Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Σαν σήμερα στις 28-12-2019 πέρασε στην αθανασία ο Θάνος Μικρούτσικος, ένας από τους πιο αξιόλογους συνθέτες του τόπου μας κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια. Συνήθως σε αφιερώματα για σπουδαίους δημιουργούς και γενικά καλλιτέχνες καταγράφεται η εργογραφία τους ενώ παρατίθενται κάποια, λιγότερα ή περισσότερα, στοιχεία για τις ζωές τους. Για το πλούσιο έργο του Θάνου, που καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα σε πολλά είδη μουσικής, έχουμε αναφερθεί σε παλιότερα αφιερώματα. Ωστόσο στην περίπτωση του μεγάλου μελωδού η ζωή του είναι παραπάνω από ενδιαφέρουσα.

Γεννημένος στην Πάτρα στις 13-4-1947 και όντας άριστος μαθητής, μετακόμισε οικογενειακώς στην Αθήνα το 1962 με σκοπό να λάβει καλύτερη εκπαίδευση ούτως ώστε να μπει στο Πανεπιστήμιο, όπερ και εγένετο, αφού εισήλθε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αξίζει να τονιστεί πως είχε αποφασίσει ότι θα ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα στην Αμερική. Στο διάστημα 1963-1967 μελέτησε έργα Νεοελληνικής ποίησης, κυρίως Καρυωτάκη και Καββαδία, επηρεαζόμενος σε μεγάλο βαθμό από αυτούς. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας έπαιζε ως πιανίστας σε μπουάτ ενώ προχώρησε και σε μελοποιήσεις. Στην ίδια περίοδο συνελήφθη από το καθεστώς των συνταγματαρχών για τις αριστερές του πεποιθήσεις και τα δημοκρατικά του φρονήματα. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960, αποφάσισε οριστικά να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική. Σημειωτέον ότι είχε αρχίσει την εκμάθηση πιάνου από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και οι επιδόσεις του ήταν εξαιρετικές. Έτσι, το  1969, άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα του συνθέτη Γιάννη Α. Παπαϊωάννου ο οποίος ήταν απαιτητικότατος δάσκαλος και χώριζε τη μουσική σε σοβαρή και σε ελαφρά. Δεν εκτιμούσε καθόλου τους Χατζιδάκι-Θεοδωράκη αλλά επηρέασε πολύ τον Θάνο προσφέροντάς του πολλές γνώσεις και εφόδια κάτι που τον βοήθησε αργότερα σε όλο το φάσμα του συνθετικού του έργου.

Όταν πήγε στη ΜΙΝΟΣ για τον πρώτο μεγάλο δίσκο, ήλθε σε αντιπαράθεση με τον ιδιοκτήτη Μάκη Μάτσα και τον παραγωγό Αχιλλέα Θεοφίλου που τον προέτρεψαν να γράψει λίγο πιο εμπορικά, στο στυλ του Λοΐζου. Ο Θάνος έμεινε, φυσικά, ανυποχώρητος μην κάνοντας την παραμικρή έκπτωση σε αυτό που ήθελε ο ίδιος. Γενικώς τήρησε αυτή την αρχή απαρέγκλιτα στην καριέρα του. Ως εκ τούτου, μετά τη διαφωνία του με τους ιθύνοντες της ΜΙΝΟΣ, κινήθηκε προς τη LYRA του Αλέξανδρου Πατσιφά. Και με τον Πατσιφά υπήρξαν κάποια προβλήματα  αλλά, τελικά, το  1975 κυκλοφόρησε από τη LYRA ο πρώτος ολοκληρωμένος του δίσκος με τίτλο «Πολιτικά τραγούδια» σε ποίηση Ναζίμ Χικμέτ (μετάφραση Γιάννη Ρίτσου) και Βολφ Μπίρμαν (μετάφραση ο Δημοσθένης Κούρτοβικ). Βασική ερμηνεύτρια ήταν η   Μαρία Δημητριάδη που έδωσε εξαίρετες ερμηνείες όπως και σε κάθε συνεργασία τους. Οι κριτικές του δίσκου ήταν πολύ καλές και έδωσαν ώθηση στο νεαρό συνθέτη να προχωρήσει πιο δυναμικά στο δικό του, αυστηρά προσωπικό, ύφος.

Καθοριστικής σημασίας για την πορεία ήταν η γνωριμία με τον Γιάννη Ρίτσο, τον οποίο θεωρούσε, μαζί με τον Κωνσταντίνο Καβάφη, ως το σημαντικότερο Έλληνα ποιητή στα τελευταία 150 χρόνια. Ήταν ο Δάσκαλός του και η ποίησή του πάντα τον συνόδευε. Ο δίσκος «Καντάτα για τη Μακρόνησο-Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι»(1976) σε ποίηση Γ. Ρίτσου σημείωσε μεγάλη επιτυχία ενώ για την αξία του τα λόγια είναι μάλλον περιττά.

Ακολούθησαν οι δίσκοι:

  • Φουέντε Οβεχούνα (1977) σε ποίηση Λόπεθ δε Βέγα και απόδοση στα ελληνικά από τον Γιώργο Μιχαηλίδη
  • Τροπάρια για φονιάδες (1977) σε ποίηση Μάνου Ελευθερίου
  • Τραγούδια της Λευτεριάς (1978) σε ποίηση Μπέρτχολντ Μπρεχτ, Γιάννη Ρίτσου, Μανόλη Αναγνωστάκη, Άλκη Αλκαίου, Φώντα Λάδη
  • Μουσική πράξη στον Μπρεχτ (1978) σε ποίηση του Μπρεχτ.

Ωστόσο, το 1979 ήλθε «ο Σταυρός του Νότου» σε ποίηση Νίκου Καββαδία, που είναι το διασημότερο έργο του και βρήκε τεράστια ανταπόκριση από τον κόσμο στο πέρασμα των δεκαετιών. Εντούτοις, όταν κυκλοφόρησε, υπήρξαν πολλές αντιδράσεις από τους κριτικούς λόγω, ίσως,  της επιλογής του ποιητή που δεν είχε αναγνωριστεί ακόμα η αξία του. Ως  και  ο επικεφαλής της LYRA Αλ. Πατσιφάς είχε εκφράσει έντονες αντιρρήσεις για το δίσκο θεωρώντας ότι θα αποτύχει παταγωδώς.  Στην ιστορία, βεβαίως, καταγράφηκε η λαμπρή πορεία του έργου και η μετέπειτα εκκωφαντική σιωπή των επικριτών.

Από το 1976 ο Θάνος σταμάτησε τις εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές και προχώρησε στα επόμενα έτη σε εκατοντάδες συναυλίες στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.  Πολλές από αυτές ήταν χωρίς αμοιβή και αφορούσαν απεργίες και πάσης φύσεως  κινητοποιήσεις. Το 1981 ξεκίνησε σειρά συναυλιών με τους Μάνο Λοΐζο και  Χρήστο Λεοντή.  Όμως ο Λοΐζος μετά από μερικές συναυλίες αποχώρησε από το σχήμα και συνέχισαν οι Μικρούτσικος-Λεοντής πραγματοποιώντας άλλες 35 συναυλίες. Η πορεία αυτή των δύο συνθετών αποτυπώθηκε στον δίσκο «Λεοντής-Μικρούτσικος-συναυλίες ‘81».

Κομβικό σημείο στη ζωή του και στο έργο του υπήρξε η συνεργασία με τον Βέλγο σκηνοθέτη Ανρί Ρονς, έναν άνθρωπο με τεράστια γνώση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, που τον επηρέασε βαθύτατα. Με τον Ρονς ο Θάνος είχε την ευκαιρία να  ζήσει μια πανέμορφη περιπέτεια και να παρουσιάσει το έργο του σε θέατρα και διεθνή φεστιβάλ της Γηραίας Ηπείρου.  Συν τοις άλλοις, με τη βοήθεια του Ρονς  ο Θάνος οδηγήθηκε στη μελοποίηση του Καβάφη αφού μέχρι τότε δεν θεωρούσε τον εαυτό του ικανό για κάτι τέτοιο. Ενδεικτικά αναφέρουμε ένα μέρος από τη σημαντικότατη συνεργασία τους:

  • Ο γέρος της Αλεξάνδρειας (Βρυξέλλες, 1982)
  • Ελένη (Βρυξέλλες, 1982)
  • Χάλκινη μουσική στα παράθυρα των ανιάτων (Φεστιβάλ Λιλ, 1982 και Βρυξέλλες, 1983)
  • Καντάτα για τρεις φωνές (Βρυξέλλες, 1984-Λωζάννη & Γενεύη, 1987-Λυόν, 1989)
  • Νύχτα με σκιές χρωματιστές (Βρυξέλλες, 1983)
  • Η σονάτα του σεληνόφωτος (Βρυξέλλες, 1985)
  • Ο αρχοντοχωριάτης (Βερόνα, Λωζάννη, Βρυξέλλες, 1988)

Ως χαρακτήρας ήταν, βεβαίως, θαρραλέος και τολμηρός μην έχοντας πρόβλημα να συγκρουστεί με τον οποιονδήποτε αν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ανήκε, ως γνωστόν, στην Αριστερά και στήριξε κατά περιόδους το ΚΚΕ αλλά δεν φοβήθηκε καθόλου την αντιπαράθεση με την ηγεσία του κόμματος, ειδικά σε θέματα αισθητικής (στα οποία άλλωστε ήταν σαφώς καταλληλότερος να εκφέρει γνώμη ως ταλαντούχος και καταξιωμένος συνθέτης). Αποτέλεσμα ήταν να διαγραφεί από το κόμμα το 1984 όταν διαφώνησε με τον τότε Γενικό Γραμματέα του κόμματος Χαρίλαο Φλωράκη.

Στη δεκαετία του 1990  κυκλοφόρησε ο δίσκος «Στου αιώνα την παράγκα» (σε στίχους Άλ. Αλκαίου, Κ. Λαχά, Λ. Νικολακοπούλου, Γ. Κακουλίδη) που σημείωσε τεράστιες πωλήσεις και σφραγίστηκε από τις ερμηνείες του Δημήτρη Μητροπάνου, ενός από τους κορυφαίους εκπροσώπους του λαϊκού τραγουδιού. Έως τότε δεν είχαν συναντηθεί οι δρόμοι Μικρούτσικου-Μητροπάνου αλλά ο δίσκος αυτός τους ένωσε στενά όχι μόνο ως καλλιτέχνες αλλά και ως ανθρώπους. Η εκτίμηση του Θάνου για τον Μητροπάνο ήταν απεριόριστη και τον θεωρούσε ως τον τρίτο σημαντικότερο λαϊκό τραγουδιστή μετά τους Γρηγόρη Μπιθικώτση και Στέλιο Καζαντζίδη. Σημειωτέον ότι το γνωστότερο, ίσως, τραγούδι, του δίσκου, η «Ρόζα», είχε γραφτεί το 1986 αλλά δεν είχε συμπεριληφθεί σε δίσκο.

Η ενασχόλησή του στο Διεθνές Φεστιβάλ της Πάτρας κατά τη δεκαετία του 1980 ήταν ουσιωδέστατη και το αναβάθμισε με τις γνώσεις του και την εμπειρία του. Στο διάστημα 1990-1993 ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στο Μέγαρο Μουσικής όπου είχε μια πολύ εποικοδομητική συνεργασία με τον Χρήστο Λαμπράκη παρόλο που είχαν διαφωνίες ως προς τη σπουδαιότητα του ελληνικού τραγουδιού αφού ο πρωτεργάτης του Μεγάρου Μουσικής ήταν βαθύς γνώστης και θερμός υποστηρικτής  της κλασικής μουσικής αλλά όχι θαυμαστής της ελληνικής. Το 1993 ανέλαβε Αναπληρωτής Υπουργός Πολιτισμού στην Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ κατόπιν της πρότασης του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Θάνος δεν ήταν αρχικά πρόθυμος να δεχτεί αλλά τελικά υπέκυψε στις πιέσεις του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ ο οποίος ήθελε στο πλάι της Μελίνας Μερκούρη έναν ακόμα άνθρωπο της Τέχνης και όχι έναν πολιτικό. Μετά την εκδημία της Μελίνας στις 6-3-1994 ανέλαβε επικεφαλής στο Υπουργείο Πολιτισμού, θέση που κράτησε έως τον Ιανουάριο του 1996.

Κατά τη διάρκεια της θητείας  του στο Υπουργείο συνέβη κι ένα αξιομνημόνευτο γεγονός. Τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του στην οδό Μητσέων, στην Ακρόπολη, ο υπουργός Πολιτισμού της Ιταλίας Αντόνιο Παολούτσι. Τα φώτα στον Ιερό Βράχο δεν είχαν ανάψει ακόμα ενώ ο Θάνος δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον Πρωθυπουργό Α. Παπανδρέου. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους τα φώτα άναψαν και ο Θάνος δικαιολογήθηκε για την ολιγόλεπτη απουσία του στον Ιταλό ομόλογό του λέγοντας, χαριτολογώντας, ότι είχε δώσει εντολή να ανάψουν τα φώτα της Ακρόπολης. Ο Παολούτσι εξεπλάγη και δεν αντιλήφθηκε το χιούμορ του Θάνου. Έτσι σε ένα δείπνο υπουργών Πολιτισμού λίγους μήνες αργότερα, οι ομόλογοί του τον αντιμετώπισαν με δέος και ιδιαίτερο σεβασμό αφού ο Παολούτσι τους είχε αναφέρει το γεγονός και θεωρούσαν ότι είχε την εξουσία να ανάβει τα φώτα της Ακρόπολης όποτε ήθελε(!!).

Στη μεγαλειώδη πορεία του κομβικής σημασίας  ήταν η συνεργασία του με την πασίγνωστη, διεθνούς φήμης,  Ιταλίδα τραγουδίστρια και ηθοποιό Μίλβα, η οποία είχε γνωρίσει μέρος του έργου του και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Θάνο που νόμισε, αρχικά, ότι το τηλεφώνημα της Μίλβα ήταν φάρσα.

Γενικά ο Θάνος ασχολήθηκε με πολλά είδη μουσικής όπως όπερες, συμφωνική μουσική, μουσική για θέατρο και κινηματογράφο αλλά, όπως συνήθως γίνεται, στη συνείδηση του κόσμου έχει μείνει από τα τραγούδια του. Εν κατακλείδι, ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν μια τεράστια προσωπικότητα, ένας ταλαντούχος και πρωτοπόρος δημιουργός και ένας χαρισματικός άνθρωπος που ομόρφυνε τον Πολιτισμό μας κατά την τελευταία πεντηκονταετία όσο ελάχιστοι. Η απουσία του αισθητή αλλά θα ζει πάντα μέσα από την έξοχη μουσική του.

Πηγές-Βιβλιογραφία

  1. «Ο Θάνος κι ο Μικρούτσικος, Μια αυτοβιογραφία μέσα από 24 συναντήσεις», Οδυσσέας Ιωάννου, Εκδόσεις Πατάκη, 2011
  2. http://www.mikroutsikos.gr/

————–

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού γραπτού ή οπτικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

 

 

 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here