Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Σαν σήμερα στις 11 Νοεμβρίου 1990 έφυγε από κοντά μας ο μέγας Γιάννης Ρίτσος, ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους του πνεύματος στη χώρα μας κατά τον 20ο αιώνα και παράλληλα ένας από τους κορυφαίους ποιητές παγκοσμίως με διεθνή ακτινοβολία. Ο Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά Λακωνίας την Πρωτομαγιά του 1909 και δημιούργησε κολοσσιαίο έργο το οποίο  επηρέασε όχι μόνο αυτούς που αγαπούν την ποίηση αλλά και τεράστιο μέρος του Ελληνικού λαού που γνώρισε μέρος των ποιημάτων του μέσω της μελοποίησης. Στο παρελθόν είχαμε αναφερθεί διεξοδικά στη ζωή του με σχετικό άρθρο καθώς και στο μελοποιημένο έργο του. Κομβικό σταθμό στην ιστορία της μουσικής μας αποτέλεσε η μελοποίηση του Επιταφίου (1960) από τον Μίκη Θεοδωράκη στο πλέον επιδραστικό μουσικό έργο  της μεταπολεμικής Ελλάδας. Χάρη στην επιτυχία του Επιταφίου εισήλθε η ποίηση στην Ελληνική μουσική και δημιουργήθηκαν τα μεγαλειώδη και αθάνατα έργα των δεκαετιών του 1960 και του 1970.

Στο σημερινό αφιέρωμα θα ασχοληθούμε με ένα ακόμα πασίγνωστο έργο του Ρίτσου, το Καπνισμένο τσουκάλι. Ας πάρουμε, όμως, την ιστορία από την αρχή…

Μετά την Απελευθέρωση (1944) και, όντας ήδη πολύ διάσημος, ο Ρίτσος κυνηγήθηκε βάναυσα από τις κυβερνήσεις όχι μόνο κατά τον Εμφύλιο αλλά και στη μετεμφυλιακή περίοδο. Συγκεκριμένα εξορίστηκε στο Κοντοπούλι της Λήμνου όπου εκεί, στο στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων, έγραψε το “Καπνισμένο τσουκάλι” στο διάστημα Δεκέμβριος 1948-Φεβρουάριος 1949. Καταφανώς οι συνθήκες διαβίωσης ήταν υπερβολικά δύσκολες με το φόβο του θανάτου να πλανάται διαρκώς ενώ και οι βασανισμοί ήταν αναπόσπαστο μέρος της ζοφερής καθημερινότητας των κρατουμένων. Οι εμπειρίες αυτές έδωσαν στον πολυγραφότατο ποιητή πλούσιο υλικό για να συνθέσει ένα ακόμα σπουδαίο έργο όπου αποτυπώνονται συγκλονιστικά οι σκέψεις και οι ελπίδες του αφήνοντας ένα διαχρονικό ποίημα με πανανθρώπινα μηνύματα.

Κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974), με τον ποιητή  να διώκεται για πολλοστή φορά, ο χαρισματικός συνθέτης Χρήστος Λεοντής προσελκύστηκε από το ποίημα του Ρίτσου. Γύρω στο 1973 προχώρησε στη δημιουργία των μελωδιών και παρουσίασε τα τραγούδια στη μπουάτ «Αγρύπνια» στην Πλάκα. Το όνομα της μπουάτ ήταν, βεβαίως, δανεισμένο από την ομότιτλη ποιητική συλλογή του Ρίτσου στην οποία περιλαμβάνεται και το Καπνισμένο τσουκάλι. Η προσέλευση του κόσμου ήταν, όπως αναμενόταν, πολύ μεγάλη αλλά το δικτατορικό καθεστώς δεν άφησε ανοικτή τη μπουάτ πάνω από ένα μήνα. Σημειωτέον ότι την ίδια περίοδο ο Γιάννης Μαρκόπουλος εμφανιζόταν με τον Νίκο Ξυλούρη στη μπουάτ «Λήδρα» που βρισκόταν πολύ κοντά στην «Αγρύπνια». Σε μια επίσκεψη που έκανε ο φημισμένος Κρητικός τραγουδιστής στην «Αγρύπνια», άκουσε τις μελωδίες από το Καπνισμένο τσουκάλι και είπε συγκινημένος στον Λεοντή: «Αυτά τα τραγούδια, Χρήστο, θέλω να τα πω εγώ». Όπως ήταν φυσικό, ο συνθέτης δέχτηκε με χαρά και προχώρησε η συνεργασία τους. Άλλωστε ο Κρητικός συνθέτης έχει εκφράσει κατ’ επανάληψη το θαυμασμό του για τον Αρχάγγελο της Κρήτης λέγοντας ότι είχε το χάρισμα της επικοινωνίας με τον κόσμο και μόνο με το δικό του ήθος και τη δική του φωνή μπορούσαν να φτάσουν στο κοινό τα τραγούδια αυτά στο βαθμό που, τελικά, έφτασαν.  Άρχισαν, λοιπόν, να δουλεύουν στο σπίτι του συνθέτη στην Αγία Παρασκευή και οι πρόβες εξελίχτηκαν πολύ δημιουργικά και επιτυχημένα, όπως φάνηκε από το αριστουργηματικό αποτέλεσμα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι σε κάποια πρόβα που γινόταν στην οδό Σολωμού, κοντά στο κέντρο της Αθήνας, τον Νοέμβριο του 1973, λίγο πριν την εξέγερση του Πολυτεχνείου, περνούσαν χωροφύλακες και άκουσαν τη μουσική λέγοντας «Ο Ξυλούρης, ο Ξυλούρης» με τον τραγουδιστή να τους λέει θαρραλέα: «Ελάτε να ακούσετε τραγουδάκια καινούργια». Πριν τη συνεργασία με τον Ξυλούρη, ο Λεοντής είχε τη σκέψη να τραγουδήσει ο ίδιος ο Ρίτσος τα τραγούδια μαζί με το συνθέτη αλλά τελικά η ιστορία εξελίχτηκε διαφορετικά.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αρχάγγελος της Κρήτης είχε πει: «Θεωρώ το Καπνισμένο τσουκάλι το αποκορύφωμα της καριέρας μου. Έχω πει ωραίους στίχους, ωραίους συνθέτες, ωραίους ποιητές και με όλους αυτούς πήγαινα και ένα σκαλέρι πιο πάνω. Όμως το πράγμα αυτό, το Καπνισμένο Τσουκάλι, είναι το πιο τέλειο που βγήκε στην Ελληνική μουσική. Ενάμιση χρόνο τυραννιόμουν να το μάθω». Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο Ρίτσος είχε πει ότι «το Καπνισμένο Τσουκάλι είναι η πληρέστερη και ωραιότερη μελοποίηση των ποιημάτων του». Η δήλωση αυτή είναι τουλάχιστον εντυπωσιακή αν αναλογιστούμε ότι ο εκ Μονεμβασίας  ποιητής είναι ο πιο μελοποιημένος της χώρας μας. Επίσης, ο Λεοντής είχε πει μεταξύ άλλων τα εξής για τις εκτελέσεις του Ξυλούρη στο Καπνισμένο τσουκάλι: “Δεν με επηρέασε στις μελωδίες αφού αυτές ήδη υπήρχαν πριν τα τραγουδήσει ο ίδιος. Η ελευθερία όμως που εκπορεύεται από το ηχόχρωμα της φωνής του, ταίριαξε απόλυτα με το κλίμα των τραγουδιών και του λόγου. Δεν ήταν απλά μεσολαβητής αλλά μύστης μιας τελετουργίας“. Όσο για τον Ρίτσο εκτιμούσε βαθύτατα τον Ξυλούρη για τις ερμηνευτικές του ικανότητες και τον αγαπούσε πολύ. Με μια τέτοια αγαστή συνεργασία, λοιπόν, και τόσο μεγάλο αμοιβαίο σεβασμό ήταν αναμενόμενο να προκύψει ένα τέτοιο αποτέλεσμα.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε μετά την Παλινόρθωση της Δημοκρατίας και συγκεκριμένα το 1975. Ωστόσο, τα τραγούδια ήταν ήδη πασίγνωστα και ακούγονταν κατά κόρον σε συναυλίες. Συνεπώς, η επιτυχία του δίσκου ήταν εξασφαλισμένη αφού βοηθούσε και το κλίμα της εποχής. Στην ηχογράφηση του δίσκου, μαζί με τον Ξυλούρη, συμμετείχε και η ανερχόμενη, τότε, Τάνια Τσανακλίδου η οποία, παρά το νεαρό της ηλικίας της, μόλις 24 ετών, ανταποκρίθηκε περίφημα στις απαιτήσεις των τραγουδιών δίνοντας εκπληκτικές ερμηνείες. Τρίτος συμμετέχων από πλευράς τραγουδιστών ήταν ο Βασίλης Μπαρνής που στη συνέχεια χάθηκε από το προσκήνιο αλλά είχε την ευτυχία να αποτυπωθεί η φωνή του σε αυτόν τον ιστορικό δίσκο. Εντούτοις, το επόμενο κομβικό σημείο ήταν η συμμετοχή του ίδιου του Ρίτσου που απήγγειλε πολλά αποσπάσματα τα οποία ενσωματώθηκαν στα τραγούδια και ανέβασαν ακόμα περισσότερο την, ούτως ή άλλως, δυσθεώρητη αξία του μουσικού έργου.

Ακολουθεί η απαραίτητη παράθεση των τραγουδιών του δίσκου.

  1. «Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος» με την Τάνια Τσανακλίδου να δίνει μια ονειρική ερμηνεία ενώ η αφήγηση του ποιητή στην εισαγωγή είναι τουλάχιστον υποβλητική και από τις κλασικότερες σε μουσικό έργο.
  2. «Αυτά τα κόκκινα σημάδια» με τον Αρχάγγελο της Κρήτης να δίνει μια από τις πλέον συνταρακτικές ερμηνείες στην ιστορία της μουσικής μας. Το λόγια και η ιδανική απαγγελία του ποιητή με τη μαγική μουσική του συνθέτη   και τη μοναδική χροιά της φωνής του τραγουδιστή δημιούργησαν ένα από τα αρτιότερα οικοδομήματα που έχουν ακούσει τα αυτιά μας.
  3. «Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν» με τον Ξυλούρη να δίνει μέρος των τρομερών φωνητικών του δυνατοτήτων και να δένει άριστα με την έξοχη απαγγελία του ποιητή.
  4. «Ξέρουμε» με την Τσανακλίδου να δίνει μια ακόμα θαυμάσια ερμηνεία.
  5. «Κι όχι να πείτε», το πιο “χορευτικό” κομμάτι του έργου αφού μοιάζει με δημοτικό άσμα. Ένα όντως καταπληκτικό τραγούδι που αναμφισβήτητα είναι από τα ωραιότερα της δεκαετίας του 1970 και όχι μόνο.
  6. «Κι έρχομαι μονάχα να σ’ αγκαλιάσω» με την Τσανακλίδου να δείχνει την αξία της και σε αυτό το μαγικό κομμάτι.
  7. «Τούτες τις μέρες» με την ερμηνεία του Ξυλούρη να είναι ο ορισμός της τελειότητας και να θυμίζει την επίσης ανεπανάληπτη ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση στο “Θα σημάνουν οι καμπάνες” της Ρωμιοσύνης. Άλλωστε τα δύο αυτά κομμάτια, του ίδιου ποιητή, μοιάζουν στο ότι ξεκινούν γρήγορα, ακολουθεί αργός ρυθμός και έπειτα το εκρηκτικό τέλος. To συγκεκριμένο κομμάτι ήταν από τα δημοφιλέστερα του δίσκου και τραγουδήθηκε δεόντως σε συναυλίες.
  8. «Αυτοί που περιμένουν», με τον Ξυλούρη να δίνει μια υπέροχη ερμηνεία ενώ ακούγεται και η χαρακτηριστική φωνή του εμβληματικού μας ποιητή.
  9. «Λοιπόν παιδιά μου» με την Τσανακλίδου και τον Μπαρνή να χαρίζουν έναν από τα γνωστότερα κομμάτια του δίσκου.
  10. «Εδώ είναι ένα φως αδελφικό» όπου ο εμπνευσμένος συνθέτης με τον ασύγκριτο ερμηνευτή στηρίζουν απόλυτα τον ποιητικό λόγο.
  11. «Έχεις ακόμα να κλάψεις πολύ» όπου κυριαρχεί η καθηλωτική απαγγελία του Ρίτσου.
  12. «Και να αδελφέ μου» με ορισμένους από τους ομορφότερους στίχους της Νεοελληνικής ποίησης όπως “Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.”

Γενικώς η μελοποίηση έδωσε έναν επικό χαρακτήρα στο έργο παρόλο που πρόκειται για ποίημα βαθύτατα λυρικό. Το αποτέλεσμα πάντως είναι ιδανικό. Προσωπική άποψη είναι ότι το Καπνισμένο τσουκάλι είναι το σημαντικότερο και κορυφαίο, μαζί με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους των Δ. Σολωμού-Γ. Μαρκόπουλου, έργο της Μεταπολίτευσης. Έχουμε υψηλή ποίηση με εκπληκτικές μελωδίες συν τις τέλειες ερμηνείες των τραγουδιστών. Ωστόσο, οι πανέμορφες απαγγελίες του ίδιου του Ρίτσου δίνουν το κάτι παραπάνω ενώ ο συνθέτης έδεσε κατά τον καλύτερο τρόπο τη μουσική με τα λόγια και την απαγγελία. Η δε ενορχήστρωση ήταν κι αυτή βέλτιστη και συνεισέφερε στη δημιουργία ενός θρυλικού δίσκου.

Το Καπνισμένο τσουκάλι, πέρα από την επιτυχία του στη δεκαετία του 1970, παραμένει ένα από τα διαχρονικότερα έργα με κομμάτια που παίζονται ακόμα και τώρα σε συναυλίες. Τα λόγια του ποιητή δεν εξέφραζαν μόνο την εποχή τους αλλά και κάθε εποχή στην οποία ο άνθρωπος αγωνίζεται για ελευθερία, αξιοπρέπεια, δημοκρατία, δικαιοσύνη. Ασφαλώς αποτελεί ένα ορόσημο στην Ελληνική μουσική και ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα άριστης σύζευξης ποίησης και μελωδίας.

 

Βιβλιογραφία

  1. Εκπομπή «Δρόμοι» με τον Άρη Σκιαδόπουλο με συνέντευξη του Χρήστου Λεοντή, ΕΤ1, 2004
  2. Εκπομπή «Μουσικά πορτραίτα» με αφιέρωμα στον Χρήστο Λεοντή, ΕΤ1, 1995
  3. Εκπομπή «Συναντήσεις» του Λευτέρη Παπαδόπουλου με συνέντευξη του Χρήστου Λεοντή, ΕΤ1, 2004
  4. Περιοδικό Μονογραφίες, τεύχος 1, Αύγουστος-Οκτώβριος 2006, αφιέρωμα στον Νίκο Ξυλούρη.
  5. Περιοδικό Μετρονόμος, τεύχος 36, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010, αφιέρωμα στον Νίκο Ξυλούρη

————–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here