Ασπρόμαυρα κι έγχρωμα: “Αστροφεγγιά”

aspromavra_egxrwma_logo_500

Γράφει ο Τάσος Κριτσιώλης 
Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Τηλεοπτικές στιγμές που μας έκαναν να γελάσουμε, να κλάψουμε, να μελαγχολήσουμε, να ταυτιστούμε με τους ήρωες και να πάσχουμε μαζί τους. Πόσα συναισθήματα δε γέννησαν σε όλους μας αξέχαστα σίριαλ της μικρής οθόνης. «Ασπρόμαυρα κι έγχρωμα», άφησαν το σημάδι τους στο μυαλό και στην καρδιά μας και τα θυμόμαστε με νοσταλγία μέσα σ’ αυτό το άθλιο τηλεοπτικό τοπίο του σήμερα…

Αυτή η στήλη λοιπόν, κάθε 15 ημέρες θα σας παρουσιάζει κι από μία σειρά που έγραψε τη δική της ξεχωριστή ιστορία στην ασπρόμαυρη ή στην έγχρωμη τηλεόραση στα πρώτα 20 χρόνια πορείας της. Φιλοδοξία της, να σας θυμίσει μοναδικές κι ανεπανάληπτες στιγμές που δε θα σβήσουν ποτέ ο χρόνος και η μνήμη!

———————————————————–

Η «Αστροφεγγιά» των χαμένων ονείρων…

Με την είσοδο του 1980 και φυσικά της νέας δεκαετίας, η ελληνική τηλεόραση μπαίνει πλέον στην εποχή της έγχρωμης εικόνας. Βεβαίως, το εγχείρημα βρίσκεται ακόμη σε πειραματικό στάδιο, καθώς ελάχιστα είναι τα νοικοκυριά που διαθέτουνε τον σχετικό δέκτη, ο οποίος επιπλέον κοστίζει και αρκετά ακριβά.

Πάντως, για όσους έχουν ήδη φροντίσει να προμηθευτούν την «έγχρωμη» -όπως τη λέγανε τότε-, τα τηλεοπτικά προγράμματα σε εφημερίδες και περιοδικά αρχίζουνε να πληροφορούν τους τηλεθεατές με το χαρακτηριστικό «Χ» (δηλαδή “Χρώμα”) για τα προγράμματα που δεν προβάλλονται ασπρόμαυρα…

Η νέα πραγματικότητα, δε θα μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστες και τις νέες ελληνικές σειρές που ετοιμάζονταν τότε, καθώς όλο και περισσότερες γυρίζονται σε έγχρωμη εικόνα. Μιαν από τις πρώτες του «είδους», είναι η «Αστροφεγγιά», η τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, η οποία κάνει πρεμιέρα την Τετάρτη 30 Απριλίου 1980 στην ΕΡΤ και προβάλλεται σε 26 επεισόδια, ως τις 12 Νοεμβρίου 1980. Η διασκευή ήτανε του Βαγγέλη Γκούφα και η σκηνοθεσία του Διαγόρα Χρονόπουλου.

Η σειρά που σφύζει από νιάτα αλλά και υπερβολική μελαγχολία, σημειώνει πολύ υψηλή τηλεθέαση και γίνεται εξαιρετικά δημοφιλής στο κοινό. Παράλληλα, γίνονται πασίγνωστα από τη μια στιγμή στην άλλη νέα και «φρέσκα» πρόσωπα στο χώρο της υποκριτικής, όπως ο Αντώνης Καφετζόπουλος, ο Γιώργος Κιμούλης, ο Γρηγόρης Βαλτινός, η Μίνα Αδαμάκη κ.α., τα οποία πραγματοποίησαν μια λαμπρή και σημαντική καριέρα.

Η υπόθεση

Η ιστορία ξεκινάει το Νοέμβριο του 1918, με την υπογραφή της ανακωχής και τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο, θεριεύουν στις καρδιές όλων των Ελλήνων και ιδιαίτερα στη νεολαία, εκπρόσωποι της οποίας είναι οι βασικοί ήρωες του έργου.

Μια παρέα λοιπόν από μαθητές της τελευταίας τάξης του Γυμνασίου, κάνουν όνειρα για το μέλλον και σχεδιάζουν τη ζωή τους μετά το σχολείο. Αυτή, αποτελείται από το Νίκο Στέργη (Γιώργος Κιμούλης), το Δημήτρη Πετρόπουλο (Γιώργος Πετρόχειλος), τον Αργύρη Χριστοφίλη (Γρηγόρης Βαλτινός), τις αδελφές Λένα και Στέλλα Τασούλη (Μίνα Αδαμάκη και Αριέττα Μουτούση αντιστοίχως) και τα δύο κεντρικά -αλλά και πιο τραγικά- πρόσωπα του συγγραφέα, τον Άγγελο Γιαννούζη (Αντώνης Καφετζόπουλος) και τη Δάφνη Χριστοφίλη (Νόρα Βαλσάμη), αδελφή του Αργύρη.

Ο Νίκος είναι ο «γόης» της συντροφιάς, αλλά και ο πιο πλούσιος, καθώς ο πατέρας του Λύσανδρος (Νίκος Κούρος) είναι βιομήχανος σιδηρικών. Ο Δημήτρης είναι τυχοδιώκτης, αριβίστας, θρασύς και υπέρμετρα φιλόδοξος, στηριζόμενος στην παντός είδους βοήθεια ενός ευκατάστατου θείου του. Ο Αργύρης, είναι η «ήρεμη δύναμη» και ο μόνος που έχει αποφασίσει για το μέλλον του: Θα μπαρκάρει για να ταξιδέψει μακριά και να γνωρίσει νέους τόπους.

Οι αδελφές Τασούλη προσπαθούνε να προσεγγίσουνε το ενδιαφέρον των νεαρών συμμαθητών τους, χωρίς επιτυχία. Ο Άγγελος είναι ο «σοφός» της παρέας, καθώς είναι ο καλύτερος μαθητής και όλοι είναι βέβαιοι ότι θα διαπρέψει και θα φτάσει ως την πανεπιστημιακή έδρα.

Όσο για τη Δάφνη, θεωρητικά ενδιαφέρεται να σπουδάσει γαλλική φιλολογία, αλλά στην ουσία εκμεταλλεύεται την υπέρμετρη ομορφιά της για να βρει ένα πλούσιο γαμπρό -με πρώτο υποψήφιο το Νίκο- και να παίζει με τους υπόλοιπους. Όλοι οι αρσενικοί της συντροφιάς είναι ερωτευμένοι μαζί της, όμως ο Άγγελος είναι ο μόνος που την αγαπά αληθινά, σιωπηλά και βασανιστικά.

Ο ήρωάς μας, ζει σχεδόν στα όρια της ανέχειας με την οικογένειά του, που ήλθε στην Αθήνα από την επαρχία για μια καλύτερη τύχη. Την αποτελούν ο πατέρας του Θάνος (Σταύρος Ξενίδης), η μητέρα του Μάρθα (Νέλλη Αγγελίδου) και ο μικρός αδερφός του Μανώλης (Δημήτρης Μεταξάς). Υπήρχαν άλλα δύο παιδιά, τα οποία όμως πέθαναν σε μικρή ηλικία από αρρώστιες της εποχής…

Ο πιο καλός φίλος του Άγγελου, είναι ο Μιχάλης Πασπάτης (Άρης Ρέτσος), ένα χρόνο μικρότερος, που ζει πάμφτωχος σε μια τρώγλη στη γειτονιά που μένει κι εκείνος, επιβιώνοντας από τα πρόσφορα της εκκλησίας και τα ελάχιστα χρήματα που βγάζει ως γραφιάς. Έχει στόχο να μπει στη Σχολή Ευελπίδων, ωστόσο βαθιά μέσα του ξέρει ότι αυτό δε θα γίνει ποτέ, καθώς έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας με έντονο βήχα, που θα εξελιχθεί σε φυματίωση. Μόνον ο Άγγελος είναι κοντά του, καθώς όλοι οι υπόλοιποι φοβούνται να τον πλησιάσουν, για ευνόητους λόγους.

Ο Πασπάτης είναι η «φωνή της συνείδησης» του Άγγελου, καθώς έχει καταλάβει τα πάντα αναφορικά με τα αισθήματά του για τη Δάφνη και διαρκώς του λέει να μην ασχολείται μαζί της, γιατί δεν ανήκει στο δικό τους κόσμο. Συχνά ο Άγγελος αντιδρά πολύ έντονα, αλλά κι εκείνος κατά βάθος συμφωνεί με το φίλο του…

Όταν η παρέα τελειώνει το γυμνάσιο, ο καθένας αρχίζει σιγά-σιγά να παίρνει το δρόμο του και οι συναντήσεις των μελών της γίνονται όλο και λιγότερες. Ο Νίκος πηγαίνει στο εργοστάσιο του πατέρα του και μεσολαβεί ώστε να προσληφθεί στο λογιστήριο και ο Άγγελος, ώστε να βγάζει κάποια χρήματα κατά τη διάρκεια των σπουδών του και να βοηθά την οικογένειά του.

astrofeggia_aspromavra&egxroma_2014_07_02

Ο Δημήτρης κάνει ντόλτσε βίτα με τα λεφτά του θείου του και σχεδιάζει το πολιτικό μέλλον του, ο Αργύρης πραγματοποιεί το όνειρό του και μπαρκάρει, οι αδελφές Τασούλη ξεκινούν τις σπουδές τους και η Δάφνη συνεχίζει να εκμεταλλεύεται την ομορφιά της και να προετοιμάζεται για τη μέλλουσα ζωή της ως σύζυγος του Νίκου.

Ωστόσο, η πολιτική κατάσταση θ’ ανατρέψει τα σχέδια των περισσότερων. Ο πόλεμος στη Μικρά Ασία θα υποχρεώσει τον Άγγελο να φύγει για το μέτωπο, καθώς δεν έχει ούτε το ελάχιστο μέσο που θα του επέτρεπε να το αποφύγει. Αντιθέτως, τόσο ο Νίκος όσο και ο Δημήτρης, εκμεταλλεύονται πλήρως τις γνωριμίες και τις προσβάσεις των συγγενών τους και τοποθετούνται σε γραφεία…

Εκεί, ο άτυχος ήρωας θα παρουσιάσει για πρώτη φορά τα συμπτώματα της φυματίωσης. Ένας πολύ δυνατός κι ασταμάτητος βήχας, θα τον στείλει στο νοσοκομείο σχεδόν ετοιμοθάνατο κι όταν θα επιστρέψει στην Αθήνα, θα βρει τα πράγματα εντελώς αλλαγμένα. Η παρέα έχει πια σκορπίσει, ο καθένας βαδίζει το δικό του δρόμο και ο Άγγελος δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση. Μόνον η φίλη του η Έρση (Ράνια Οικονομίδου) τον καταλαβαίνει απολύτως και είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί του, όμως δε θα του το πει ποτέ, γιατί ξέρει ότι εκείνος έχει το μυαλό του στη Δάφνη.

Κάποια στιγμή, ο Άγγελος θα βρει τη δύναμη να εκφράσει στη Δάφνη τα όσα νιώθει για κείνη, ωστόσο φαίνεται ότι είναι πια αργά. Ο Νίκος την έχει εγκαταλείψει κι αυτή γυρίζει από αγκαλιά σε αγκαλιά, ψάχνοντας να βρει την αγάπη και τη σιγουριά, τρέμοντας στην ιδέα ότι μπορεί να μείνει γεροντοκόρη.

astrofeggia_aspromavra&egxroma_2014_07_01

Στο μεταξύ, με την εισροή των προσφύγων από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα, ο Δημήτρης που κατέχει επιτελική θέση φροντίζει -με το αζημίωτο φυσικά- για την καλύτερη εξυπηρέτησή τους, κυρίως δε αν πρόκειται για γυναίκες. Ο κυνισμός του έχει φτάσει στο αποκορύφωμα και ο Άγγελος γίνεται έξαλλος με τη στάση του. Κάποια βραδιά μάλιστα, τον γρονθοκοπεί άγρια μέσα στο σπίτι της Δάφνης και περνά τη νύχτα στη φυλακή, όμως την επομένη αφήνεται ελεύθερος, καθώς ο παλιός συμμαθητής του δεν επιθυμεί τη δίωξή του.

Ο καιρός περνά, ο Πασπάτης πεθαίνει, ο Άγγελος παίρνει το πτυχίο του, ωστόσο η υγεία του επιδεινώνεται πάλι, κυρίως από τη στιγμή που κατόπιν μεσολάβησης της Έρσης πιάνει δουλειά ως γραφέας σε συμβολαιογραφείο. Ο ίδιος καταλαβαίνει ότι το τέλος του πλησιάζει, ενώ οι γονείς του αρνούνται να δεχτούν ότι θα χάσουν άλλο ένα παιδί από φυματίωση. Δυστυχώς όμως, το μοιραίο δεν αργεί και όλα τα όνειρά που κάνανε γι’ αυτόν, καταρρέουν…

Το καστ

Είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε σε ελληνική σειρά σχεδόν συγκεντρωμένο το «νέο αίμα» της δεκαετίας του ’80. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος παίζει ένα ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του (ο ίδιος πάντως χρόνια μετά ουσιαστικά τον αποκήρυξε…), αποδίδοντας με μοναδικό τρόπο τον μοναχικό, μελαγχολικό, ρομαντικό, αλλά και τόσο άτυχο Άγγελο. Ο Γιώργος Κιμούλης αποδεικνύει ότι εκτός από την αναμφισβήτητη γοητεία του, διαθέτει κι εξαιρετικό υποκριτικό ταλέντο, αν και σε ορισμένα σημεία η ερμηνεία του είναι κάπως στομφώδης.

Πολύ καλές στους ρόλους τους οι Μίνα Αδαμάκη και Αριέττα Μουτούση, ενώ και ο Γιώργος Πετρόχειλος ενσαρκώνει ιδανικά τον αριβίστα, τυχοδιώκτη και κυνικό Δημήτρη Πετρόπουλο. Ο πιο συμπαθής απ’ όλους, είναι σίγουρα ο Γρηγόρης Βαλτινός ως Αργύρης, ενώ για τη Νόρα Βαλσάμη τα λόγια περιττεύουν. Υποδύεται μια μαθήτρια γυμνασίου κι αργότερα μια νεαρή δεσποινίδα λες κι έχει όντως τις ηλικίες τους, ενώ η ίδια είχε ήδη ξεπεράσει τα 30. Μοναδική ομορφιά, μοναδικό ταλέντο. Εξαίρετη και η Ράνια Οικονομίδου στο ρόλο της Έρσης.

Ωστόσο, έχω τη γνώμη ότι η ερμηνεία του Άρη Ρέτσου στο ρόλο του φτωχού φυματικού Μιχάλη Πασπάτη συγκαταλέγεται μέσα στις τρεις σπουδαιότερες στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Οι άλλες δύο είναι του Βασίλη Διαμαντόπουλου ως «Τάπα» στον «Συμβολαιογράφο» και του Νίκου Καλογερόπουλου ως «Μπε» στη «Μεθυσμένη πολιτεία». Ένα εξαιρετικό υποκριτικό ταλέντο κι ένας σπουδαίος ηθοποιός, που είχε όλα τα φόντα να κάνει μεγάλη και λαμπρή καριέρα, όμως μάλλον ο ίδιος δεν το θέλησε.

Βλέποντάς τον ως Πασπάτη, σου δίνει 100% την αίσθηση ότι όντως είναι βαριά άρρωστος και υποπτεύομαι ότι την περίοδο προβολής της σειράς, θα είχε πρόβλημα να κυκλοφορήσει στο δρόμο, καθώς εκείνη την εποχή οι τηλεθεατές ταυτίζονταν πολύ με τους ήρωες των σίριαλ και πιθανώς θα τον απέφευγαν, φοβούμενοι τον «φυματικό»…

Όσον αφορά τους ηλικιακά μεγαλύτερους και πιο έμπειρους πρωταγωνιστές, ο Σταύρος Ξενίδης είναι ιδανικός ως Θάνος Γιαννούζης, ένα φτωχό, κακόμοιρο, ευκολόπιστο και θεοσεβούμενο ανθρωπάκι, που προσπαθεί πάντα για το καλύτερο, αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνει. Πάντως, είναι στιγμές που η ακατάσχετη φλυαρία του εκνευρίζει τον θεατή, όμως έτσι απαιτούσε ο ρόλος του. Στο ίδιο μήκος κύματος και η Νέλλη Αγγελίδου ως Μάρθα Γιαννούζη, μια φουκαριάρα μάνα, που αγωνίζεται αγόγγυστα να κρατήσει όρθιο το σπίτι της.

astrofeggia_aspromavra&egxroma_2014_07_04

Επίσης, στην «Αστροφεγγιά» συμμετείχαν κι άλλοι γνωστοί κι αγαπημένοι ηθοποιοί: Η Μιμή Ντενίση ως Τζένη Στέργη (αδερφή του Νίκου) που νοιάζεται μόνο για τα ταξίδια, τα πάρτι και τους άντρες, ο Δάνης Κατρανίδης ως Αλέξης, ένας «Δον Κιχώτης» του θεάτρου που ονειρεύεται μεγάλες παραστάσεις, αλλά τελικώς εισπράττει απογοήτευση, η Όλγα Τουρνάκη ως κυρία Χριστοφίλη (μητέρα της Δάφνης και του Αργύρη), ο Νίκος Γαροφάλλου ως Λεωνίδας -προϊστάμενος του λογιστηρίου στο εργοστάσιο του Στέργη- και η Αλίκη Αλεξανδράκη ως Γαλλίδα (ή «κυρία μαντάμ» όπως τη φωνάζουνε στη γειτονιά).

Από εκεί και πέρα, σημειώνουμε το «πέρασμα» του Παύλου Κοντογιαννίδη σ’ ένα συγκλονιστικό μονόλογο ως γέρος πρόσφυγας από τη Σμύρνη, την πειστική επαναστατικότητα του Μιχάλη Μητρούση ως…Μιχάλη, ενός νέου ανθρώπου που λέει χωρίς φόβο όσα οι άλλοι δεν τολμούν να πουν και την παρουσία του γνωστού σκηνοθέτη Κώστα Τσιάνου, στο ρόλο ενός φαινομενικά πονόψυχου και θρησκευόμενου αλλά στην ουσία αγιογδύτη και «μαυραγορίτη» Παπαδήμα, ο οποίος εκμεταλλεύεται τον φτωχό κι ευκολόπιστο κοσμάκη.

Σε μικρότερους ρόλους, βλέπουμε μεταξύ άλλων τον Γιάννη Μποσταντζόγλου (Σκαμπαβίας, συστρατιώτης του Άγγελου στο μέτωπο), τον Χρήστο Λεττονό (Γερμενής, επίσης υπηρετών στο μέτωπο), την Ασπασία Τζιτζικάκη (Αριάδνη, μια κοπέλα που ερωτεύεται τον Άγγελο), τη Μαίρη Ιγγλέση (Ασπασία, υπηρέτρια στο σπίτι του Στέργη), τη Ρίτα Μουσούρη (Αριάδνη Στέργη, μητέρα του Λύσανδρου Στέργη και γιαγιά του Νίκου και της Τζένης), την Αλίκη Ακοντίδου (Ρένα, συνάδελφος του Άγγελου στο λογιστήριο του Στέργη και «τσιμπημένη» μαζί του), τη Σοφία Σεϊρλή (πόρνη), τη Σάσα Καστούρα (χορεύτρια σε καμπαρέ), τον Χρήστο Τσάγκα (καπετάν-Τζώρτζης, θείος της Δάφνης και του Αργύρη) και τον Τάσο Κωστή (συμβολαιογράφος Χατζηπέτρου).

astrofeggia_aspromavra&egxroma_2014_07

Να σημειώσουμε επίσης το τηλεοπτικό ντεμπούτο της Ελένης Κούρκουλα, η οποία εμφανίζεται να παίζει τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες: Μια φυματική γειτόνισσα του Πασπάτη, μιαν ακροάτρια των «πύρινων λόγων» του Μιχάλη στο καφενείο (αμφότερες οι εμφανίσεις είναι ολίγων δευτερολέπτων) και τέλος τη Μαριορή, μιαν ορφανή προσφυγοπούλα από τη Σμύρνη η οποία μπλέκει στα δίχτυα του αδίστακτου Πετρόπουλου για μια καλύτερη ζωή στην Ελλάδα…

Κλείνουμε με τον Γιώργο Μοσχίδη, ο οποίος είναι εξαιρετικός στο ρόλο του αφηγητή.

Σχόλιο

Σίγουρα η «Αστροφεγγιά» δεν είναι από τις σειρές που βλέπεται με κέφι κι ευχάριστα συναισθήματα. Το αντίθετο. Η μελαγχολία, τα αδιέξοδα, τα απραγματοποίητα όνειρα, οι αρρώστιες, η φτώχια, ο πόλεμος είναι από μόνα τους καταθλιπτικά και στο συγκεκριμένο σίριαλ κυριαρχούν. Ωστόσο, δίνει μια σχεδόν ολοκληρωμένη εικόνα της Ελλάδας σε μια ταραγμένη περίοδο από το 1918 ως περίπου το 1925, όταν η πατρίδα μας διεκδικούσε το δίκιο της χωρίς ανταπόκριση από τους «μεγάλους», όταν τα νέα παιδιά βρίσκονταν για χρόνια στο μικρασιατικό μέτωπο χωρίς να ξέρουνε το γιατί, όταν η φυματίωση θέριζε και τα σανατόρια ήτανε γεμάτα ετοιμοθάνατους. Όλα αυτά δεν είναι παραμύθια ή ιστορίες, αλλά αληθινά γεγονότα, που πρέπει άπαντες να θυμόμαστε και να προσπαθούμε καθημερινά να μην επαναληφθούν…

Η σειρά είναι οπωσδήποτε καλογυρισμένη, η ατμόσφαιρα της εποχής αποδίδεται εξαιρετικά όπως και οι χαρακτήρες του έργου κι όλα αυτά, υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα του Διαγόρα Χρονόπουλου ο οποίος αφιέρωσε σχεδόν όλη τη ζωή του στο θέατρο κι ελάχιστα ασχολήθηκε με τη μικρή οθόνη…

————

*** Απαγορεύεται αυστηρά η αναδημοσίευση υλικού, χωρίς την άδεια του Music Corner…

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here