Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Σαν σήμερα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, έφυγε από κοντά μας ο Στέλιος Καζαντζίδης, ένας από τους κορυφαίους τραγουδιστές, ανεξαρτήτως είδους, όλων των εποχών με μια φωνή που έγραψε μοναδική ιστορία και σφράγισε το λαϊκό τραγούδι με ανεξίτηλο τρόπο. Ο Καζαντζίδης γεννήθηκε στην Νέα Ιωνία το 1931 από τον Χαράλαμπο Καζαντζίδη με καταγωγή από τον Πόντο και την (πασίγνωστη) Γεσθημανή από τη Μικρά Ασία. Η οικογένειά του ήταν φτωχή με αριστερές καταβολές με αποτέλεσμα ο Στέλιος να ζήσει πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια σε μια άσχημη και ταραγμένη περίοδο. Έχασε τον πατέρα του σε μικρή ηλικία και αναγκάστηκε να δουλέψει σκληρά σε υφαντουργεία και εργοστάσια καθώς και ως μικροπωλητής στην Ομόνοια.

Το 1952 έκανε μια πρώτη προσπάθεια να εισέλθει στη δισκογραφία με το τραγούδι «Για μπάνιο πάω» του Απόστολου Καλδάρα αλλά η αποτυχία ήταν παταγώδης. Πιθανότατα έπαιξε σημαντικό ρόλο ότι ο Στέλιος πατούσε πάνω στα βήματα του μεγάλου Πρόδρομου Τσαουσάκη.  Αυτή η αποτυχία θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για την καριέρα του Στέλιου και για το λαϊκό τραγούδι στην πατρίδα μας αν δεν υποστηριζόταν από το γνωστό λαϊκό συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου που πίστευε, δικαίως, στις ξεχωριστές φωνητικές δυνατότητες του νεαρού Καζαντζίδη. Στη συνέχεια ο Στέλιος τραγούδησε τις «Βαλίτσες» του Παπαϊωάννου, που σημείωσε μεγάλη επιτυχία, ερμηνεύοντας με το δικό του τρόπο χωρίς να προσπαθήσει να μιμηθεί κανέναν. Έτσι ξεκίνησε σιγά η πορεία προς την κορυφή και το θρύλο. Με το που άρχισε να γίνεται γνωστή η φωνή του, ο νεαρός Στέλιος έγινε περιζήτητος και προσεγγιζόταν από πολλούς συνθέτες. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950 είχε ήδη αναδειχτεί στο σημαντικότερο ερμηνευτή του λαϊκού τραγουδιού με τη δημοφιλία του να αυξάνεται γοργά και τα κέντρα, όπου εμφανιζόταν, να είναι πάντα γεμάτα από κόσμο. Η θεματολογία των τραγουδιών του είχε άμεση σχέση με τη φτώχεια, την ξενιτειά και  την κοινωνική αδικία. Γενικά ο μεγάλος βάρδος πάντοτε υπήρξε θερμός υποστηρικτής των χαμηλότερων και φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων χωρίς να αλλάξει στάση σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η εκπληκτικών δυνατοτήτων φωνή του σε συνδυασμό με τα προσωπικά του βιώματα, τον βοήθησαν να αποδώσει συγκλονιστικά οτιδήποτε τραγουδούσε. Δεν είναι καθόλου υπερβολή να ισχυριστούμε ότι σε κάθε τραγούδι έδινε την ίδια του την ψυχή με  αποτέλεσμα να γίνει ο κυριότερος εκφραστής των λαϊκών στρωμάτων και να αγαπηθεί όπως κανείς άλλος ερμηνευτής.

Στη νέα δεκαετία του 1960, που σημαδεύτηκε από την επανάσταση που έφερε ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Καζαντζίδης δοκίμασε τις δυνάμεις και στο έντεχνο τραγουδώντας στην Πολιτεία Α’ του Μίκη, έναν από τους αξιολογότερους δίσκους στην ιστορίας της μουσικής μας. Σε αυτόν ο Καζαντζίδης έδωσε μνημειώδεις ερμηνείες σε τραγούδια όπως «Παράπονο», «Σαββατόβραδο», «Βράχο-βράχο», «Μετανάστης», «Καημός» και «Έχω μια αγάπη» που τα ώθησε ακόμα πιο γρήγορα προς την πλατιά λαϊκή αποδοχή και την αθανασία. Ασφαλώς η συνεργασία του με τον Μίκη ήταν ένα ευτύχημα αλλά δεν συνεχίστηκε παρά μόνο το 1974 στην «Ανατολή», έναν εξαιρετικό δίσκο που, δυστυχώς, δεν κυκλοφόρησε όσο θα έπρεπε και όσο άξιζε. Πιθανόν η δισκογραφική εταιρεία να μην προώθησε τον εν λόγω δίσκο που είχε όλες τις προοπτικές να σημειώσει τεράστιες πωλήσεις.

Με τον έτερο αναμορφωτή της Ελληνικής μουσικής, Μάνο Χατζιδάκι, συνεργάστηκε σε τέσσερα μόλις τραγούδια το 1961: «Ο κυρ Αντώνης», «Κουρασμένο παλληκάρι», «Αθήνα», «Το πέλαγο είναι βαθύ» με τον Καζαντζίδη να δίνει απίστευτες ερμηνείες. Προσωπική εκτίμηση είναι ότι ειδικά στο τελευταίο κομμάτι («Το πέλαγο είναι βαθύ») δίνει μια από τις κορυφαίες ερμηνείες που έχουμε ακούσει ποτέ. Μια ερμηνεία ασύγκριτη και ανεπανάληπτη με τη φωνή του να αξιοποιείται πλήρως σε όλο της το εύρος και όλο της το μεγαλείο.

Το 1964 κυκλοφόρησε η «Καταχνιά» των Χρήστου Λεοντή και Κώστα Βίρβου με τον Καζαντζίδη να χαρίζει εφάμιλλες ερμηνείες με τα έργα των Μίκη και Μάνου. Τι να πει κανείς για τραγούδια όπως «Ένας ξύλινος σταυρός», «Καταχνιά», «Πείνα» και φυσικά το συνταρακτικό «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» όπου έχουμε έναν ιδανικό συνδυασμό μελωδίας, στίχου, ενορχήστρωσης και ερμηνείας!

Με τον Μάνο Λοΐζο συνεργάστηκε σε δύο μόλις τραγούδια: «Όταν βλέπετε να κλαίω» και «Δεν θα ξαναγαπήσω» και με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στο «Ποιος δρόμος  είναι ανοικτός» στην ταινία «Οι αδίστακτοι» (1965).

Με τη συνεργασία του με τους έντεχνους συνθέτες ο Στέλιος έδειξε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να κινηθεί και εκτός του αμιγώς λαϊκού τραγουδιού. Η φωνή του και η κλάση του μάς χάρισαν αριστουργήματα και είναι πραγματικά λυπηρό που δεν συνεργάστηκε περισσότερο μαζί τους.

Όσο, όμως, σημαντικό και αν ήταν το πέρασμά του από το έντεχνο, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας ήταν στο λαϊκό τραγούδι. Ο Στέλιος έδωσε εξαίρετες ερμηνείες σε τραγούδια όπως:

  • Συννεφιασμένη Κυριακή
  • Το θολωμένο μου μυαλό
  • Κάτω απ’ το πουκάμισό μου
  • Νυχτερίδες κι αράχνες
  • Η ζωή μου όλη
  • Στα βράχια της Πειραϊκής
  • Ας παν στην ευχή τα παλιά
  • Μαντουβάλα
  • Ζιγκουάλα
  • Ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει
  • Αγριολούλουδο
  • Εγώ με την αξία μου
  • Είσαι η ζωή μου
  • Τώρα που φεύγω από τη ζωή
  • Υπάρχω
  • Ο ανεπιθύμητος

…και πάρα πολλά ακόμη.

Το 1965 σταμάτησε να εμφανίζεται στα νυχτερινά κέντρα και λίγο αργότερα παρουσιάστηκαν προβλήματα στις σχέσεις του με τη δισκογραφική (ΜΙΝΩΣ). Παράλληλα έκανε προσπάθεια να δημιουργήσει τη δική του δισκογραφική εταιρεία αλλά το κόστος ήταν δυσβάσταχτο και δεν προχώρησε το εγχείρημα. Παρόλη την πρωτοφανή επιτυχία του «Υπάρχω» (1975), τα προβλήματα επιδεινώθηκαν και για ένα διάστημα ο Στέλιος έφυγε για τις ΗΠΑ. Η απουσία του από τη δισκογραφία και από τη χώρα στενοχώρησε ιδιαιτέρως τους πολυάριθμους θαυμαστές του οι οποίοι ανέμεναν την επιστροφή του με ανυπομονησία. Με το που επέστρεψε στη χώρα μας, δέχτηκε πλήθος προτάσεων για συμμετοχή σε συναυλίες αλλά αρνούνταν πεισματικά, μολονότι η προσέλευση του κόσμου ήταν παραπάνω από δεδομένη.  Ως εκ τούτου η δίψα του κόσμου για το μεγάλο βάρδο ήταν τεράστια και ο δίσκος «Ο δρόμος της επιστροφής» (1987) δεν αρκούσε για να καλύψει το χαμένο έδαφος παρόλο που σημείωσε αξιόλογες πωλήσεις. Δυστυχώς δεν είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε δια ζώσης κατά τη δεκαετία του 1990 όταν υπήρξε πιο ενεργός δισκογραφικά και υπήρξαν πολλές συζητήσεις περί του ενδεχομένου αυτού.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, παρά την μακρόχρονη απουσία του από τη δισκογραφία και τη μη συμμετοχή σε συναυλίες, δεν αλλάζει. Ο Στέλιος Καζαντζίδης υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του λαϊκού τραγουδιού στα χρόνια της ακμής του και ασφαλώς ο δημοφιλέστερος. Η φωνή του σφράγισε μια ολόκληρη εποχή με τα ξεχωριστά χαρίσματά της: Σπάνια καθαρότητα, ισχυρό μέταλλο, μεγάλη έκταση, καθαρή άρθρωση, έξοχο μελωδικό ηχόχρωμα. Η εκδημία του στις 14-9-2001 όχι μόνο δεν οδήγησε σε μείωση του ενδιαφέροντος για τα τραγούδια του αλλά εκτόξευσε ακόμα περισσότερο τη δημοτικότητά του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι έχουν ιδρυθεί πλήθος συλλόγων που τιμούν τη μνήμη του και το έργο του διοργανώνοντας πάμπολλες εκδηλώσεις κάθε χρόνο. Έτσι ο Στέλιος Καζαντζίδης συνεχίζει να ζει μέσα από τα τραγούδια του και την αμέριστη αγάπη των θαυμαστών του οπουδήποτε υπάρχει Ελληνικό στοιχείο…

————–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here