε η φωτογραφία του Αλέξη. «Ε λοιπόν, πάντα το συμπαθούσα αυτό το παιδί. Είναι λίγο άτακτο, αλλά πού θα πάει; Θα στρώσει», μουρμούρισε γελαστός. Βάζει άλλο ένα ποτό για να γιορτάσει το ευτυχές γεγονός κι αμέσως στέλνει απάντηση ότι θα τον δεχτεί με ανοικτές αγκάλες…
  • Την άλλη μέρα, ο Ζαν-Κλοντ είχε φορέσει το πιο φωτεινό χαμόγελό του και την καλύτερη και πιο ακριβή γραβάτα από τη συλλογή του. Άλλωστε, δεν περίμενε όποιον κι όποιον. Κοτζάμ Αλέξης θα ερχόταν να τον επισκεφθεί, έχοντας στο φάκελό του την αποδοχή του πλεονάσματος για την τρέχουσα χρονιά. Δεν ήταν και λίγο πράγμα, απ’ όποια πλευρά κι αν το έβλεπε κάποιος. Στάθηκε λοιπόν ευθυτενής και γελαστός και τον περίμενε να ξεπροβάλλει σαν ποδοβολητό σελήνης. Και να. Η κομψή σιλουέτα του, εμφανίστηκε από το βάθος του διαδρόμου. Τα δευτερόλεπτα που πέρασαν μέχρι να φτάσει κοντά του, ήταν αιώνες για τον Ζαν-Κλοντ. Έπεσε στην αγκαλιά του και τον άρχισε στα φιλιά. «Αλέξη μου, να ‘ξερες πώς περίμενα αυτή τη στιγμή», του ψιθύρισε στο αυτί…
  • «Εγώ να δεις», του απάντησε ο Αλέξης. «Μη το ξανακάνεις αυτό όμως, να σου τηλεφωνώ και να μ’ αγνοείς. Είδες εγώ τι έκανα για να μιλήσουμε ξανά; Πάντως, να ξέρεις ότι έχω ένα παραπονάκι από σένα», πρόσθεσε. «Πες μου, μη ντρέπεσαι», του είπε ο Ζαν-Κλοντ. «Να, πολύ ακριβό αυτό το φιλί, βρε παιδί μου. Μα 450 εκατομμύρια ευρώ; Α, οφείλω να σου πω ότι είσαι ασύμφορος, φίλε μου», τόνισε ο Αλέξης. «Κοίταξε να δεις», ξεκίνησε να λέει ο Ζαν-Κλοντ. «Αυτά που ήξερες, να τα ξεχάσεις. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα φιλιά είναι πανάκριβα. Αν είσαι καλό παιδί και υπακούς σ’ αυτά που σου λέμε, θα σου δώσουμε κι άλλα. Βεβαίως, θα κοστίσουν κάτι παραπάνω, αλλά τι επιλογές έχεις; Γι’ αυτό σου λέω, κάνε το κορόιδο κι εμείς εδώ είμαστε…».

Παρουσιάστηκαν αποσπάσματα από το νέο θεατρικό έργο «Με…φιλιά, αυγά δε βάφονται»!

    ——————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…
*** Το παρόν άρθρο απηχεί μόνο τις απόψεις του συντάκτη οι οποίες δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τις θέσεις του MusicCorner.gr

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here